Φάτα Μοργκάνα

 Θα μεταλάβω με 
νερό θαλασσινό
 στάλα τη στάλα
 συναγμένο απ’ το
 κορμί σου 
σε τάσι αρχαίο,
 μπακιρένιο αλγερινό, 
που κοινωνούσαν
 πειρατές
 πριν πολεμήσουν. 

 ΚΑΒΑΔΔΙΑΣ

Ο Γιώργος Λακόπουλος και η απόφαση (έκπληξη) να σταματήσει την αρθρογραφία

Ιούνιος 18, 2018
SHARE Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInEmail this to someone
Σε πρώτο πρόσωπο: ένας αποχαιρετισμός και μια εξήγηση …
<Ο άξιος δημοσιογράφος δεν είναι ιδιαιτέρως συμπαθής στους ισχυρούς. Τον υπολογίζουν, τον φοβούνται κιόλας, αλλά κανένας σχεδόν δεν τον εμπιστεύεται ως φίλο και οικείο”.
Γιάννης Μαρίνος, διευθυντής του Οικονομικού Ταχυδρόμου.
<Μερικοί κύριοι νομίζουν ότι είμαστε  συνάδελφοι…>
Μάνος Χατζιδάκις
Οσα  χρόνια  δουλεύω σε εφημερίδες και άλλα ΜΜΕ δεν  χρησιμοποίησα ποτέ  πρώτο ενικό πρόσωπο.  Το κάνω τώρα για πρώτη φορά – γιατί  είναι και η τελευταία:   σταματάω να γράφω.  Θα συνδράμω με  άλλους τρόπους το  Ανοιχτό Παράθυρο– που ήδη  καταξιώθηκε  και έχει το κοινό του.
Ισως τα κείμενά μου θα λείψουν  σε κάποιους .Προφανώς οι περισσότεροι  απλώς θα αδιαφορήσουν. Σε κάθε περίπτωση δεν θα χάσει η Βενετιά βελόνι. Αναγγέλλω  όμως  ότι θα σταματήσω να αρθρογραφώ ως υποχρέωση   απέναντι σε οσους μου έκαναν την τιμή   να διαβάζουν  όσα έγραφα για δεκαετίες.
Τα τελευταία χρόνια δεν γράφω για  βιοπορισμό. Συμπλήρωσα τα συντάξιμα χρόνια  και   μπορώ να ζήσω με την -κουτσουρεμένη- σύνταξή μου.
Δεν έχω  δυσκολία να κάνω εχθρούς,  αν πρόκειται  να πω  αυτό που νομίζω σωστό -και ήδη έχω πολλούς, με αντάλλαγμα πολύ λίγους φίλους.  Κατεβάζω όμως  το μολύβι γιατι  στο σημερινό πλαίσιο άσκησης της δημοσιογραφίας -και της  πολιτικής  κατά προέκταση – δεν υπάρχει κάτι να  υπερασπιστώ.
Πιστεύω πάντα  ότι τα τελευταία  χρόνια στο δημόσιο βίο δυο πρόσωπα  έχουν ενδιαφέρον: ο σημερινός Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και ο πρώην Πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής. Καθένας  με το ιδεολογικό και πολιτικό φορτίο του, αλλά  με  έναν κοινό  παρονομαστή :αντιστάθηκαν στο δόγμα  < ή μεθ ημών, η καθ’ ημών> με το οποίο η κρατικοδίαιτη  κάστα  του κατεστημένου  υπέταξε την πολιτική τάξη- με  εργαλείο τα ΜΜΕ και το χρήμα. Γι αυτό  έχουν τους ίδιους αντιπάλους.
Ωστόσο και οι δυο – στο  χώρο του ο καθένας –  μένουν αδρανείς απέναντι σε φαινόμενα που  τραυματίζουν  την πολιτική και το πολίτευμα . Ταυτόχρονα  αποτελούν  εγκαιροφλεγείς βόμβες για τους  ίδιους  – αν δεν αποφασίσουν να τα αντιμετωπίσουν  αποφασιστικά- έστω με καθυστέρηση.
Οι γόρδιοι δεσμοί
 Αρχίζοντας από την κυβερνητική παράταξη, τις  τελευταίες ημέρες διαμορφώνεται  μια  κατάσταση ασύμβατη με την κοινοβουλευτική τάξη: υπουργός  διαφωνεί με τον Πρωθυπουργό και  παραμένει στη θέση του.  Ο Πάνος  Καμμένος κατέθεσε τη διαφωνία  του και στη Βουλή για το Μακεδονικό  -προσθέτοντας ότι  καθιστά τον Πρωθυπουργό υπό προθεσμία: υποσχέθηκε – παραληρηματικά- να…ρίξει την  κυβέρνηση   όταν   φέρει τη συμφωνία για επικύρωση.
Ωστόσο είναι  ακόμη υπουργός  και εκδηλώνει τη διαφωνία του  όχι ως  επικεφαλής κόμματος όπως δικαιούνται, ,αλλά από τα   υπουργικά έδρανα.  Αλλά η  πρωθυπουργία δεν είναι συλλογικός θεσμός.  Κυβέρνηση με δυο πολιτικές δεν νοείται.
Ο μικρότερος κυβερνητικός εταίρος  διαμορφώνει έναν Γόρδιο δεσμό με τον μεγαλύτερο.  Ότι ο  Τσίπρας δεν  έκοψε αυτόν το δεσμό, ζητώντας ως τώρα  την παραίτηση του – αφήνοντας στη Βουλή το προνόμιο να επαναβεβαιώσει την πλειοψηφίας του έστω με νέα  σύνθεση-   παραμορφώνει  το θεσμικό ιμπέριουμ του Πρωθυπουργού. Απογοήτευση !
Από τη συντηρητική παράταξη ο Κ.  Καραμανλής συνέλαβε τις αιτίες της κακοδαιμονίας  της χώρας, συγκρούσθηκε  για να υπερασπιστεί την αυτονομία της πολιτικής απέναντι τους, ηττήθηκε, έμεινε όρθιος και χειρίσθηκε αξιοπρεπώς και  με ευθύνη -ενίοτε και με μεγαθυμία-όσα ακολούθησαν.
Αλλά  στο Μακεδονικό   τον  εγκλωβίζει το ίδιο το κόμμα του. Δημόσια ο  αντιπρόεδρος Άδωνις  Γεωργιάδης –ευτελίζει την ακέραιη στάση του το  2008  στο  Βουκουρέστι, προβάλλοντας χυδαία ότι έκανε  απλώς μια μπλόφα.  Ταυτόχρονα ενώ ο ίδιος αποφεύγει κάθε ανάμειξη στα εσωκομματικά, η σημερινή ηγεσία της ΝΔ δεν του αναγνωρίζει  το δικαίωμα της απόστασης .
Έτσι -ο θεωρούμενος από όλους φυσικός επικεφαλής της συντηρητικής παράταξης- <υποχρεώθηκε> να βάλει την  υπογραφή του σε μια πρόταση μομφής,  εναντίον μιας κυβέρνησης που   έφερε στο Μακεδονικό συμφωνία  διεθνούς  αποδοχής, στην ούγια της οποίας υπάρχει η υπογραφή του και εκβιάσθηκε δημόσια από στοιχεια του κόμματός του,  να στραφεί κατά της συμφωνίας.
Ηταν ο δικός του  Γόρδιος δεσμός  και δεν τον έκοψε.  Έστω   και αν  κρατάει τον τελευταίο λόγο για την ώρα που θα έλθει στη Βουλή η συμφωνία,  ότι  κατέφυγε -αμυνόμενος -σε  μια σολομώντεια   απρόσωπη δήλωση  προτάσσοντας την υπουργό Εξωτερικών του ήταν  ανοχή στους  <μουσαφιραίους> που  εκτρέπουν τη ΝΔ  από τις  ιδρυτικές ράγες της . Πίκρα.
Η πολιτική των συγκερασμών.
Προφανώς και  ο Τσίπρας και ο Καραμανλής  θεωρήσαν  αυτά τα φαινόμενα  επουσιώδη. Μπροστά στη συμφωνία ο ένας – έστω και χωρίς κυβερνητική συνοχή. Και μπροστά στην  συνοχή  της ΝΔ ο άλλος- έστω και εναντίον της λύσης.  Αυτό όμως αντιστρατεύεται τον παιδαγωγικό χαρακτήρα της πολιτικής , αλλά και την κοινή λογική..  Από τον Καμένο εξαρτάται  η κυβερνητική πορεία της Αριστεράς εφεξής;   Ο Άδωνις θα ορίσει την ενότητα της ΝΔ;
Ας  μην κρυβόμαστε: ο σημερινός Πρωθυπουργός  καταπίνει την   ασυδοσία  ενός υπουργού και ο πρώην ανέχεται την ιδεολογική  αλλοίωση  του κόμματός του από τη συμμαχία του Νεομητσοτακισμού με τους ακραίους.
Θα ήταν  σκόπιμο  αυτή τη στιγμή να αποσύρει  ο  Τσιπρας τον Καμένο από την κυβέρνηση  του , ή να  εναντιωθεί ο  Καραμανλής στο ρεσάλτο των ακραίων που οδηγούν σε εθνικιστικό  και αντιευρωπαϊκό κατήφορο  τη συντηρητική παράταξη;
Ο καθένας δίνει την απάντηση που βρίσκεται πιο κοντά στην κοσμοθεωρία του. Κατά τη δική μου γνώμη  είναι αναγκαίο. Η  άσκηση της πρωθυπουργικής  εξουσίας  δεν είναι διαπραγματεύσιμη και η συνοχή των κομμάτων της αντιπολίτευσης δεν είναι  αυτοσκοπός.  Ας  δουμε την  ιστορία του Ελευθέριου Βενιζέλου , του Κωνσταντίνου Καραμανλή και  του Ανδρέα Παπανδρέου..
Όταν   πολιτικοί  με προσωπική ακτινοβολία   συμβιβάζονται  χάνει το ενδιαφέρον της  η πολιτική  ως μηχανισμός που κινεί την κοινωνία, μέσα από ιδεολογικές αναμετρήσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Εδραιώνονται  παθογένειες   που επιτρέπουν σε κάποιον σαν τον  Άδωνι να είναι  αντιπρόεδρος κόμματος εξουσίας.  Σε κάποιον  σαν τον Καμμένο να κάνει τον   <εγγυητή>  της εθνικής πορείας. Σε κάποιον σαν τον  Στουρνάρα να είναι διοικητής της κεντρικής τράπεζας .  Σε κάποια σαν τη  Γεννηματά να είναι <ιδρύτρια> κόμματος. Αυτό είναι η έκπτωση και το τέλος  πολιτικής.
Διαμορφώνει συνθήκες που επιτρέπουν σε δυνάμεις  εκτός πολιτικής   να δρομολογούν -με τη μιντιακή και οικονομική ισχύ τους-  για   την κυβέρνηση  κάποιον που καμαρώνει  για τα πτυχία του, έχοντας δίπλα του   αγοραίους εκπρόσωπους της πολιτικής υποκουλτούρας και της  ακροδεξιάς.
Έτσι η  πολιτική  παύει να εμπνέει-εμένα τουλάχιστον.  Οπότε παίρνω τις αυταπάτες μου και αποχωρώ. Έτσι  κι αλλιώς περισσεύω,  σε  ένα σύστημα  στο οποίο   η  δημοσιογραφία υποτάσσεται  στον <αγροίκο  πλούτο> που έλεγε ο αείμνηστος Διαμαντής Πεπελάσης.
  ΜΜΕ χωρίς ενημέρωση
Πάντα υπήρχαν  κακοί δημοσιογράφοι, , διασταυρούμενες σκοπιμότητες και συμφέροντα στα ΜΜΕ. Αλλά η δημοσιογραφία  έπαιζε  το ρόλο της.  Δεν ήταν όλοι άγγελοι. Αλλά οι  διάβολοι  ήταν   δακτυλοδεικτούμενοι. Τώρα    κομπάζουν  προκλητικά- από παντού,  μεταμορφωμένοι  ή όχι.
Η δημοσιογραφία έγινε κακόφημο επάγγελμα-όσο και η πολιτική. Η κρίση αντιπροσώπευσης είναι η κοινή ασθένεια  που απωθεί την κοινωνία από τα κομματα και τα ΜΜΕ..
Υπάρχουν αξιόλογοι  δημοσιογράφοι   με  ικανότητες στο ρεπορτάζ-ιδίως νέα παιδιά με θέληση, καλές σπουδές και ευρύ  πεδίο γνώσεων. Αλλά δεν υπάρχει δημοσιογραφία.   Γιατι δεν έχουν που να γράψουν. Δεν υπάρχουν μέσα ενημέρωσης για να απορροφήσουν το προϊόν   της δουλειάς τους.  Οι λίγες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Σε πόσα ΜΜΕ σημερα οι δημοσιογράφοι αξιολογούνται  με βάση την ακεραιότητα τους, ή την ικανότητα να αναζητούν και να υπερασπίζονται την αλήθεια; Η  αποκαλυπτική  δημοσιογραφία – αν μπορεί να είναι τίποτε άλλο πέρα από αποκαλυπτική η δημοσιογραφία-είναι ειδος σε ανεπάρκεια.  Οι λίγοι  εκπρόσωποί της  συκοφαντούνται από τα πιο ανυπόληπτα προσωπα .
