Παλιές ιστορίες
Η προίκα και η τρύπα
Συνακόλουθο της προίκας ήταν το πανωπροίκι που λειτουργούσε ως γιατρικό όταν η νύφη δεν ήταν «άμωμη, άσπιλη, αγνή παρθένα». Κι ακόμα να πούμε πως αν δεν υπήρχε προίκα -σπανιότατο φαινόμενο- ή τέλος πάντων αν η προίκα ήταν μικρή -(για την πεθερά πάντα μικρή ήταν) τότε η νύφη «ήταν για τα λούσματα». Από το πουθενά έπεφταν βροχή τα «κοσμητικά» επίθετα. Άχρηστη, ανεπρόκοπη, σουλτούκω, δευτεράτζα! Το βαρύτερο όμως ήταν «κακομοιριασμένη». Κάποτε μία εγκυμονούσα απέβαλε. Την αιτία δεν διαπίστωσε ο γιατρός ούτε καν επιλήφθηκε κάποιος τέλος πάντων γιατρός. Η γνωμάτευση έγινε στο πεζούλι της εκκλησίας μεταξύ κουτσουμπολιού και κακεντρέχειας. «Αχαΐρευτο το τραΐ, κακομοιριασμέν’ και η γίδα, πού να βγει το κατσίκ’;» Τόσο απλά και με πολλαπλή αξιοπρέπεια!
Μιλάμε για τη δεκαετία του 50. Το Τζουμέρκο σιγά σιγά άρχιζε να συμμαζεύει τα υπάρχοντά και να συμμαζεύεται μετά τη δεκαετία των επιδρομέων και του εμφύλιου σπαραγμού. Τα σπίτια «φτου κι απ’ την αρχή», γιατί τα είχαν κάψει οι τότε επιδρομείς και σημερινοί «σύμμαχοί» μας, οι πληγές επουλώνονταν και η κοινωνική ζωή άρχισε να ρολάρει. Συνοικέσια, γάμοι, γεννήσεις, δειλά δειλά πανηγύρια και χοροστάσια. Οι προξενήτρες στο έργο και οι άντρες στο όργο (όργωμα) ή στην ξενιτιά. Βέβαια η εσωτερική μετανάστευση δεν ήταν έντονη για τα Τζουμέρκα γιατί λειτούργησαν τα Δασικά έργα. Φράγματα και αναδασώσεις. Μικρά τα μεροκάματα αλλά είχαν σχεδόν μόνιμη τη δουλειά. Και το οικογενειακό εισόδημα το συμπλήρωνε η οικόσιτη οικονομία. Η γιδούλα, τα κατσικάκια, οι κοτούλες και η όποια παραγωγή από τα χωραφάκια.
Λίγοι, πολύ λίγοι αυτοί οι μετανάστες, οι οποίοι μάλιστα θεωρούνταν πολύξεροι, ενημερωμένοι για τα πάντα και οι έχοντες άποψη «επί παντός επιστητού». Αυτός ήταν και ο Γιάννης. Πολυταξιδεμένος, άνθρωπος κυρίως της πρωτεύουσας, υπεράνω όλων των άλλων των «γηγενών», των μονίμων δηλαδή κατοίκων του χωριού, που δεν είχαν πάει ούτε καν στην πρωτεύουσα του νομού, υπερείχε πάντων ως προς τους τρόπους συμπεριφοράς και διαφοροποιούνταν στην ομιλία. Στη λαλιά μιμούνταν τους Πειραιώτες, στη δε συμπεριφορά διακρίνονταν από την ευγένεια και τους αγνούς και πραγματικούς τρόπους. «Σπαθί ο λόγος του, είχε μπέσα, τιμούσε τη φιλία». Ήταν από όλους αγαπητός.
Και όχι μόνο. Εξαιρετικός υποψήφιος γαμπρός. Με όλα τα προσόντα. «Παλληκάρ’ κοσμογυρισμένο», έτσι τον είχαν χαρακτηρίσει. Περιζήτητος… Έδωσαν, πήραν οι προξενήτρες, φουρλάτισαν ένα καλοκαίρι, τελικά κατάφεραν να τον παντρέψουν. Η τυχερή νύφη ήταν η Αλεξάνδρα. «Καλή κοπέλα, απ’ τον κόρφο της μάνας της και με μεγάλο βυζί». (Το βυζί ήταν η προίκα). Η προίκα όμως που υποσχέθηκε ο πεθερός -είπαμε ποια να πρωτοαρπάξει τον Γιάννη- ήταν υπερβολική. Δόθηκε το μεγαλύτερο μέρος προ γάμου και θα εξοφλούνταν μετά τον γάμο. Και έγινε ο γάμος όμως το ζεύγος για έναν μήνα δεν συνευρέθη. Μαύρα μαντάτα έφτασαν όταν το έμαθε το γεγονός ο πατέρας της νύφης. Αποφάσισε να μιλήσει στον γαμπρό φοβούμενος μήπως ήταν μουλαΐμκο.
