Επιδημία κουλτούρας. Του Κωστή Παπαγιώργη.

Ο πολιτισμός, έτσι όπως τον ταύτισαν με την εκθεσιομανή, φανφαρόνικη και πτωχαλαζονική εικόνα της χώρας, ποιον ωφελεί;
 Ένα άρθρο από το αρχείο της έντυπης LIFO που ψηφιοποιείται πρώτη φορά. 

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ 16.8.2018 

Η κατρακύλα είναι τόσο θεριεμένη, ο κουρνιαχτός τόσο πυκνός, ώστε μέσα στον γενικό πληθωρισμό πάσα αντίρρηση και επιφύλαξη ακούγεται σαν μικροψυχία και φθόνος.       

 Υπουργείο Πολιτισμού δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Υπουργείο Παιδείας, ναι, διότι η εκπαίδευση της μαθητιώσης και σπουδαζούσης νεολαίας προέχει·
 υπουργείο Υγείας, ναι, διότι κάθε τι νοσογόνο αποτρέπει τον πληθυσμό από την εργασία και την απόδοση·
 άρα και η απόδοση θέλει το υπουργείο της, ως υπουργείο Εργασίας ή Προόδου. 
Αλλά ο πολιτισμός, έτσι όπως τον ταύτισαν με την εκθεσιομανή, φανφαρόνικη και πτωχαλαζονική εικόνα της χώρας, ποιον ωφελεί -όταν μάλιστα συστεγάζεται με τον αθλητισμό και τα κέρδη του;  

 Οι «πολιτιστικές εκδηλώσεις» σαρώνουν σαν επιδημία αυτόν τον τόπο. Κάθε δήμος και γιορτή για τη διάσωση της παράδοσης, κάθε κοινότητα και έκθεση, κάθε προάστιο και πνευματικό κέντρο.
 Τα πρωθυπουργικά χείλη έχουν εθιστεί να προφέρουν σε τακτά διαστήματα το μέγα σύνθημα: η Ελλάδα έχει να επιδείξει τον πολιτισμό της.
 Βουρ λοιπόν· δώστε στο πόπολο θεατρικές παραστάσεις με τα αθάνατα έργα των προγόνων μας, εκθέστε προ πάντων των ομμάτων ζωγράφικες, φωτογραφίες, γλυπτά, κάντε έκθεμα κάθε ιστορική στιγμή της χώρας.  

 Οι «πολιτιστικές εκδηλώσεις» σαρώνουν σαν επιδημία αυτόν τον τόπο. Κάθε δήμος και γιορτή για τη διάσωση της παράδοσης, κάθε κοινότητα και έκθεση, κάθε προάστιο και πνευματικό κέντρο.   
Κάθε κυβέρνηση σκοπεί πριν απ’ όλα στην άμεση αποτελεσματικότητα. Θέλει έτοιμα θεάματα με εκτυφλωτική λάμψη, συναρπαστικές συναυλίες όπου το φιλοθεάμον κοινό εξυγιαίνει την ανάσα του, μετάκληση ξένων καλλικέλαδων που εισάγουν στα μύχια του ακροατή την αίσθηση της ευρωπαϊκότητας. 
Η ημερησία διάταξη το επιβάλλει: Δώστε χρώμα για να σωθεί το πνεύμα, μπουκώστε τους δήμους με θεάματα πληρώνοντας παγκουί. Ο λίγδης και φουκαράς Έλληνας πέθανε, τώρα παρελαύνει το νεόκοπο ανθρωπομάνι που ζει και πορεύεται μόνο με τη μεγάλη τέχνη.  
 Ο «καλλιτέχνης» πλέον απέβη σήμα κατατεθέν του δημόσιο βίου μας. Ως γνωστόν, ο επαγγελματικός προσανατολισμός, πρόβλημα άλυτο για τη νεολαία, βρήκε ευτυχή διέξοδο στην «καλλιτεχνικότητα». 
Ο καλός επιχειρηματίας, ο καλός υπάλληλος, ο καλός πολιτικός, ο καλός μάστορας, ωχριούν μπροστά στον άνθρωπο της «Τέχνης», που «μετουσιώνει τα υπαρξιακά αδιέξοδα και δίνει νόημα στον ευτελή βίο».
  