Από τις παλιές μεγάλες εφημερίδες – που απεικόνιζαν τις δυο παρατάξεις  δημοσιογραφικά- η μια  είναι παγιδευμένη στις επιλογές του συγκροτήματος της και οι άλλες δυο αλλάξαν στρατόπεδο .
Εκεί  που κρεμούσαν οι καπεταναίοι τ άρματα , κρεμούν τα νταούλια οι λιβελλογράφοι και οι γελωτοποιοί του βασιλέως. Ποτέ άλλοτε  οι  επιχειρήσεις ΜΜΕ – αλλά και  συγκεκριμένοι δημοσιογράφοι – δεν ήταν τόσο  προκλητικά  όργανα  συμφερόντων, προπαγάνδας, υπεράσπισης  ακομη  και της ανομίας.   Απελπίζεται όποιος  συνειδητοποιεί  σε ποιους πέρασαν τα ΜΜΕ μετα τον Λαμπράκη, τη Βλάχου, ή τον Τεγόπουλο και ποιοι γίνονται  σημερα επιτελικά στελέχη.
Υπάρχει πολύ λίγος χώρος στα  μίντια  για πραγματική ενημέρωση και έντιμη κριτική.    Η προπαγάνδα δεν είναι ενημέρωση η χυδαιολογία  δεν είναι  αρθρογραφία, η, η  κομματική στράτευση δεν είναι δημοσιογραφία , ο πλουτισμός δεν είναι  αποστολή.   Δημοσιογραφία δεν νοείται με pay rolls και  φύτεμα ημέτερων δημοσιογράφων   στα ΜΜΕ,  ως αποδέκτες των  non papers.
Η  δημοσιογραφία του αφεντικού.
Το Διαδίκτυο δεν έφερε την άνοιξη . Υπάρχουν αξιοπρεπή ατομικά ή ομαδικά ιστολόγια  και    κάποια αξιόλογα  επαγγελματικά sites . Αλλά υπάρχουν και ιντερνετικοί οχετοί που πνίγουν κάθε έννοια  ενημέρωσης.  Ηλεκτρονικά μέσα στρατολογημένα – και χρηματοδοτούμενα- από κάθε είδους συμφέροντα.  Με  ύποπτες  επιδιώξεις και με πανάθλια εκφορά λόγου.
Εκτός από την κυριαρχία  οικονομικών παραγόντων  στα ΜΜΕ, η  δημοσιογραφία πλήττεται από δημοσιογράφους που – χωρίς  αίσθηση αποστολής και   επαγγελματική  ευσυνειδησία- υπηρετούν τις επιδιώξεις των <αφεντικών>.
Κάνουν  μπαμ από μακριά όσοι  έγιναν κυνηγοί ατομικής ευημερίας με θεμιτά και αθέμιτα μέσα: αμείβονται μέσω εταιριών,  έχουν εισοδήματα πολλαπλάσια του μισθού τους,  λειτουργούν ως  φερέφωνα και διαμεσολαβητές πολιτικών και οικονομικών παραγόντων- μερικοί λειτουργούν  ευθέως και ως πλασιέ προϊόντων- και επιδεικνύουν προκλητικά τα σύμβολα του πλούτου τους.
Αυτή η κατάσταση  δεν συσκοτιζει απλως την ενημέρωση. Καθιστά την ελευθεροτυπία  χωρίς αντίκρισμα.   Εξυπηρετεί την  εξουσία  γιατι την  απαλλάσσει από την κριτική, από το  φόβο της αποκάλυψης και τον έλεγχο.  Κρύβει όσα  συμβαίνουν πίσω από τις κουρτίνες σε βάρος της κοινωνίας.  Χωρίς  μαχόμενη δημοσιογραφία δεν υπάρχει  προστασία της δημοκρατικής τάξης.
Στο παρελθόν οι κομματικοί μηχανισμοι και η πολιτική εξουσία  περιόριζαν τη  φωνή των δημοσιογράφων  με διώξεις. Τώρα απλώς τους εξαγοράζουν-όπως τους πολιτικούς. Υπάρχουν στρατοί  στην υπηρεσία  πολίτικων παραγόντων, κομματικών μηχανισμών και επιχειρηματικών συμφερόντων- ταυτόχρονα ενίοτε. Καθημερινά  δρουν στα ΜΜΕ  δίκτυα παραπληροφόρησης  που ξεπερνούν  κάθε όριο ηθικής και   ευπρέπειας. Πρόσωπα  που εμφανίζονται ως δημοσιογράφοι  – ενίοτε με αγγελικό πρόσωπο-  κατασκευάζουν  αδίστακτα <ενημέρωση >με το αζημίωτο.
Σ αυτό το πεδίο  η  δημοσιογραφία που στήριζε δια της ανάδειξης της αλήθειας, τις ιδέες , την   ευημερία της κοινωνίας  και την  ενίσχυση της χώρας ,  ηττάται  διαρκώς.
Η Αριστερά  -ως φορέας κοινωνικής απελευθέρωσης και Δημοκρατίας   και ως  δύναμη κάθαρσης της πολιτικής και απελευθέρωσης της  αλήθειας -δεν έχει δυνάμεις να  ανταποκριθεί στο ρόλο της. Δέχεται  ανορθόδοξο  πόλεμο  από τη  διαπλοκή που συσπειρώνει τα πιο  τυχοδιωκτικά στοιχεία της ΄χώρας εναντίον της και γίνεται χλεύη των ηττημένων, των μιζαδόρων, των άξεστων και των εκφυλισμένων.
Οι νεότεροι ως ελπίδα
Σ αυτές τις συνθήκες  η ελληνική δημοσιογραφία  δυσκολεύεται να  βρει το ρόλο της, έτσι όπως ασκείται στο δυτικό κόσμο: υπερ της κοινωνίας δια  της ενημέρωσης. Αδέσμευτη και  έντιμη με  καθαρό προσανατολισμό   και επαγγελματική ακεραιότητα και των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων τους. Γι αυτό χάνει διαρκώς  την  εμπιστοσύνη του κοινού.
Για να την  ανακτήσει  πρέπει να   κατέχουν τα  ΜΜΕ κανονικοί εκδότες- επιχειρηματίες  και να μην είναι παραρτήματα άλλων δραστηριοτήτων, που όζουν ενίοτε. Και σ αυτό το πλαίσιο να γίνουν οι  δημοσιογράφοι  κύριοι διαχειριστές της είδησης- με τους λιγότερους δυνατούς περιορισμούς  και  χωρίς  έξωθεν δεσμεύσεις..
Πρωτίστως οι   πολίτες στηρίξουν εφημερίδες και  άλλα  ΜΜΕ στα οποία η επαγγελματική δημοσιογραφία  είναι σεβαστή , αποκαλυπτική και μαχόμενη.  Δεν ασκείται για   λογαριασμό κομμάτων,  πολιτικών και   επιχειρηματιών , αλλά υπερ του κοινωνικού συνόλου- στο  διακριτό  επιχειρηματικό, ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο που επιλέγει  κάθε ΜΜΕ.   Προφανώς είμαστε μακριά από αυτό το σημείο
 Ανέκαθεν οι   ιδιοκτήτες των ΜΜΕ  έπαιζαν παιχνίδια -πολιτικά κυρίως παλαιότερα.   Αλλά  υπήρχε δημοσιογραφία και οι  δημοσιογράφοι ήταν οι κυνηγοί της είδησης, όχι ιμάντες διαμεσολάβησης, ή <βαποράκια>,που λέει ο πολύπειρος φίλος μου Βασίλης Σκουρής.  Το πλεονέκτημα  τους ήταν   ότι  τους εμπιστευόταν οι πολίτες , επειδή  έκαναν  με επάρκεια, συνέπεια και ειλικρίνεια-με τις αποχρώσεις και τις αποκλίσεις τους.
Οι νέοι δημοσιογράφοι δεν  είχαν άλλο τρόπο να αναδειχθούν, από  το να γίνουν καλοί στη δουλειά  – και να την κάνουν υπερ της  εφημερίδας που δούλευαν , όχι υπέρ  του εαυτού τους, ή υπερ τρίτων.  Μάθαιναν να ζουν μόνο με τον μισθό τους και είχαν στόχο να αναδειχθούν, όχι να πλουτίσουν από τη  δημοσιογραφία.
Αυτοί οι δημοσιογράφοι λογοδοτούσαν μόνο στη συνείδηση τους και στους  διευθυντές τους . Και αυτοί οι διευθυντές   ήταν  πρωτίστως δάσκαλοι της δημοσιογραφίας. Σ αυτούς αφιερώνω το τελευταίο μου κείμενο….
Γιώργος Λακόπουλος
Του ΧΡΗΣΤΟΥ Ν. ΚΩΝΣΤΑ
Από χθες το πρωί είχε φανεί η δυσκολία στα μαθηματικά του μεγάλου συμβιβασμού.
Η απόφαση του Εuroworkingroup ήταν σαφής στην ασάφειά της: Η Ελλάδα αφού ολοκλήρωσε -όπως ολοκλήρωσε- την 4η αξιολόγηση δικαιούται να πάρει την δόση των 11,7 δις Ευρώ συν ένα ποσό που θα χρησιμοποιούσε για να προπληρώσει ένα μέρος των δανείων του ΔΝΤ που λήγουν μέχρι το 2023. Το ύψος του ποσού αποφασίσθηκε να καθορισθεί από τους Υπουργούς Οικονομικών στο Eurogroup.
  • Τελικά αποφασίσθηκε μια συνολική δόση 11,7 + 3,3 δισ=15 δισ Ευρώ
Τα δάνεια του Μνημονίου ΙΙ δηλαδή τα δάνεια του EFSF θα επιμηκυνθούν ώστε να διευκολυνθεί η Ελλάδα στις αποπληρωμές των οφειλών της. Το πόσο θα επιμηκυνθούν αποφασίσθηκε να καθορισθεί από τους Υπουργούς Οικονομικών στη συνεδρίαση του Eurogroup.
  • Τελικά αποφασίσθηκε 10 χρόνια επιμήκυνση + 10 χρόνια περίοδος χάριτος.
O Eυκλείδης Τσακαλώτος από την πρώτη στιγμή είχε ζητήσει η επιμήκυνση να είναι 10ετής και τα δάνεια του ΔΝΤ να εξοφληθούν στο σύνολό τους δηλαδή πάνω από 10,4 δις Ευρώ.
Η Γερμανία δέχθηκε να εγκαταλείψει τη θέση της περί 3 ετών επιμήκυνσης και να δεχθεί τα 5 χρόνια.
Το ΔΝΤ ζητούσε από την αρχή 15 χρόνια επιμήκυνση.
Η ικανοποίηση του ΔΝΤ είναι καθοριστική για να υπάρξει μία θετική έκθεση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους η οποία θα προστεθεί στην αντίστοιχη έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Όλες οι συνεδριάσεις πραγματοποιήθηκαν στο Λουλεμβούργο γιατί εκεί είναι η έδρα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας ESM που είχε την ετήσια Σύνοδό του. Οι Διοικητές του ESM είναι οι Υπουργοί Οικονομικών του Eurogroup και οι Διευθυντές του ESM είναι οι εκπρόσωποι των Υπουργών της Ευρωζώνης στο EuroWorkingGroup.
Από την απόφαση του Eurogroup έγινε σαφές ότι τα δώρα θα έχουν σκληρή επιτήρηση και αυστηρές προϋποθέσεις:
  • Η Ελλάδα δεσμεύεται διατηρεί πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% έως το 2022 και κατά μέσο όρο 2,2% του ΑΕΠ για την περίοδο 2023-2060.
  •  Η Ελλάδα θα επιτηρείται αυστηρότερα από οποιαδήποτε άλλη μετα-μνημονιακή οικονομία με ανα τρίμηνο επιθεωρήσεις του κουαρτέτου των θεσμών και με την υποχρεωτική λήψη επιπλέον εισπρακτικών μέτρων 5 δις Ευρώ (νέα μείωση συντάξεων το 2019 και η δεύτερη από την παρούσα κυβέρνηση μείωση του Αφορολόγητου ορίου από το 2020).
  • Η Ελλάδα δεσμεύεται να βρει λύση στο θέμα του επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ Ανδρέα Γεωργίου αλλά και των στελεχών του ΤΑΙΠΕΔ που ταλαιπωρούνται με δικαστικές διώξεις κι αυτό σημαίνει ότι τα δικαστικά τους έξοδα θα τα αναλάβει το Ελληνικό Δημόσιο.