Τον κάλεσε και του τα είπε. Τότε ο Γιάννης με την Πειραιώτικη προφορά και τη μπεσαλίδικη συμπεριφορά απάντησε. «Άκου να σου πω πεθερέ. Αν δεν ταχτοποιηθεί η προίκα, δεν εννοώ να χαλάσω της Αλεξάνδρας την τρύπα».
«Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος», έλεγαν οι αρχαίοι, που πάει να πει ζωή χωρίς γιορτές μοιάζει μ’ ένα μακρύ δρόμο χωρίς πανδοχείο.
.
Ένα “γκουγκλάρισμα” χρειάζεται μεγαλύτερη υπολογιστική ισχύ από όση χρειάστηκε η αποστολή του Αpollo 11 στη Σελήνη!!!!
«Οταν φτάσεις στην άκρη του σκοινιού, δέσε έναν κόμπο και κρατήσου εκεί».
Πηγή: Protagon.gr
Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας – Το χαλί όπου παίζαμε ήτανε κόκκινο

Εκείνη πήγαινε στο ντουλάπι, που ήτανε μαύρο κι αυτό με χρυσά στολίδια, και άνοιγε με το κλειδί που ήταν δεμένο με μια μικρή αλυσίδα στη μέση της. Τότε φαινόντουσαν αραδιασμένα πιατάκια με φοντάν, και ένα άλλο με κυδωνόπαστο που το ’φτιανε μόνη της. Άρχιζα κι εγώ να συνηθίζω στην αγριήλα της «σάλας» αλλά ήτανε πια αργά. Η κυρούλα ξανακλείδωνε, έκλεινε το παράθυρο και η «σάλα» ξανασκοτείνιαζε.
***
Θυρανοίξια vs εγκαίνια .
Θυρανοίξια .
Είχε χρησιμοποιηθεί στα βυζαντινά χρόνια για τα εγκαίνια, π.χ. της Αγια-Σοφιάς, και έμεινε να χρησιμοποιείται, αλλά μόνο για τα εγκαίνια ναών.
εποίησεν (ενν. ο βασιλεύς) τα θυρανοίξια του ναού
http://www.komvos.edu.
Το ΛΝΕΓ (το λεξικό του Μπαμπινιώτη, δηλαδή) λέει:
επίσημη τελετή ανοίγματος των θυρών Ιερού Ναού, είτε στο πλαίσιο της τελετής των εγκαινίων του είτε ανεξάρτητα από αυτά, για να παραδοθεί σε χρήση με αντιμήνσιο μέχρι τον εγκαινιασμό του.
Το αντιμήνσιο είναι το ύφασμα που μπορεί να αντικαταστήσει την Αγία Τράπεζα.
υπάρχει επομενως διαφορά μεταξύ εγκαινίων και θυρανοιξίων .
μιλά την αλήθεια, αλλά δεν πληγώνει.
Ακτινοβολεί, αλλά δεν θαμπώνει
ΛΑΟ ΤΣΕ
θεδη Τσιγκουράτι )
Σεπτεμβρίου 2018 ημέρα Σάββατο και ώραν 18 θα τελεσθούν τα θυρανοίξια του ιερού
ναού Ζωοδόχου Πηγής προεξάρχοντος του Σεβ. Μητροπολίτου και Ποιμενάρχου μας κ
Γεωργίου .
συμπροσευχηθούν μαζί μας .
Θυρανοίξια ιερού ναού
Πώς γίνονται τα εγκαίνια ενός Ιερού Ναού και πώς καθαγιάζεται η Αγία Τράπεζα;

Εγκαίνια είναι η τελετή με την οποία καθιερώνεται και καθαγιάζεται ένας ναός και από απλό κτίσμα μεταβάλλεται σε οίκο λατρείας και προσευχής και η τράπεζά του σε ιερό θυσιαστήριο και
Αγία Τράπεζα.
Αγία Τράπεζα.