 Μια απλή έρευνα -που ουδέποτε επιχειρήθηκε, για ευνόητους λόγους- η οποία θα κατέγραφε στατιστικά τον αριθμό γραφιάδων, ζωγράφων, ηθοποιών, σκηνοθετών, ποιητών, μεταφραστών, μουσικών, κινηματογραφιστών, οργανοπαικτών, χορευτών, εκδοτών, γκαλεριστών, θεατρικών επιχειρηματιών και παρατρεχάμενων παρακεντέδων κλπ., θα παρουσίαζε την εικόνα μιας κοινωνίας που δεν έχει άλλη μέριμνα από το θεάσθαι και θεατρίζεσθαι. Και λοιπόν;  
 Με αυτόν τον κόμπο στο λαιμό, η σιωπηρή και ραγδαίως αποδεκατιζόμενη μειοψηφία που της απόμεινε κουκούτσι μυαλό -αν της απόμεινε- παρακολουθεί αυτή την επέλαση του «πολιτισμού» -και, πιο σωστά, της «κουλτούρας»-, που δεν ορρωδεί προς ουδενός. 
Η κατρακύλα είναι τόσο θεριεμένη, ο κουρνιαχτός τόσο πυκνός, ώστε μέσα στον γενικό πληθωρισμό πάσα αντίρρηση και επιφύλαξη ακούγεται σαν μικροψυχία και φθόνος.    Τα δεδομένα πάντως κοάζουν, σχεδόν χλιμιντρίζουν.
 Οι δύο τελευταίες γενιές ντόπιων διανοουμένων γνωρίζουν τα μισά γράμματα απ’ ό,τι οι προηγούμενες. Η σχέση με την αρχαία γλώσσα ανεκόπη οριστικά. Κατ’ αναλογία, η έκπτωση παρατηρείται σε όλες τις αποκαλούμενες πνευματικές δραστηριότητες.
 Η εποχή κολακεύει τις τεχνικές που μιμούνται την καλλιτεχνικότητα αλλά δεν την δημιουργούν. Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου η γκαλερί μετράει περισσότερο από τη ζωγραφική, ο εκδότης περισσότερο από τον συγγραφέα, το πόστο περισσότερο από τον άνθρωπο. 
  Η χλιδή του «τίποτα» πνίγει σιγά σιγά τους αργούς ανθρώπους που ωριμάζουν σαν το σπάνιο βοτάνι και δεν ζητούν «πολιτισμό» για να αναθαρρήσουν, αλλά στοιχειώδη διακριτικότητα και αφτιασίδωτη καθημερινότητα. 

  Ο πνευματικός βίος, έστω και λιγοστός, δεν μπορεί να έχει άλλη φιλοδοξία: για να επιβιώσει θα πρέπει να ξεμαγαρίζεται καθημερινά από αυτό το πολιτισμικό «μπουμ», που έχει καταστεί κανονική φούσκα του χρηματιστηρίου.
 Μια μικρή χώρα δεν χρειάζεται να έχει «μεγάλους» καλλιτέχνες, οι μικροί της φτάνουν -αρκεί να υπάρχουν κι αυτοί. Αλλά για να υπάρχουν θα πρέπει ο αγρός να καλλιεργείται, η σπορά να πέφτει τακτικά.
 Πώς να σπείρουμε όμως, όταν ακόμα και η λέξη «καλλιέργεια» εξοστρακίστηκε από το λεξιλόγιο -για να παραδώσει τη θέση της στη ρομαντική χαζοεξαδέλφη της που τη φωνάζουν κουλτούρα; 
Η στρέβλωση σχίζει χασέδες, είναι το ντόπιο πετροδολάριο.   Σε μια εποχή που η εκπαίδευση πρέπει να θωρακίζεται και να αλλάζει ταχύτητες για να προλάβει το μέλλον, η εγχώρια εκπαιδευτική αρένα έχει αφήσει τα θρανία για να κολακεύσει τον συνδικαλισμό. 
Δυστυχώς, η μαθητιώσα νεολαία μαθητεύει λαμπρά στον δικό της συνδικαλισμό καταλαμβάνοντας τα σχολεία.   Όποιος θέλει τον καρπό αλλά αγνοεί τις ρίζες, τελικά θα φάει τα  ίδια του τα δάχτυλα -μέχρι τον καρπό. 