    «Υπενθυμίσαμε ότι οι νομικές διαδικασίες κατά των εμπειρογνωμόνων του ΤΑΙΠΕΔ είναι θέμα έντονης ανησυχίας. Επίσης, υπάρχει ανησυχία για τις νομικές διαδικασίες εναντίον του πρώην προέδρου και άλλων στελεχών της ΕΛΣΤΑΤ σε ό,τι αφορά την αμφισβήτηση των στατιστικών στοιχείων. Το EuroGroup συνεχίζει να έχει πλήρη εμπιστοσύνη στα στοιχεία που επικύρωσε η Eurostat και κατατέθηκαν από την ΕΛΣΤΑΤ από το 2010 ότι είναι σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν σε όλα τα κράτη – μέλη. Το EuroGroup δίνει εντολή στους «θεσμούς» να συνεχίσουν να παρακολουθούν την εξέλιξη αυτών των υποθέσεων και τα αναφέρουν στο EG στο πλαίσιο της μεταμνημονιακής εποπτείας.»
Η Ελλάδα δεσμεύεται σ’ ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων με αυστηρό χρονοδιάγραμμα αποκρατικοποιήσεων και -προσοχή- με τη δυνατότητα του Eurogroup να επιβάλλει νέα μέτρα εάν κι εφόσον κριθεί απαραίτητο.
Το περιβόητο «γαλλικό κλειδί» και οι αυτόματες διευκολύνσεις για το Χρέος ανάλογα με την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας θάφτηκε κάτω από τις διαδικασίες διαρκούς επιτήρησης και έγκρισης των επόμενων διευκολύνσεων.
Στα θετικά της απόφασης του Eurogroup περιλαμβάνεται η επαναδιατύπωση της συμφωνίας για επιστροφή των κερδών των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών από ελληνικά ομόλογα, που είχε ανασταλεί κατά την περίοδο Βαρουφάκη. Tα κέρδη του 2014 από τα ομόλογα που έχουν οι κεντρικές τράπεζες (ANFAs – SMPs) θα επιστραφούν από τον ESM σε εξαμηνιαίες ισόποσες δόσεις, τον Ιούνιο και τον Δεκέμβριο, αρχής γενομένης από το 2018 μέχρι τον Ιούνιο του 2022 και θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για να μειώσουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες

Η Ελλάδα θα έχει το μοναδικό πλεονέκτημα στην Ευρωζώνη, παρά το τεράστιο μέγεθος του Χρέους της να μην καταβάλλει για τις

ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους ποσά μεγαλύτερα του 15% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα και κάτω του 20% του ΑΕΠ μακροπρόθεσμα.

«Η τσάντα και το τσαντάκι»: Το κείμενο από το Ανθολόγιο του δημοτικού που έχει «γράψει» στους 40+

