«Με πυξίδα και ζυγαριά».
Το άκουσα τυχαία.
Καθόμουν στο διπλανό τραπέζι, σε ένα μικρό καφέ, σε ένα ήσυχο στενάκι λίγο πιο κάτω από τη πολύβουη πλατεία Συντάγματος, όταν —χωρίς πρόθεση να ακούσω— η φράση αυτή έφθασε στα αυτιά μου, είχε κάτι που σε τραβούσε..
«Εγώ», είπε, «στη ζωή μου χρησιμοποιώ δύο πράγματα: πυξίδα και ζυγαριά».
Ο φίλος του χαμογέλασε, σαν να περίμενε τη συνέχεια.
«Με την πυξίδα χαράζω την πορεία μου», συνέχισε.
«Ξέρω πού θέλω να πάω. Όχι πάντα με ακρίβεια, αλλά με σιγουριά ως προς την κατεύθυνση».
Έκανε μια μικρή παύση, σαν να ζύγιζε και ο ίδιος τα λόγια του.
«Και με τη ζυγαριά μετρώ τα αποτελέσματα. Βλέπω τι πήγε καλά, τι όχι. Τα αξιολογώ… και συνεχίζω».
Ο άλλος έγνεψε καταφατικά. Ήταν από εκείνες τις κουβέντες που μοιάζουν απλές, αλλά δεν είναι.
Απλές — με μεγάλη ουσία.
Κοίταξα ασυναίσθητα προς το μέρος τους. Δεν είχαν τίποτα το ιδιαίτερο. Δύο νεαροί άνθρωποι της διπλανής πόρτας.
Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, μου φάνηκαν σαν να κουβαλούσαν κάτι παραπάνω.
Σκέφτηκα πόσοι ξεκινούν χωρίς πυξίδα — και χάνονται.
Και πόσοι προχωρούν χωρίς ζυγαριά — και νομίζουν πως προχωρούν.
Εκείνος πλήρωσε τους καφέδες τους, σηκώθηκε και είπε απλά:
«Το δύσκολο δεν είναι να ξεκινήσεις. Είναι να διορθώνεις πορεία χωρίς να χάνεις τον προορισμό».
Έφυγαν.
Έμεινα για λίγο ακόμη στο τραπέζι, σκεφτόμουν.
Μήπως η ζωή δεν είναι ούτε σίγουροι δρόμοι ούτε αταλάντευτοι προορισμοί;
Μάλλον μοιάζει με μια συνεχή διόρθωση.
Και ίσως η πυξίδα και η ζυγαριά να είναι τα μόνα εργαλεία που μας συνοδεύουν στον βηματισμό μας.
ΚΜ