 Πηγή: www.lifo.gr

Ο Σοφός δεν διδάσκει, πραγματοποιεί.
Ασχολείται με όλα, δεν ξεχνά τίποτα
Δίνει τη ζωή του σε όλα, δεν εξουσιάζει τίποτα
Επιτυγχάνει χωρίς να καυχιέται…..
ΛΑΟ ΤΣΕ 
Τι κοινό έχουν οι λέξεις, τσιγκούνης, φουκαράς, φαφούτης, μουτζούρης, κουσούρι και ρουφιάνος; Όλες περιέχουν τον δίφθογγο ου. Και συγχρόνως έχουν αρνητική σημασία.
Είναι πραγματικά ενδιαφέρον ότι πολλές λέξεις με αρνητικό νόημα έχουν μέσα τους τον ήχο ου, συμπεριλαμβανομένων των κακών λέξεων – οι λαϊκές λέξεις για τα γεννητικά όργανα ανδρών και γυναικών περιέχουν το ου. Γιατί;
Οι ήχοι μιας λέξης δεν είναι εντελώς άσχετοι από το νόημά της. Αυτό έχει παρατηρηθεί εδώ και πολλά χρόνια, από την εποχή του Σωκράτη. Στον Κρατύλο, ο Πλάτωνας παραθέτει τους διαλόγους του Σωκράτη για πώς πλάστηκαν οι λέξεις.
Σύμφωνα με τον Σωκράτη, δεν είναι τυχαίο ότι η λέξη ροή περιέχει το γράμμα ρο διότι αυτό υποδηλώνει κίνηση. Οι λέξεις κρούω, θραύω, ερείκω (κοπανίζω), θρύπτω (κάνω θρύμματα), κερματίζω και ρυμβώ (στριφογυρίζω) περιέχουν το ρο. Το λάμδα σημαίνει ολίσθηση και βρίσκεται σε λέξεις με παρόμοιο νόημα. Ο Σωκράτης επισημαίνει επίσης ότι το φι, το ψι, το σίγμα και το ζήτα είναι φυσητικά γράμματα και γι’ αυτό χρησιμοποιούνται σε λέξεις όπως, φύσημα, ψυχρός, σεισμός και ζεστός.
Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε γιατί το νόημα μιας λέξης συνδέεται με ορισμένους ήχους. Ο παφλασμός, ο φλοίσβος, η βοή και ο γδούπος είναι μερικά παραδείγματα που δείχνουν ότι οι ήχοι μια γλώσσας μιμούνται τους ήχους της φύσης που νοηματικά αποδίδουν. Οι λέξεις ροή και νερό έχουν μέσα τους το ρο γιατί η κίνηση του νερού παράγει αυτόν τον ήχο. Η κίνηση του αέρα παράγει τον ήχο φι. Είναι φανερό ότι οι άνθρωποι έπλασαν τις πρώτες λέξεις με βάση τους ήχους των φυσικών φαινομένων στα οποία τις απέδιδαν. Στη συνέχεια αυτές οι λέξεις αποτέλεσαν τη ρίζα για να παραχθούν νέες με παρεμφερές η μεταφορικό νόημα. Για παράδειγμα, η λέξη μύηση βγαίνει από τον ήχο ενός μισόκλειστου στόματος το οποίο συχνά βγάζει τον ήχο του συμφώνου “μ”. Ένα μισόκλειστο στόμα “μουρμουρίζει” αλλά λέει και “μυστικά” απ’ όπου προέρχονται οι λέξεις “μυστήριο” και “μύηση” (το ρήμα μύω σημαίνει κρατώ το στόμα κλειστό και δεν λέω αυτό που έμαθα στον οποιοδήποτε).
Τι κακό όμως έχει ο ήχος ου; Πρόκειται σαφώς για αρνητικό ήχο, άλλωστε το ου είναι στα αρχαία ελληνικά το αντίθετο το ναι. Σίγουρα είναι ένας ήχος που τρόμαζε τον πρωτόγονο άνθρωπο. Η κραυγή του λύκου, της αρκούδας και άλλων ζώων που αποτελούν κίνδυνο για τον άνθρωπο έχουν το ου. Δεν είναι τυχαίο ότι το μουγκρητό ή το μπουμπουνητό περιέχουν το ου.
 