«δικαιώματα λατρείας» όπως μας λέει ο Απ. Παύλος, (εβρ. δ 1), αγιάσθηκε από τον Μωϋσή κατά προτροπή του Θεού με μυσταγωγικές πράξεις· «και λήψη το έλαιον της χρίσεως, και χρίσεις την
σκηνή και πάντα τα εν αυτή, και έσται αγία…» (Έξοδ. 40, 9-11). Το ίδιο έγινε και με το ναό του Σολομώντος. Οι Εβραίοι μάλιστα είχαν και έχουν ακόμη ειδική γιορτή των Εγκαινίων, όπως
λέγεται, στην οποία γιορτάζουν και θυμούνται τα εγκαίνια και την κάθαρση του ναού του Σολομώντος, την οποία έκαμε ο Ιούδας ο Μακκαβαίος το 165 π. Χ. μετά τη βεβήλωσή του από τον
Αντίοχο Δ’ τον Επιφανή. Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι πως η εκκλησία από τη στιγμή που έπαψε να καταφεύγει στις κατακόμβες και να προσφέρει την αναίμακτη θυσία επάνω στους τάφους των μαρτύρων, άρχισε να καθιερώνει ναούς και μάλιστα με μεγαλοπρεπείς τελετές, όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Ευσέβιος. Ήταν πανηγύρι τα εγκαίνια τότε, όπως ακριβώς και σήμερα.
στον άνθρωπο ως λειτουργικό ον και προσωπικότητα με σκοπό τον αγιασμό και τη θέωση. Γι’ αυτό και στο πανηγύρι των Εγκαινίων καλούμαστε όλοι να συμμετάσχουμε πνευματικά και με πίστη.
«Εν πίστει τα εγκαίνια, επιτελούμε φαιδρώς». Η ιερότητα του πανηγυριού αυτού στηρίζεται στην πίστη μας πως ο Ναός είναι έργο του Χριστού και του Παναγίου Πνεύματος· έργο όλης της
Παναγίας Τριάδος πιστεύουμε, όπως λέει το τροπάριο, πως «τούτον τον οίκον ο Πατήρ ωκοδόμησε· τούτον τον οίκον ο Υιός εστερέωσε· τούτον τον οίκον το Πνεύμα το Άγιον ανεκαίνισε, το φωτίζον, και στηρίζον, και αγιάζον τας ψυχάς ημών» (απόστιχο του Εσπερινού). Ο Ναός είναι ασφαλώς ο οίκος του Θεού, αλλά και το δικό μας σπίτι. Είναι και πρέπει να είναι το κέντρο της ζωής μας κι όχι κάτι το δευτερεύον. Είναι η σκηνή η αληθινή, λιμάνι των χειμαζόμενων, ιατρείο παθών, καταφυγή ασθενών, δαιμόνων φυγαδευτήριο τόπος που ο λαός δοξάζει τον Θεό «ψαλμοίς και ύμνοις και μυστικαίς λειτουργίαις» οι οποίες αναφέρονται και φθάνουν στο νοερό θυσιαστήριο και σε μας κομίζουν την αγαθότητα και τη χάρη του Θεού.
μαστίχη, σμύρνα, θυμίαμα, λείψανα μαρτύρων, άγιο μύρο, μαρμαροσάπουνα, ροδόσταμο, κρασί, κατασάρκιο της αγίας Τραπέζης, Αντιμήνσια κ.α.
Το πρωί αφού τελειώσει ο όρθρος, με την ψαλμωδία σχετικών τροπαρίων γίνεται τριπλή περιφορά γύρω από το Ναό. Ο Αρχιερεύς ντυμένος με λευκή στολή, σύμβολο της καθαρότητας και της
αγνότητας, με ιερό δέος φέρει στο κεφάλι του τον ειδικό δίσκο με τα άγια λείψανα σκεπασμένα με το ίδιο κάλυμμα που σκεπάζονται τα θεία δώρα.
συνέχεια μπροστά στο Ναό, όπου ήδη έχει τοποθετηθεί ειδικό αναλόγιο γίνεται μία από τις κατανυκτικότερες τελετές της εκκλησίας μας. Η είσοδος δηλαδή πάλι στο Ναό γίνεται με
ιδιόμορφο τρόπο. Οι θύρες είναι κλειστές. Ο Αρχιερεύς προστάζει αυτούς που είναι πίσω από τις πόρτες να τις ανοίξουν στο Βασιλέα της δόξης λέγοντας τα λόγια του Δαυίδ. «Άρατε πύλας οι
άρχοντες ημών…» (Ψαλ. 24ος), και ακούγονται από μέσα τα λόγια που οι άγγελοι έλεγαν αναμεταξύ τους κατά την Ανάληψη του Κυρίου. «Τις εστιν ούτος ο Βασιλεύς της δόξης». Έχουμε
εδώ μίμηση ακριβώς των αγγέλων τη στιγμή της Ανάληψης. Και «οι πύλες ανοίγονται στην πρόκληση των φωνών -τονίζει ο Καβάσιλας- ωσάν να επρόκειτο οι φωνές να εισαγάγουν τον
Χριστόν εις τον Ναόν». Με λαμπρό και πανηγυρικό λοιπόν τρόπο εισοδεύονται τα άγια λείψανα μέχρι το θυσιαστήριο, όπου ο Αρχιερεύς, πάλι, αφού τα βάλει σε ειδική θήκη με εύοσμο
κηρομαστίχη, τα θυμιάζει, τα μυρώνει και τα τοποθετεί στο στυλίσκο που βρίσκεται στο μέσον της Τραπέζης ως το πιο κατάλληλο θεμέλιο. Κανένα άλλο θεμέλιο δεν είναι καλύτερο από τα ιερά
λείψανα. Κι αυτό, όπως λέει ο Καβάσιλας γιατί «κανένα από τα μυστήρια δεν είναι πιο συγγενές προς το Χριστό απ’ ότι οι μάρτυρες. Έχουν τα πάντα κοινά με τον Κύριο δηλ. το σώμα και το
πνεύμα και το σχήμα του θανάτου… Άλλωστε τα οστά αυτά είναι ο αληθινός Ναός και το θυσιαστήριο του Θεού, και ο αχειροποίητος αυτός Ναός είναι η απομίμηση του αληθινού».