Χθες βράδυ και ψάχνοντας στο διαδίκτυο για το πού μπορώ να βρω το Ανθολόγιο που είχα όταν πήγαινα στο Δημοτικό, έπεσα επάνω σε ένα από τα αγαπημένα μου κείμενα του Δημήτρη Ψαθά, «Η τσάντα και το τσαντάκι!».
Όσοι είστε της γενιάς μου, σίγουρα θυμάστε το Ανθολόγιο, για αυτό λοιπόν για να κλείσει ευχάριστα αυτή η εβδομάδα και με μνήμες από το Δημοτικό όπως η μυρωδιά της σάκας, της κασετίνας και του ψημένου τοστ από το κυλικείο, είπα σας το θυμίσω ώστε να το απολαύσετε και εσείς ξανά, όπως το απόλαυσα κι εγώ!
«Σπίθες πετούν τα μάτια της. Και καθώς στρέφει και κοιτά τον «κύριο»,αναταράζεται ολόκληρη. Κρατά μια τσάντα που την κουνά με τρόπο τόσο απειλητικό, ώστε νομίζεις πως θα του την φέρει στο κεφάλι.
– Τι συνέβη;
Πεισματώνει:
– Ούτε και γνωρίζω!
– Σου ‘δωσε ο κύριος χαστούκι;
Φρενιάζει.
– Εντελώς ξαφνικά
– Γιατί;
Τρέμει ολόκληρη:
– Ούτε και γνωρίζω.
– Είχατε προηγούμενα;
Παίρνει φόρα:
– Προηγούμενα; Εγώ μ’ αυτόν; Αστείο πράγμα. Ούτε τον ξέρω, ούτε με ξέρει. Ούτε του μίλησα, ούτε μου μίλησε. Ούτε τον κοίταξα, ούτε με κοίταξε. Αντιλαμβάνεσθε πως συνέβησαν τα πράγματα. Επήγαινα στην κουνιάδα μου στου Βεΐκου, κ. Πρόεδρε. Εγώ κατοικώ Κολιάτσου. 
Καθόμουν, λοιπόν, στο τραμ, κι απέναντι μου φάτσα με φάτσα καθόταν αυτός ο παλαβός.
Τρίζει τα δόντια του «αυτός»:
– Εγώ παλαβός! Με λέει παλαβό!
– Σιωπή εσύ.
– Βρίζει, κ. Δικαστά, ακούτε;
– Είπα σιωπή!
Τρέμει ολόκληρος:
– Με συγχωρείτε. Είμαι λιγάκι νευρικός.
Γυρίζει ο πταισματοδίκης στην κυρία:
– Ορίστε λέγε εσύ.
Φυσά και ξεφυσά:
– Λοιπόν ήλθε ο εισπράκτωρ, μου ζήτησε το εισιτήριο μου, έβγαλα τα λεπτά, του τα έδωκα.
Eκοψε απ’ το μπλόκ το εισιτήριο, μου το έδωκε. Αντιλαμβάνεσθε, κ. Πρόεδρε. Ύστερα ήλθε ο επιθεωρητής, μου ζήτησε το εισιτήριο μου, του το έδωκα. Το κοίταξε, το έκοψε λιγουλάκι, μου το έδωκε.
– Λοιπόν;
– Ο κύριος με αγριοκοίταξε
– Γιατί;
– Ούτε και γνωρίζω
Λυσσά ο «κύριος»:
– Να σας πω εγώ, κ. Πταισματοδίκα.
– Εσύ να πάψεις!
– Λέει, δε γνωρίζει γιατί την αγριοκοίταζα. Και μ’ εκνευρίζει.
– Πάψε, σου είπα!
– Με συγχωρείτε, κ. Δικαστά. Είμαι λιγάκι νευρικός…
Ανάβει και κορώνει, ο πταισματοδίκης:
– Αν είσαι λιγάκι νευρικός, σε στέλνω μέσα και σου περνούν τα νεύρα σου. Σου το λέω για τελευταία φορά, να μην παρεμβαίνεις. Ακούς;
– Μάλιστα, κ. Πρόεδρε.
– Θέλεις να πας μέσα;
– Όχι, κ. Πρόεδρε.
Αγαθός φαίνεται. Στρογγυλοπρόσωπος. Και υποφέρει. Στέκεται εκεί, λίγο παραπέρα, δαγκώνει τα χείλη, τρώει τα μουστάκια, βγάζει μαντίλι, σκουπίζει τον ιδρώτα, στρίβει το μαντίλι, το ανοίγει, το τραβά, το ξαναστρίβει. Μάλλον κοντός. Μεσόκοπος. «Λιγάκι» νευρικός. Παίζουν τα μάτια του, παίζουν τα χέρια του, παίζουν οι ώμοι του, παίζουν τα πόδια του. Μόλις σηκώνει την κουδούνα ο πταισματοδίκης, μαζεύεται. Ύστερα γυρίζει, βλέπει την κυρία, καρφώνει τα μάτια στο τσαντάκι της και φρίτει. Κάτι συμβαίνει εκεί! Εκεί, στο τσαντάκι, προφανώς, είναι η αιτία του κακού.
– Εξακολούθει, εσύ
Αναστενάζει η κυρία:
– Και ξαφνικά που λέτε, χωρίς κανένα λόγο, χωρίς καμιά, καμιά, καμιά αιτία, μου αστράφτει ο κύριος ένα χαστούκι. Αντιλαμβάνεσθε! Χαστούκι εμένα, που ο ίδιος ο σύζυγος μου, κ. Πρόεδρε, δεν τόλμησε ποτέ να μου απλώσει χέρι. Χέρι; Τι λέω! Μια φορά που τόλμησε να μου πει μισή κουβέντα, έτρεξα στους δικηγόρους να ζητήσω διαζύγιο. Κι ο Γιάννης έπεσε στα πόδια μου. « Φανίτσα και Φανίτσα!» Αντιλαμβάνεσθε. Χαστούκι εμένα! Που μ’ έχει ο σύζυγος μου μη στάξει και μη βρέξει. Ρωτείστε, παρακαλώ, πλατεία Κολιάτσου, Φανή Γελαδινού, του μηχανικού.
Απαιτώ να κρεμαστεί εις την Πλατείαν του Συντάγματος! Ούτε πολύ ούτε ολίγον!
– Καλά, καλά.
– Να μάθει τρόπους!
– Πήγαινε!
– Χαστούκι στη Φανή Γελαδινού!
– Στάσου παραπέρα.
– Παρακαλώ, μες στην Πλατεία του Συντάγματος!
Χάνει την υπομονή του ο πταισματοδίκης και χτυπά με μανία την ανάποδη του μολυβιού στην έδρα του. Σωπαίνει, επιτέλους, η κυρία και καλείται ο κύριος, που δαγκώνει τα μουστάκια και στρίβει το μαντίλι, για να κρατήσει την ψυχραιμία και τα νεύρα του.
– Έδωσες, πράγματι, χαστούκι;
– Μάλιστα, κ. Πρόεδρε.
– Την ξέρεις;
– Όχι κ. Πρόεδρε.
– Ώστε ομολογείς;
– Μάλιστα, κ. Πρόεδρε.
– Την έχεις δει άλλη φορά;
– Όχι, κ. Πρόεδρε.
– Τότε λοιπόν;
– Είμαι λιγάκι νευρικός!…
-Ωραία δικαιολογία! Σπουδαία δικαιολογία! Επειδή είναι νευρικός ο κύριος, χαστουκίζει τους ανθρώπους μες στο τραμ! Και μάλιστα κυρίες! Ομολογώ πως είμαι κατάπληκτος!
– Κι εγώ, κ. Πρόεδρε.
– Σιωπή!
– Είμαι συντετριμμένος, κ. Πρόεδρε. Το ομολογώ. Ήταν μια στιγμή παραφοράς. Να σας εξηγήσω, κ. Πρόεδρε. Επιτρέπετε να σας εξηγήσω;
– Λέγε.
Αναπνέει βαθιά:
– Ήμαστε μες στο τραμ. Εδώ εγώ, αυτή εκεί. Καθόταν απέναντι μου, καθόμουν απέναντί της. Ακούστε τώρα! Έρχεται ο εισπράκτωρ, της ζητά το εισιτήριο.Ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσαντάκι, ταλεφτά, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, δίνει τα λεφτά της στον εισπράκτορα.
– Λοιπόν;
– Της δίνει ο εισπράκτωρ το εισιτήριο. Ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, βάζει μέσα το εισιτήριο, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα.
– Λοιπόν, λοιπόν;
Αναπνέει βαθιά:
– Της δίνει ο εισπράκτορας τα ρέστα. Τα παίρνει. Ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, βάζει μέσα τα ρέστα, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα.
Στριφογυρίζει στην καρέκλα του ο πρόεδρος.
– Ουφ!
– Είσθε νευρικός, κ. Πρόεδρε;
– Προχώρει.
– Όχι παρακαλώ, είσθε;
– Χωρίς ερωτήσεις.
– Θερμώς παρακαλώ, κ. Πρόεδρε…
– Όχι! Κι αν ήμουν, δε θα έφθανα ποτέ στο σημείο να χαστουκίσω μια κυρία μες στο τραμ.
Λέει με συντριβή:
– Τότε καταδικάστε με κ. Πρόεδρε. Δε θα με καταλάβετε ποτέ.
– Αυτό είναι δική μου δουλειά. Λέγε τελείωσες;
Σκουπίζει τον ιδρώτα, στραγγίζει το μαντίλι. Παίζουν τα μάτια του, παίζουν τα χέρια του, αναστενάζει:
– Όχι, δεν ετελείωσα. Ησύχασα που λέτε για μια στιγμή και έλεγα ότι τελείωσε αυτό το βάσανο. Μαύρη ησυχία. Έξαφνα η κυρία ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, βγάζει ένα καθρεφτάκι, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα. Κοιτάζεται λίγο στο καθρεφτάκι. Κι ύστερα ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, βάζει μέσα το καθρεφτάκι, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα.
Θολώνει το μάτι του πταισματοδίκου. Ιδρώτας τρέχει απ’ το μέτωπο του. Αρπάζει την κουδούνα, την αφήνει, στροφογυρίζει, βουτάει τα χαρτιά, θα σκάσει:
– Ούφ!
– Να σταματήσω, κ. Πρόεδρε;
– Φτάσε στο χαστούκι.
– Είναι παρακάτω.
– Λέγε. Μ’ έσκασες!
– Έτσι μ’ έσκασε κι εμένα.
– Τελείωνε.
Παίρνει βαθιάν ανάσα:
– Ησύχασε πάλι για δυο δευτερόλεπτα. Ησυχάζω κι εγώ. Αλλά πάλι, μαύρη ησυχία. Έρχεται ο επιθεωρητής, της ζητά το εισιτήριο, ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, δίνει το εισιτήριο, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα.Της επιστρέφει ο επιθεωρητής το εισιτήριο. Ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσαντάκι…
– Αναπηδά ο πρόεδρος:
– Φτάνει!
– Βάζει μέσα το εισιτήριο…
– Σώνει!
– Κλείνει το μικρό τσαντάκι…
– Αρκετά!
– Ανοίγει την μεγάλη τσάντα…
Γουρλώνει τα μάτια του:
– Πάψε, σου είπα!
– Βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι…
Εξαλλος τινάζεται επάνω:
-Αθώος ! Αθώος ! Καλά της έκανες!

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ
Συνέντευξη στον Θοδωρή Αντωνόπουλο
«…σε περιπέτειες που δεν φαντάζεσαι…» 
Από τους αγνότερους εκπροσώπους μιας γενιάς που οραματίστηκε το θρίαμβο του σοσιαλισμού επί της βαρβαρότητας, ξαπόστειλε θαρραλέα το ωραίο όνειρο όταν αποδείχτηκε εφιάλτης, αφήνοντας τις «κόκκινες» πολιτείες για τις «πράσινες»: H ολιστική οικολογία και τα εναλλακτικά δίκτυα κοινωνικής οργάνωσης είναι, λέει, η μόνη μας βιώσιμη ελπίδα απέναντι στον «χρηματιστηριακό ιμπεριαλισμό» που σαρώνει τον πλανήτη. Και, πάνω απ’ όλα, ο έρωτας – «πολιτισμό και προϋπόθεση ελευθερίας» τον χαρακτηρίζει, κι αν τον ακούσεις να μιλά γι’ αυτόν μαγεύεσαι.