Επειδή το ου είναι ένας ήχος που φοβίζει (στα αγγλικά boo) χρησιμοποιείται σε λέξεις που έχουν νόημα εκδίωξης: «ουστ» (oust στα αγγλικά σημαίνει διώχνω). Ακριβώς γι’ αυτό, το ου αποτελεί και πολεμική ιαχή. Στην ταινία “300”, ο Λεωνίδας ρωτάει: “Σπαρτιάτες, ποιο είναι το επάγγελμά σας;” Kαι η απάντηση είναι: «Αού – Αού – Αού». Στις μέρες μας, ένα ομαδικό ου σημαίνει αποδοκιμασία, γιουχάισμα. Όπως έλεγε και ένας όχι πολύ παλιός πρωθυπουργός της Ελλάδας απευθυνόμενος στο πλήθος, «Δεν θέλω ου».  Δεν φαίνεται λοιπόν περίεργο που λέξεις όπως το κουνούπι, το σκουλήκι και το τσιμπούρι έχουν μέσα τους το ου – τα όντα αυτά προκαλούν απέχθεια στον άνθρωπο.
Ωστόσο υπάρχουν λέξεις που παρότι έχουν μέσα τους το ου δεν είναι καθόλου απεχθείς, όπως π.χ. το μπουμπούκι ή το φρούτο. Όμως ακόμα κι έτσι, εξαιτίας του καθόλου συμπαθούς αυτού ήχου, οι λέξεις αυτές μπορούν γίνουν κακόηχες και υβριστικές: «Tι φρούτο είναι αυτό;». Γιατί λέμε κάποιον γαϊδούρι, γουρούνι, νούμερο ή κουραμπιέ αν όχι για τον συγκεκριμένο ήχο; «Μούσι» ή «μούφα» όταν πρόκειται για κάτι ψεύτικο; Το ίδιο και τα κακόηχα Κούλα, Σούλα, Ρούλα, Τούλα κλπ. Φαίνεται λοιπόν πως οποιαδήποτε λέξη που έχει ου, ακόμα και η πιο αθώα, μπορεί να γίνει κακιά και προσβλητική εξαιτίας της άρνησης και της απέχθειας που κρύβει αυτός ο ήχος.
Εξαιτίας του υβριστικού τους χαρακτήρα, όλες οι κακές λέξεις περιέχουν το ου, εκτός από μια η οποία είναι και η πιο συνηθισμένη. Αυτή που αρχίζει από μ και περιέχει τρία α. Γιατί η λέξη αυτή δεν έχει το ου; Επειδή στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο κακιά. Οι λέξεις που επαναλαμβάνουν ένα φωνήεν είναι περισσότερο κωμικές ή κοροϊδευτικές. Ο πατάτας, ο μάπας, ο μπακλαβάς, ο χάχας, ο φαφλατάς, ο σαχλαμάρας και πολλές άλλες παρόμοιες, ηχούν περισσότερο ως αστείες, παρά ως απεχθείς. Τα πολλά α υποδηλώνουν το «τραλαλά» την πλάκα. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο με το α αλλά και με κάθε άλλο επαναλαμβανόμενο φωνήεν. Ο Τοτός ή o ποπός είναι αστείες λέξεις. Το ίδιο και τα γυναικεία ονόματα τύπου Νανά, Φωφώ ή Σάσα τα οποία χρησιμοποιήθηκαν σε παλιότερες ελληνικές ταινίες για να σηματοδοτήσουν “ελαφρούς” γυναικείους χαρακτήρες.
Προσοχή λοιπόν στον ήχο των λέξεων γιατί μπορεί  να μεταφέρουν ένα ψυχολογικό νόημα που ξεφεύγει από το νόημα της λέξης. Μπορεί κάποιος να μιλάει με τα καλύτερα λόγια για σας αλλά αν χρησιμοποιεί πολλά ου μάλλον σας βρίζει.


ΠΟΛΙΤΙΚΗ 19.08.2018 : 17:34
«Η αλήθεια για το Ταμείο Μολυβιάτη»

ΠΕΤΡΟΣ Γ. ΜΟΛΥΒΙΑΤΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Κύριε διευθυντά
Επειδή τις τελευταίες ημέρες είδαν το φως της δημοσιότητας, με αφορμή την τραγωδία των καταστροφικών πυρκαγιών στην Αττική, διάφορες ανακρίβειες για το λεγόμενο «Ταμείο Μολυβιάτη», θα ήθελα να υπενθυμίσω τα εξής: Αμέσως μετά τις πυρκαγιές του καλοκαιριού του 2007, που και τότε θρηνήσαμε ανθρώπινες ζωές, συνεστήθη διά νόμου, με απόφαση του πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή και εισήγηση του υπουργού Οικονομικών Γ. Αλογοσκούφη, το Ειδικό Ταμείο Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών με άμεσο σκοπό την αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσαν αυτές οι πυρκαγιές αλλά και τη δημιουργία ενός αποθεματικού για την αντιμετώπιση τυχόν μελλοντικών καταστροφών. Στο Ταμείο αυτό –του οποίου η κυβέρνηση μου εζήτησε να αναλάβω την προεδρία– εισέρρευσαν και κατετέθησαν σε ειδικό τοκοφόρο λογαριασμό στην Τράπεζα της Ελλάδος 198.018.545,99 ευρώ από δωρεές οργανισμών, τραπεζών, εταιρειών και χιλιάδων πολιτών, καθώς και 10.295.882,08 ευρώ από τόκους, σύνολο 208.314.428,07 ευρώ.