Εμφύλιος, φυλακές, βασανιστήρια, αγώνες, διώξεις, εξορίες… Μια ζωή σαν παραμύθι, κι όμως, εντελώς πραγματική, αποτυπωμένη σε κάθε ρυτίδα του προσώπου αυτού του λεβεντάνθρωπου. Σήμερα, στα ογδόντα τόσα χρόνια του, ο συγγραφέας τού «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» και του «Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;» παραμένει μαχητής («Δεν άλλαξα το σύστημα, αλλά ούτε εκείνο θα με αλλάξει»), εξακολουθεί να γράφει, αν και αναρωτιέται πού να τοποθετήσει τους ήρωές του «αφού θα κινδυνεύουν διαρκώς με σύλληψη, ξύλο ή απέλαση!», και μένει σε ένα νοικοκυρεμένο αγρόκτημα στο Μικροχώρι Καπανδριτίου απ’ όπου δίνει, λέει, «την ύστατη μάχη της ζωής του». Δεν κατεβαίνει Αθήνα, δεν έχει καν Internet –κι όμως, στη σελίδα που του έφτιαξαν στο facebook «μετρά» πολυάριθμους «φίλους»!– και μοιράζεται τις μέρες του με τη Ρηνιώ, τα βιβλία, τα δέντρα και τα δυο σκυλιά του: η καλύτερη πατρίδα για έναν αληθινό «σύντροφο».
 
Το 2010 βρήκε μια Ελλάδα χρεοκοπημένη, στο έλεος της Κομισιόν, του ΔΝΤ και των διεθνών αγορών. Περιμένατε, αλήθεια, μια τέτοια εξέλιξη;
Όχι, βέβαια. Το ίδιο, νομίζω, ισχύει και για τον μέσο Έλληνα. Η κοινωνία όλη έπαθε εγκεφαλικό… Στην εποχή, βλέπετε, του καταιγισμού της πληροφορίας ο πολίτης παραμένει τραγικά απληροφόρητος. Και… καλά αυτός, οι τύποι που ορκίστηκαν να υπερασπιστούν τα συμφέροντα της χώρας και του λαού της τι διάολο κάνανε τόσα χρόνια; Ή είναι παντελώς ανίκανοι ή πράκτορες ξένων συμφερόντων. Ολόκληρο το πολιτικό σύστημα – κυβέρνηση, κόμματα συνδικάτα…

Δεν φέρει, όμως, κι ο μέσος Έλληνας μια κάποια ευθύνη;
Φυσικά, στο βαθμό που ανέχτηκε κι εκμεταλλεύτηκε κάποιες καταστάσεις. Αλλά, καθώς είπα, υπήρξε και απληροφόρητος. Χάρη στην κρίση αντιληφθήκαμε επιτέλους ότι περάσαμε στο χρηματιστηριακό στάδιο του καπιταλισμού. Βρισκόμαστε μπροστά σε πολλές δικτατορίες. Ένας χρηματιστηριακός ιμπεριαλισμός σαρώνει τον πλανήτη. Και δεν παράγει πλούτο (παρά μόνο για τους λίγους), παράγει όμως «φούσκες». Η τοκογλυφία καθορίζει τη μοίρα λαών, αλλάζει κυβερνήσεις, κλέβει πόρους.

Ακούγεστε απαισιόδοξος.
Είμαι, διότι βλέπω, δυστυχώς, να τρεμοσβήνει η σπίθα που μεταμορφώνει τον άνθρωπο από σκλάβο σε επαναστάτη, από οπαδό σε πολίτη. Στην εποχή μου η εξουσία ασκούσε βία στο κορμί μας. Σήμερα κάνει «λοβοτομή», μας καθιστά άβουλα αντικείμενα παραγωγής και κατανάλωσης προϊόντων. Την οποία κατανάλωση βεβαίως προωθεί η διαφήμιση, ένα καρκίνωμα που καβαλά σε κάθε δημιουργία τσαλαπατώντας την ανθρώπινη σκέψη. Ένα παρασιτικό, χυδαίο φαινόμενο, που ουδείς ενοχλείται γιατί κρατά απ’ το λαιμό τα ΜΜΕ.


Δηλαδή, δεν υπάρχει ελπίδα;
Καμιά χώρα σήμερα δεν μπορεί να ονειρεύεται ένα ελεύθερο μέλλον. Πώς να πείσεις την Τουρκία, π.χ., να μη χτίσει πυρηνικά εργοστάσια που σε περίπτωση ατυχήματος θα κάνουν όλους τους γείτονές της «ραδιενεργούς»; Και μην ακούτε τα περί ασφαλούς πυρηνικής ενέργειας, κολοκύθια στο πάτερο είναι! Ή πώς να πείσεις την BP να μην κάνει γεωτρήσεις στον Κόλπο του Μεξικού, όταν το μόνο που τη νοιάζει είναι πόσα σεντς θα κοστίσει την ώρα η αποκατάσταση της τεράστιας διαρροής; Η κοινωνία, βεβαίως, μεταβάλλεται – και μέσα στην κρίση η σπίθα που λέγαμε μπορεί να γίνει φλόγα, ανεβάζοντας το λαό στο επίπεδο της ιστορικής του συνείδησης. Έτσι, ναι, ίσως υπάρξει ελπίδα. Από πεφωτισμένους ηγέτες και σωτήρες χορτάσαμε!

Τι να κάνουμε με το χρέος της χώρας, να το πληρώσουμε ή όχι;
Δεν ξέρω, δεν είμαι οικονομολόγος. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, χρειάζεται να αλλάξουμε. Να αποσυμφορήσουμε την Αθήνα, να τονώσουμε την επαρχία, να ξαναβρούμε τις αξίες τού ευ ζην, να στραφούμε σε άλλες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Ήδη ακούω για πρωτοβουλίες νέων αγροτών στη Θεσσαλία και αλλού, που έχουν καταργήσει το χρήμα κι ανταλλάζουν προϊόντα και υπηρεσίες.

«Η αστική δημοκρατία είναι ένας σκελετός» είχατε πει. Υπάρχει, όμως, αξιόπιστη εναλλακτική;
Κοιτάξτε, το σύστημα δεν ανατρέπεται συνολικά. Σπάει, όμως, σε μικρά κομμάτια κι έτσι μπορεί να το ελέγξουμε. Το πρόβλημα δεν είναι να κατακτήσουμε πολλές μικρές ελευθερίες, όπως έλεγε ο Μαρκούζε, αλλά να ανατρέψουμε κατ’ αρχήν το κομμάτι του συστήματος που έχουμε εσωτερικεύσει. Μόνη διέξοδος είναι η ολιστική οικολογική σκέψη, φιλοσοφία, συμπεριφορά. Η πραγματική οικολογία καταργεί την εξουσία, προωθεί την άμεση δημοκρατία, την αποκέντρωση, τις μικρές αλληλέγγυες κοινότητες, την εναλλακτική τεχνολογία.

Με τους έλληνες Πράσινους έχετε επαφές;
Είχα, αλλά διαφωνούμε – γιατί η οικολογία, πιστεύω, αξίζει μόνον ως αυθόρμητο κίνημα, διαφορετικά ενσωματώνεται στο σύστημα. Καλός ο ακτιβισμός, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται να γίνει τρόπος σκέψης και ζωής του καθενός. Και, κατ’ αρχήν, οικολογία και ανθρωποκεντρισμός δεν συμβιβάζονται.

Η Αριστερά;
Δεν ξέρω τι σημαίνει πια Αριστερά. Οι ταμπέλες; Τα λάβαρα; Η Αριστερά που γνώρισα πάλευε με τον πολιτισμό και, όταν χρειάστηκε, με το τουφέκι. Πάλευε, έστω, με τα λάθη της. Σήμερα, όμως, δεν παράγει τίποτε. Στον Συνασπισμό τριάντα χρόνια τώρα σκοτώνονται – ξεφτίλα. Στο ΚΚΕ βγαίνει η Αλέκα και μιλά λες και διαβάζει έκθεση της β’ λυκείου…

Έχουμε, όμως, ακόμα «αντάρτικο» – πόλεων…
Το «αντάρτικο» αυτό, η τρομοκρατία που λέμε, πιθανόν να χρησιμοποιείται από κάποιους κύκλους, πιθανόν να είναι απλώς κάποια τρελόπαιδα – δεν εννοώ, βέβαια, τους δολοφόνους. Αλλά δεν είμαστε στον 19ο αιώνα. Αν είστε μάγκες, αντί να σπάτε βιτρίνες και να βάζετε γκαζάκια, κατακτήστε την τεχνολογία, σπάστε τους κωδικούς των τραπεζών και μοιράστε τα λεφτά στον κόσμο.


Είπατε κάποτε «ευτυχώς που δεν νικήσαμε», αναφερόμενος στον Εμφύλιο.
Ναι, γιατί αλλιώς θα ήμασταν πολλές δεκαετίες πίσω – και όσοι σκεφτόμαστε διαφορετικά θα βλέπαμε τα ραδίκια ανάποδα! Θυμάμαι τους καθοδηγητές… καθίκια σκέτα. Αυτοί υπουργοί; Θεός φυλάξοι!

«Ο έρωτας είναι το πιο προσωπικό καταφύγιο του ανθρώπου, η πιο απελευθερωτική του διαδικασία» έχετε πει. Θα μας έσωζε, πιστεύετε, ο έρωτας;
Στα χρόνια της χολέρας πού να τον βρεις τον έρωτα! Σεξ βρίσκεις άφθονο, πορνό επίσης, έρωτα όμως… Ο άνθρωπος γίνεται μονοσήμαντος, αποσυναισθηματοποιείται, αποξηραίνεται εσωτερικά από το άγχος μιας βάρβαρης, ανήθικης πραγματικότητας. Το σύστημα καθαγιάζει τη βία και τον πόλεμο και ενοχοποιεί τον έρωτα, τη φωτιά της ζωής… έγραφε ο Μπορίς Βιάν. Είναι, βλέπεις, αντιπαραγωγικός και δυνάμει ανατρεπτικός. Η σεξουαλική απελευθέρωση κατάντησε ένα καταναλωτικό αλισβερίσι, το σεξ έγινε εμπόρευμα, όπως και η αμφισβήτηση – δες τον Τσε…

Ελάχιστοι παλιοί αριστεροί ύμνησαν τον έρωτα όπως εσείς. Είχατε «τολμήσει» να μιλήσετε ακόμα και στο περιοδικό «Κράξιμο» της τραβεστί Πάολας…
Ναι, υπήρξαν εποχές που η Αριστερά υπήρξε συντηρητική, σεμνότυφη. Εγώ δεν έγινα κομπλεξικός, γιατί από μικρό με αγαπούσαν οι γυναίκες! Με τη Ρηνιώ είμαστε μαζί 47 χρόνια κι ακόμα αγαπιόμαστε. Ούτε χαλιόμουνα ποτέ με το πώς τη βρίσκει ο καθένας, ο έρωτας είναι παντού και πάντα ίδιος. Ο ερωτευμένος ανθίζει, μεταβάλλεται, ο έρωτας είναι πολιτισμός και προϋπόθεση ελευθερίας, θέλει όμως χώρο σε μυαλό και ψυχή για να υπάρξει.

Τι σας κράτησε, αλήθεια, ζωντανό τα χρόνια της φυλακής;
Η πεποίθηση ότι συμμετείχα σε ένα παγκόσμιο όνειρο. Νομίζαμε πως πλάθαμε ιστορία. Ήμασταν πλούσιοι σε ψευδαισθήσεις, βλέπαμε ακόμα και τους βασανιστές με επιείκεια. Αυτή η ιδεολογία ως άρωμα ενός νέου κόσμου με κράτησε άνθρωπο. Δίχως κακία, δίχως μίσος, αλλά με κάποια σοφία, που ωστόσο μοιάζει άχρηστη πλέον… Γι’ αυτό και απελπίζομαι βλέποντας σημερινά παιδιά να αντιγράφουν πολιτικά τη γενιά μου – μα τίποτα καινούργιο δεν υπάρχει;


Δορυφόροι-κατάσκοποι, συστήματα παρακολούθησης, κάμερες παντού… Βαδίζουμε, λέτε, σε μια κοινωνία οργουελιανή;
Μα έχουμε ξεπεράσει ήδη τον Όργουελ. Ο Χάξλεϊ ακούγεται πιο προχωρημένος, γιατί στη δική του δυστοπία τα βιβλία δεν καίγονται – απλώς δεν ενδιαφέρουν πια τους ανθρώπους.

Με την επίσημη πολιτική δεν ασχολείστε πια;
Όχι, αλλά μήτε έχω αποσυρθεί, όπως με αγένεια μου είπαν κάποτε. Δίνω πλέον την ύστατη μάχη μου. Δεν κατάφερα να αλλάξω το σύστημα, όμως δεν θα επιτρέψω ούτε σ’ αυτό να με αλλάξει. Με ρωτούν άλλοτε πώς αντέχω τη μοναξιά εδώ στο χωριό. Θρασύτατη ερώτηση – η πραγματική μοναξιά είναι στις πόλεις! Έχω τη Ρηνιώ, τους φίλους, τα σκυλιά μου, τα δέντρα και μια κόλλα χαρτί που μπορεί να σε ανοίξει σε περιπέτειες που δεν φαντάζεσαι…


ΕΑΣ Θηβών

«Χωρίς προβλήματα έχει ολοκληρωθεί στην περιοχή ο αλωνισμός», αναφέρει στον ΑγροΤύπο ο διευθυντής της ΕΑΣ Θηβών, Στέλιος Πανάγαινας. «Οι παραγωγές είναι πολύ καλές στα περισσότερα χωράφια. Στα αρδευόμενα αλλά και σε αυτά που έρχονται από αμειψισπορά, οι αποδόσεις φτάνουν τα 600 κιλά ανά στρέμμα ενώ και ποιοτικά η εικόνα είναι εξίσου καλή. Υπάρχουν όμως και ξηρικά χωράφια τα οποία επηρεάστηκαν περισσότερο από την ανομβρία και η απόδοσή τους φτάνει στα 150 κιλά. Έχουμε όμως και καλή ποιότητα, στα περισσότερα σιτάρια το ειδικό βάρος είναι πάνω από 77 kg/hl. Σε επίπεδο πρωτεϊνών νομίζω ότι είμαστε πάνω από το 12,5%.
Στην περιοχή οι έμποροι προχωρούν σε αγορές με «ανοικτές» τιμές. Η ΕΑΣ δίνει προκαταβολή 10 λεπτά και εκκαθάριση στα τέλη Ιουλίου. Πέρσι το εμπόριο ξεκίνησε από τα 22 λεπτά το κιλό και στη συνέχεια έπεσε στα 18 λεπτά γιατί είχαμε κακή ποιότητα. Φέτος που έχουμε καλή ποιότητα η αγορά θέλει να δώσει την ίδια τιμή δηλαδή 18 λεπτά το κιλό.
Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο συνεταιρισμός εφαρμόζει για τέταρτη χρονιά πρόγραμμα συμβολαιακής γεωργίας με την εταιρεία «Δημητριακή», στο πλαίσιο του οποίου φέτος δίνουμε μια μίνιμουμ τιμή 20 λεπτών το κιλό, εφόσον ο παραγωγός «πιάσει» συγκεκριμένες προδιαγραφές (τουλάχιστον 70% υαλώδη, ειδικό βάρος από 77 kg/hl και πάνω, πρωτεΐνη από 12,5% και πάνω). Πάντως οι παραγωγοί φαίνεται να είναι επιφυλακτικοί να υπογράψουν συμβάσεις και φέτος αναμένεται να συγκεντρώσουμε με το πρόγραμμα περίπου 600 – 700 τόνους».

Μακεδονικό: Τι αφήνει πίσω της η συμφωνία

Λίγες ημέρες μετά την συμφωνία των Πρεσπών, το inside story συνομιλεί με τον Δημήτρη Χριστόπουλο και τον Κωστή Καρπόζηλο, συγγραφείς του βιβλίου «10+1 ερωτήσεις και απαντήσεις για το Μακεδονικό», για την δεκαετία του ’90, τους συμβιβασμούς των δύο πλευρών και τους εθνικούς μύθους.
Την δεκαετία του 1990, ο Κωστής Καρπόζηλος μεγαλώνει στα Γιάννενα. Είναι στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όταν θέμα όλης της πόλης είναι τα συλλαλητήρια για την Μακεδονία, στα οποία τα σχολεία όπως το δικό του και άλλα συμμετέχουν.
Μέσα σε μια τεταμένη ατμόσφαιρα που, όπως ο ίδιος θυμάται, ουσιαστικά αποκλείει την οποιαδήποτε εναντίωση απέναντι στην κυρίαρχη στάση, εκείνος αναπτύσσει μια ενστικτώδη άρνηση. Οι περιστάσεις γίνονται αφορμή για να γράψει και το πρώτο του κείμενο, μαθητής ακόμα, με το οποίο αντιτίθεται στα συλλαλητήρια. «Υπάρχει μια στιγμή από τότε που μου έχει καρφωθεί στο μυαλό», θυμάται, μιλώντας στο inside story. «Είναι καλοκαίρι, προεκλογική περίοδος των ευρωεκλογών του 1994, όταν στην Θεσσαλονίκη έχουν ομιλία οι υποψήφιοι ευρωβουλευτές του ΚΚΕ, Θεωνάς και Εφραιμίδης. Οπότε, κάποιος ακροδεξιός τους επιτίθεται και τους μαχαιρώνει λόγω των απόψεών τους στο Μακεδονικό».
Περίπου την ίδια χρονική περίοδο, όντας κάποια χρόνια μεγαλύτερος, ο Δημήτρης Χριστόπουλος ολοκληρώνει τις σπουδές του και παρακολουθεί τη Γιουγκοσλαβία να διαλύεται. «Στο τελευταίο μάθημα που είχαμε στο πανεπιστήμιο, μαθαίναμε για μια βασική αρχή του δημοσίου δικαίου, η οποία αφορά το συλλογικό δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση. Αυτό περιλαμβάνει το δικαίωμα να ελέγχουν την ταυτότητά τους, τους πόρους τους κ.ο.κ», λέει. Όταν ρωτά τον καθηγητή του συγκεκριμένου μαθήματος εάν η Ελλάδα παραβιάζει με κάποιον τρόπο το συγκεκριμένο δικαίωμα της γειτονικής χώρας, εκείνος του απάντά: «Ναι, αλλά προέχουν τα εθνικά συμφέροντα».
«Οπότε, εκεί κατάλαβα μια διάσταση η οποία έκτοτε έχει σημαδέψει όλη την πορεία της ελληνικής θέσης στο ζήτημα», υπογραμμίζει ο Χριστόπουλος. «Πως κατ’ ουσίαν, σημασία δεν έχει τι είναι δίκαιο και όχι. Σημασία έχει τι θεωρείται εθνικό».
Ο συμβιβασμός της ονομασίας
Από τότε έχουν περάσει πολλά χρόνια. Συναντηθήκαμε ένα πρωινό του Ιουνίου, όταν ανακάλεσαν τα παραπάνω περιστατικά. Ο Δημήτρης Χριστόπουλος είναι πλέον καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Παντείου Πανεπιστημίου και πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (FIDHInternational Federation for Human Rights). Ο Κωστής Καρπόζηλος είναι ιστορικός και διευθυντής των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙΑρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας).