Remaining Time-0:00

Fullscreen

Mute

Για την εκπλήρωση των σκοπών του, το Ταμείο εδαπάνησε μέχρι την 8η Οκτωβρίου του 2009, οπότε και το Δ.Σ. υπέβαλε την παραίτησή του στη νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, 76.622.018,04 ευρώ, κυρίως στην Ηλεία αλλά και σε άλλες πληγείσες περιοχές. Το υπόλοιπο στην Τράπεζα της Ελλάδος την ημέρα εκείνη ήταν 131.692.410,03 ευρώ. Το Ταμείο είχε επίσης αποφασίσει να διαθέσει 80.000.000 ευρώ για έργα υποδομής στις πληγείσες περιοχές –κυρίως έργα αντιπλημμυρικά, αντιδιαβρωτικά, πυροπροστασίας κ.λπ.– και είχε ήδη εγκρίνει τη διάθεση 17.011.340,00 ευρώ για τη χρηματοδότηση αυτών των έργων, βάσει προτάσεων των περιφερειαρχών.
Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του, το Ταμείο, χάρη στη γενναιοδωρία των 93.000 δωρητών, τους οποίους ευχαριστώ για ακόμα μία φορά, χρηματοδότησε, μέσω του υπουργείου Δημοσίων Εργων, την ανοικοδόμηση ή επισκευή, εντελώς ΔΩΡΕΑΝ, 1.158 σπιτιών και 802 άλλων κτισμάτων, κυρίως αγροτικών. Τα χρήματα εδίδοντο απευθείας στους πυρόπληκτους ιδιοκτήτες μέσω των κατά τόπους υπηρεσιών του υπουργείου Δημοσίων Εργων και υπό την επίβλεψή τους, σε τρεις δόσεις, αναλόγως με την πρόοδο των εργασιών. Το Ταμείο χρηματοδότησε, επίσης, Περιφέρειες και Δήμους στην Πελοπόννησο και αλλού για την κατασκευή αντιπλημμυρικών, αντιδιαβρωτικών κ.λπ. έργων, μικρών μεν, αλλά πολύ χρήσιμων για τις τοπικές κοινωνίες. Για τον σκοπό αυτό δαπάνησε –μόνο το 2008– 8.162.883 ευρώ. Για την εξέλιξη των εργασιών του Ταμείου και την κίνηση του λογαριασμού του στην Τράπεζα της Ελλάδος, υπήρχε πλήρης διαφάνεια, με ενημέρωση του κοινού με αναρτήσεις στο Διαδίκτυο, συχνές συνεντεύξεις μου στα ΜΜΕ αλλά και με προσωπικές επιστολές μου στους μεγαλύτερους δωρητές.
Για τη λειτουργία του Ταμείου δεν δαπανήθηκε ούτε ένα ευρώ από τα χρήματα των δωρητών. Η γραμματειακή υποστήριξη παρείχετο από το υπουργείο Οικονομικών, ο πρόεδρος και τα μέλη του Δ.Σ. προσέφεραν τις υπηρεσίες τους εθελοντικά χωρίς καμία αμοιβή ή αποζημίωση, και από τους μόνο τρεις υπαλλήλους που έβγαζαν όλη τη δουλειά του Ταμείου, οι δύο είχαν αποσπαστεί από το υπουργείο των Οικονομικών, του οποίου ήταν λαμπρά στελέχη, και η τρίτη ήταν εθελόντρια. Της τελευταίας επλήρωνε τα έξοδα κινήσεώς της από την τσέπη του ένα μέλος του Δ.Σ.
Η διαχείριση του Ταμείου έχει ελεγχθεί τόσο από το Ελεγκτικό Συνέδριο του Κράτους, κατόπιν δικού μου αιτήματος, όσο και από επιτροπή της Βουλής.
Τελικά, το Ταμείο καταργήθηκε το 2011 με απόφαση της κυβερνήσεως του ΠΑΣΟΚ, και το υπόλοιπο του λογαριασμού του στην Τράπεζα της Ελλάδος μετεφέρθη στον κρατικό προϋπολογισμό. Επιτρέψτε μου, τέλος, να αναφέρω τη σύνθεση του Δ.Σ. του Ταμείου.
Αντιπρόεδρος ο κ. Θ. Παπαλεξόπουλος, τ. πρόεδρος του ΣΕΒ. Μέλη ο αείμνηστος Χ. Μπούρας, διαπρεπής καθηγητής του Πολυτεχνείου, ο κ. Π. Θωμόπουλος, υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, και ο κ. Ι. Σιδηρόπουλος, γενικός γραμματέας του υπουργείου Οικονομικών.
Πέτρος Γ. Μολυβιάτης*
Έντυπη