christopoulos.jpg

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος.
Αφορμή για την συνάντησή μας ήταν οι εξελίξεις για το ονοματολογικό της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας –υπεγράφηΠρέσπες: Υπεγράφη η συμφωνία για το ονοματολογικό | Η Καθημερινή η σχετική συμφωνία την προηγούμενη Κυριακή στις Πρέσπες ανάμεσα στους πρωθυπουργούς και τους υπουργούς εξωτερικών των δύο χωρών, με βάση την οποία η χώρα μετονομάζεται σε Βόρεια Μακεδονία– και το βιβλίο τους 10+1 ερωτήσεις και απαντήσεις για το Μακεδονικό (εκδ. Πόλις) που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες.
Σχετικά με τη συμφωνία, σύμφωνα με τον Δημήτρη Χριστόπουλο είναι απαραίτητο για να μπορέσει να λυθεί μια τέτοιου είδους ταυτοτική διαφορά να γίνονται εκατέρωθεν συμβιβασμοί. «Οι συμβιβασμοί αυτοί δεν αρέσουν σε μερίδες της κοινής γνώμης εξου και θεωρούνται “καίρια” ή “ανυπέρβλητα” εμπόδια που θα έπρεπε να είχαν αποτρέψει την υπογραφή της Συμφωνίας», σημειώνει. «Για την πλευρά των γειτόνων μας», συνεχίζει, «ο συμβιβασμός φωνάζει: “Η Μακεδονία άλλαξε το όνομα της”, όπως έγραφε σύσσωμος ο διεθνής τύπος την προηγούμενη βδομάδα. Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία του διεθνούς δικαίου που μια χώρα αλλάζει το όνομά της εξαιτίας μιας διένεξης με μιαν άλλη».
Όσον αφορά τον συμβιβασμό της δικής μας πλευράς, προσθέτει, εντοπίζεται στο ότι η Ελλάδα «αναγνωρίζει το ως σήμερα “ανύπαρκτο”. Μια “τεχνητή” γλώσσα, ένα “ιδίωμα”, μια “διάλεκτο της βουλγαρικής” στην καλύτερη περίπτωση: την μακεδονική γλώσσα. Τέλος, αναγνωρίζει ένα άλλο “τεχνητό” δημιούργημα: την μακεδονική ιθαγένεια». «Το ερώτημα είναι λοιπόν απλό», καταλήγει ο Χριστόπουλος: «Είναι έντιμος ο συμβιβασμός αυτός ή όχι;»

zaevtsipras000_16339f.jpg

Οι δύο πρωθυπουργοί αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας στις Πρέσπες. [Sakis Mitrolidis/AFP]
«Η απάντηση είναι πως ένας συμβιβασμός είναι έντιμος αν η κάθε πλευρά μπορεί να τον στηρίξει, να τον νιώσει στοιχειωδώς ως “δικό” της, δίχως να της αφήνει αισθήματα ταπείνωσης. Και τα αισθήματα ταπείνωσης που σίγουρα υπάρχουν και στις δύο πλευρές πρέπει, κατά κάποιον τρόπο, να είναι συμμετρικά και ανάλογα. Αν δηλαδή στα Σκόπια πανηγύριζαν και στην Αθήνα διαμαρτύρονταν (ή το αντίστροφο), κάτι δεν θα πήγαινε καλά με τη Συμφωνία. Όμως και στην Αθήνα και στα Σκόπια, η Συμφωνία σήκωσε μεγάλη μουρμούρα και ρητορική για εθνική μειοδοσία των αντίστοιχων κυβερνήσεων. Αυτό μάλλον δείχνει ότι κάτι καλό έγινε», συμπληρώνει.
Οι εθνικοί μας μύθοι
Το 10+1 ερωτήσεις και απαντήσεις για το Μακεδονικό είναι ένα απλό και ολιγοσέλιδο βιβλίο, με χαρακτήρα εγχειριδίου, που ο Δημήτρης Χριστόπουλος και ο Κωστής Καρπόζηλος αποφάσισαν να γράψουν από κοινού την περίοδο της αναβίωσης των συλλαλητηρίωνΣτον αστερισμό των συλλαλητηρίων | Η Καθημερινή για το ζήτημα. Όπως λένε, σκοπός τους ήταν να είναι προσβάσιμο σε ανθρώπους που δεν είναι συνηθισμένοι στην ανάγνωση ακαδημαϊκών βιβλίων, και ταυτόχρονα να λειτουργήσει ως ερέθισμα για να μπορέσουμε να αναμετρηθούμε με τους εθνικούς μας μύθους, αλλά και τις σκοπιμότητες που αυτοί εξυπηρετούν.
Τελικά υπάρχει μακεδονική γλώσσα ή έθνος; Είναι κράτος ή κρατίδιο και γιατί; Είναι η Μακεδονία μόνο μια και ελληνική; Αυτά είναι ορισμένα από τα ερωτήματα που πραγματεύεται το βιβλίο.

karp.jpg

Ο Κωστής Καρπόζηλος.

«Σε όλα τα έθνη της Ευρώπης, οι εθνικές μυθολογίες ανάγονται στην ίδια την συγκρότησή τους», εξηγεί ο Καρπόζηλος. «Κάθε έθνος έχει τη δική του εσωτερική μυθολογία, που δικαιολογεί την ύπαρξή του. Αν το σκεφτεί κανείς, και στην Ελλάδα έχουμε αρκετούς (π.χ. Αγία Λαύρα, κρυφό σχολειό). Στην περίπτωση του Μακεδονικού, όμως, υπάρχει ένας μύθος, ή μάλλον ένα ζήτημα, που είναι αρκετά καινούριο. Αλλά είναι ίσως αυτό που απασχολεί τους περισσότερους που αντιδρούν στην προοπτική της επίλυσης: πρόκειται για την Αρχαιότητα».

Στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου τους, οι συγγραφείς επιχειρούν να καταδείξουν ότι η συζήτηση που συνδέει την αρχαιότητα με το ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής χώρας είναι στην πραγματικότητα σχετικά πρόσφατη. «Όταν δηλαδή ο Παύλος Μελάς ή ο Ίωνας Δραγούμης βρίσκονται στην Μακεδονία, και αφού παθιάζονται με την γεωγραφική της περιοχή γράφουν γι΄ αυτήν, ή όταν η Πηνελόπη Δέλτα γράφει για την Μακεδονία, κανείς τους δεν θεωρεί αναγκαίο να αναφερθεί στον Μέγα Αλέξανδρο», λέει ο Καρπόζηλος, επισημαίνοντας πως ο ίδιος μύθος δείχνει να αποτελεί και το τελευταίο οχυρό όσων δεν θέλουν επίλυση του ζητήματος, αφού σταδιακά τα υπόλοιπα εμπόδια δείχνουν να υποχωρούν.
Ένας δεύτερος μύθος με τον οποίον αναμετρώνται οι δύο συγγραφείς, που θίγουν επίσης το ζήτημα της γλώσσας, του έθνους, και του ποιος έχει τελικά δίκαιο, είναι το περίφημο ζήτημα του αλυτρωτισμού που εκφράζεται στο Σύνταγμα της ΠΓΔΜ. Εκφράζοντας την απορία τους για την μαζική αναπαραγωγή του συγκεκριμένου αφηγήματος από πολιτικά πρόσωπα και δημοσιογράφους, δίχως οι ίδιοι πρώτα να έχουν μπει στον κόπο να δουν τι πράγματι γράφει το Σύνταγμα της γειτονικής χώρας, παραθέτουν το επίμαχο απόσπασμα.
Όπως, λοιπόν, λέει το άρθρο 49 του δικού τους Συντάγματος:

Η Δημοκρατία φροντίζει για το καθεστώς και τα δικαιώματα των ανθρώπων που ανήκουν στον μακεδονικό λαό στις γειτονικές χώρες, όπως και για τους Μακεδόνες αποδήμους […] και φροντίζει για τα πολιτιστικά, οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών της στο εξωτερικό.

Το αντίστοιχο άρθρο 108 του δικού μας Συντάγματος προβλέπει πως:

Το Κράτος μεριμνά για τη ζωή του απόδημου ελληνισμού και τη διατήρηση των δεσμών του με τη μητέρα Πατρίδα. Επίσης, μεριμνά για την παιδεία και την κοινωνική και επαγγελματική προαγωγή των Ελλήνων που εργάζονται έξω από την επικράτεια.

Όπως εύλογα αντιλαμβάνεται κανείς, η διαφορά δεν είναι μεγάλη. Η αναφορά που ίσως προβληματίζει για «μακεδονικό λαό στις γειτονικές χώρες» συναντάται, υποστηρίζουν οι συγγραφείς, σε πολλές χώρες σήμερα, μεταξύ των οποίων βρίσκονται όλες της κεντρικής Ευρώπης. Μάλιστα, ύστερα από δύο τροποποιήσεις του Συντάγματος την δεκαετία του 1990 (Επιτροπή Μπαταντέρ το 1992 και Ενδιάμεση Συμφωνία με Ελλάδα το 1995), ορίζεται πως αφενός κατά την άσκηση του προαναφερθέντος δικαιώματός της η γειτονική χώρα «δεν θα παρέμβει στα κυριαρχικά δικαιώματα άλλων χωρών», ενώ διασαφηνίζεται πως «τίποτε στο Σύνταγμά της… δεν μπορεί ή δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως εμπεριέχον ή δυνάμενο να εμπεριέχει στο μέλλον τη βάση για εδαφική αξίωση πέραν των συνόρων της».

papoulias.jpg

Ο τότε Έλληνας ΥΠΕΞ Κάρολος Παπούλιας και ο ομόλογός του από την ΠΓΔΜ Στέβο Τσερβενκόφσκι αμέσως μετά την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995.
Αυτό που συμβαίνει στην ουσία είναι πως ένα τεράστιο κομμάτι του δημοσίου λόγου, που εκφέρεται από δυνάμεις προερχόμενες από το σύνολο του πολιτικού φάσματος, από την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά έως την Ακροδεξιά, αναπαράγει με θέρμη και ειλικρινές αίσθημα αγανάκτησης κάτι που απλώς είναι μη υπαρκτό. Κάτι που, όπως θυμίζουν οι δύο συγγραφείς, από την πλευρά τους και οι συνταγματολόγοι Χρήστος Ροζάκης, Γιώργος Σωτηρέλης και Ευάγγελος Βενιζέλος απορρίπτουν.
Ο Φρανκεστάιν
Αναφερόμενοι στο Μακεδονικό, οι δύο συνομιλητές μας το χαρακτηρίζουν «Φρανκεστάιν», ένα ζήτημα στο οποίο έχουμε μάθει ως κοινωνία να αντιδρούμε θυμικά, έτσι που εντέλει φτάνει να βρίσκεται έξω από τον έλεγχό μας. «Συνήθως λένε πως η κοινωνία δεν είναι ώριμη, όμως η πραγματικότητα είναι πως ωριμάζει όταν κάποιος της προτείνει κάτι», υποστηρίζει ο Δημήτρης Χριστόπουλος. «Όταν δεν προτείνεις τίποτα, επειδή εσύ ο ίδιος δεν θες, τότε φυσικά και δεν θα ωριμάσει ποτέ. Η σημερινή συνθήκη λοιπόν είναι σίγουρα η καλύτερη γιατί φάνηκε με τρόπο ρητό και απερίφραστο η βούληση της ηγεσίας της Ελλάδας να λύσει το ζήτημα».
Όπως διευκρινίζει, δεν είναι η πρώτη φορά που εκφράζεται η βούληση αυτή από την πλευρά της Ελλάδας. «Ουσιαστικά τρία χρόνια μετά την πρώτη άρνηση της Ελλάδας στην περίφημη σύσκεψη των αρχηγών του ’92, με την ενδιάμεση συμφωνία (σ.σ. του 1995) η Ελλάδα αναγνωρίζει ότι η αρχική της θέση για μη συμπερίληψη του όρου Μακεδονία ολικά στο όνομα της γειτονικής χώρας είναι λάθος και στρέφεται προς επιθετικό ή άλλον προσδιορισμό», λέει ο Χριστόπουλος.
Την στροφή της, όμως, η πολιτική ηγεσία δεν μπόρεσε να την επικοινωνήσει στους πολίτες, αφενός γιατί δίστασε λόγω του πολιτικού κόστους που θα καλούνταν να επωμιστεί, αφετέρου επειδή στο ενδιάμεσο «είχε εκθρέψει την μισαλλοδοξία και το αδιέξοδο πάθος που με την σειρά τους έφτιαξαν μια νέας κοπής εθνικοφροσύνη», συμπληρώνει ο Χριστόπουλος. «Είναι εκείνη η εθνικοφροσύνη που ελέγχει το στόμα των ανθρώπων και καμιά φορά δεν αρκείται μόνο σε αυτό, αλλά ελέγχει και το σώμα», καταλήγει, αναφερόμενος στο πρόσφατο περιστατικό ξυλοδαρμούΜπουτάρης: Ήταν εφιαλτικό αυτό που έζησα – Ήταν κάμποσοι, με χτύπησαν παντού | news247 του δημάρχου Θεσσαλονίκης.
Τα αποτελέσματα των συλλαλητηρίων, που επισημαίνουν οι δύο συγγραφείς, μπορούν να γίνουν ορατά και σήμερα, τόσο σε επίπεδο διαμόρφωσης του πολιτικού λόγου, όσο και διάχυσης του εθνικισμού στη δημόσια σφαίρα. «Τα συλλαλητήρια της δεκαετίας του 1990 επανανομιμοποίησαν τον εθνικισμό στην ελληνική κοινωνία, τον κατέστησαν ορατό, και μάλλον του προσέδωσαν χαρακτηριστικά όλου του πολιτικού φάσματος», σημειώνει ο Καρπόζηλος. «Για παράδειγμα, η φράση του Λεωνίδα Κύρκου πως “είμαστε όλοι εδώ πλην Λακεδαιμονίων” είναι ενδεικτική του κλίματος της εποχής και ταυτόχρονα αφήνει μια βαριά κληρονομιά».

syll1992.jpeg

Φωτογραφία από το συλλαλητήριο του Φεβρουαρίου 1992 στη Θεσσαλονίκη.
Ήταν μέσα από τα συλλαλητήρια, εξάλλου, που έκανε για πρώτη φορά πιο δυναμικά την εμφάνισή της η Χρυσή Αυγή, άγνωστη στο ευρύ κοινό έως τότε. «Τότε δοκίμασε το μοντέλο που εφάρμοσε και τα επόμενα χρόνια, με τις ταυτότητες και αλλού, το οποίο είναι εκείνο της σύμπλευσης σε ένα ευρύτερο ρεύμα. Για την Χρυσή Αυγή το Μακεδονικό είναι το σημείο εκείνο στο οποίο από αόρατη σέκτα γίνεται ορατή, έστω ως περιθωριακή φωνή, που όμως την βλέπουν με συμπάθεια», προσθέτει ο Καρπόζηλος.
Η απέναντι πλευρά και το σήμερα
Όταν οι δύο συγγραφείς υποστηρίζουν πως η παρούσα συγκυρία είναι η πιο κατάλληλη για την διευθέτηση του ζητήματος, αναφέρονται και στις συνθήκες που επικρατούν στην άλλη πλευρά. Ύστερα από χρόνια κυριαρχίας του VMRO και του Νίκολα Γκρούεφσκι, και την εντυπωσιακή επίδοση της γειτονικής χώρας σε αυτό που ο Δημήτρης Χριστόπουλος ονομάζει «έναν γκροτέσκο εθνικισμό», στην εξουσία βρίσκεται ο Ζόραν Ζάεφ.
«Το γεγονός πως σήμερα υπάρχει μια κυβέρνηση που είναι διατεθειμένη να κάνει βήματα συμβιβασμού προς αυτήν την κατεύθυνση είναι ένα κάτι απίστευτο, θα μπορούσαμε δηλαδή να πούμε πως είναι too good to be true», λέει ο Χριστόπουλος. «Πρόκειται για μια μοναδική ευκαιρία να κλείσουμε ένα πολύ μεγάλο ζήτημα, αν σκεφτεί κανείς πως η χώρα αυτή, που είναι ξεχαρβαλωμένη, διαλυμένη, βγάζει αυτόν τον πρωθυπουργό. Μητσοτάκης και Τσίπρας είναι αριστερά και δεξιά, Γκρούεφσκι και Ζάεφ όμως είναι δύο άλλοι κόσμοι».
Όταν τους ζητείται να κάνουν μια σύγκριση της σημερινής περιόδου με εκείνη των αρχών της δεκαετίας του ’90, οι δύο συγγραφείς είναι κατηγορηματικοί. «Η παρούσα συνθήκη είναι σίγουρα η καλύτερη που έχει υπάρξει ποτέ για τον δημόσιο διάλογο πάνω στο ζήτημα», λέει ο Δημήτρης Χριστόπουλος. «Μην ξεχνάμε ότι το 1992 υπήρξαν άνθρωποι που συνελήφθησαν γιατί διακινούσαν μπροσούρες που έγραφαν πάνω το όνομα Μακεδονία. Αυτό όπως και άλλα περιστατικά, σήμερα είναι αδιανόητα. Για παράδειγμα, τα παιδιά σήμερα δεν τα παίρνουν από τα σχολεία για να τα τρέξουν στα συλλαλητήρια. Υπάρχει δηλαδή μια ποσοτική διαφορά σε επίπεδο κινητοποίησης, η οποία δημιουργεί και μια ποιοτική διαφορά».
«Εκείνα τα χρόνια, η άρθρωση διαφορετικής γνώμης ήταν περιθωριακή και κυρίως ταυτισμένη με την εθνική μειοδοσία», συμπληρώνει από την πλευρά του ο Κώστας Καρπόζηλος. «Σήμερα η ελληνική κοινωνία έχει κάνει τεράστια βήματα μπροστά. Ακόμη και το γεγονός πως κάνουμε τώρα αυτή την συζήτηση –τολμώ να πω ότι τα αντίστοιχα Μέσα το 1994 δεν θα τολμούσαν να την κάνουν».

salonika2.jpg

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Μακεδονία μετά το συλλαλητήριο του Φεβρουαρίου 1992.
Παρόλα αυτά, δεν έχουν εξαλειφθεί ακόμα όλες οι αγκυλώσεις. «Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο τηλεφώνησα σε έναν συνάδελφο με τον οποίο διαφωνούμε και του ζήτησα να γράψει κάτι με την δική του οπτική. Εκείνος μου απάντησε ότι στην Ελλάδα οι βιβλιοκρισίες θα είναι είτε λίβελλοι, είτε διθύραμβοι, και εκείνος δεν θέλει να γράψει ούτε διθύραμβο ούτε λίβελλο, γιατί θεωρεί πως το βιβλίο έχει αρετές», λέει ο Χριστόπουλος.
Έτσι, τελικά δεν έγραψε κάτι για το βιβλίο, ούτε θετικό ούτε αρνητικό. «Επομένως υπάρχει πρόβλημα», λέει ο Χριστόπουλος, «όταν ένα ζήτημα προκαλεί ακόμη την αυτολογοκρισία, και κάποιος γνωρίζει πως ορισμένα πράγματα ισχύουν, αλλά δεν θέλει να το πει δημοσίως. Έτσι, το Μακεδονικό παραμένει ένας μεγάλος λογοκριτής και αυτολογοκριτής της σύγχρονης Ελλάδας».

Γεννήθηκε το 1992. Σπούδασε Επικοινωνία και Πολιτισμό στο Πάντειο, όπου συνέχισε με μεταπτυχιακό στις Σπουδές Φύλου και την Ανθρωπολογία. Έχει εργαστεί στην ελληνική έκδοση της The Huffington Post και το Κανάλι Ένα 90,4 FM. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα Μέσα. 
Αποχαιρέτα την ανάπτυξη, που χάνεις

Δεν ξεκινάμε καλά. Διαβάζοντας την Έκθεση Συμμόρφωσης της Κομισιόν για την Ελλάδα, διαπιστώνω ότι δεν ξεκινάμε καλά. Η Επιτροπή κάνει λόγο για αστάθμητο παράγοντα, που συνδέεται με τις δικαστικές αποφάσεις και επισημαίνει ότι η κυβέρνηση έχει κάνει σαφή πρόβλεψη λήψης μέτρων για μία τέτοια εξέλιξη στο Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, που ψήφισε πριν από λίγες ημέρες η Βουλή. Εκτιμά ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει δημιουργήσει με τις αποφάσεις του δημοσιονομικές ανάγκες της τάξης του 0,4% του ΑΕΠ ή 1 δις ευρώ περίπου, οι οποίες θα πρέπει να εφαρμοστούν στο “κοντινό μέλλον”. Το πλέον ανησυχητικό είναι ότι αναφέρεται πως η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να αντιμετωπίσει αυτά μέσω μεταφοράς πόρων από το πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Αποχαιρέτα την ανάπτυξη, που χάνεις. Τόσο απλά.

Νεκτάριος Β. Νώτης