Αριμαθαίας άλειψε το σώμα του Κυρίου, και τα εκχύνει στην οπή της αγίας Τραπέζης για τη στερέωση του ανεγειρομένου Τάφου. Κατόπιν τοποθετείται η πλάκα στην οπή της αγίας Τραπέζης,
ενώ ψάλλονται δύο ωραίοι ψαλμοί ο 142ος «Υψώσω σε ο Θεός μου, ο Βασιλεύς μου, και ευλογήσω το όνομά σου εις τον αιώνα» σαν ευχαριστία και ανάμνηση των θαυμασίων του Θεού,
και ο 22ος «Κύριος ποιμαίνει, με…», που υμνεί τη φιλανθρωπία του Θεού.
του Κυρίου, διαβάζει γονατιστός την ευχή «ο Θεός ο άναρχος και αΐδιος…» με την οποία παρακαλεί τον Θεό να αποστείλει το Πανάγιό του Πνεύμα και να αγιάσει το νέο Ναό. Ακολουθεί η πλύση και ο καθαρισμός της αγίας Τραπέζης με σαπούνι και νερό ζεστό, σύμβολο κι αυτό του Αγίου Πνεύματος του οποίου από δω και πέρα πλέον θα είναι όργανο η αγία Τράπεζα. Η όλη
τελετή θυμίζει βάπτισμα.
δύναμη του πονηρού, κι όπως ο Αρχιερεύς με προσευχές αποκαθαίρει από κάθε επήρεια των δαιμόνων το ύδωρ με το οποίο βαπτίζει τον άνθρωπο, έτσι και σ’ αυτή την τελετή διαλέγει τις
κατάλληλες προσευχές και με τον ίδιο τρόπο, όπως και πριν, με το νερό αποκλείει το πονηρόν».
Καβάσιλας, μ’ αυτό δείχνουμε πως «φέραμε όλα όσα είναι απαραίτητα για να συμπληρώσουν την ανθρώπινη ζωή, δηλαδή φέραμε κι από τα αναγκαία κι από τα ευχάριστα κι απ’ αυτά κάναμε τη
θυσία μας». Κατόπιν όπως και μετά το Βάπτισμα ακολουθεί η Χρίση με το άγιο μύρο, το οποίο φέρνει τη χάρη του Θεού στη γη. Το μύρον είναι η δύναμη του θυσιαστηρίου. Δύναμη που
ενεργοποιείται, όπως τονίζει ο Καβάσιλας, με την παρουσία και τη χάρη των ιερών λειψάνων για τα οποία αναφέραμε πριν.
οποίο είναι αγιογραφημένος κι ένας Ευαγγελιστής, επειδή η αγία Τράπεζα εικονίζει όλη την Εκκλησία στη στερέωση της οποίας συνέβαλαν οι Ευαγγελιστές, με τα Ευαγγέλιά τους. Κατόπιν
τυλίγεται σταυροειδώς στην αγία Τράπεζα το πρώτο ένδυμα το λεγόμενο κατασάρκιο, σύμβολο της σινδόνης με την οποία τυλίχθηκε το σώμα του Χριστού. Στη συνέχεια τοποθετείται ο επενδύτης, η
αγία ενδυτή η τραπεζόφορον κατά τον Συμεών Θεσσαλονίκης. Είναι το βασικό άμφιο της αγίας Τραπέζης, πολυτελές σύμβολο δόξης κατά τον Συμεών, αφού κατά τον ίδιο η αγία Τράπεζα «τάφος
εστι και θρόνος του Ιησού». Τέλος τοποθετείται το λεγόμενο ειλητό, το οποίο εισήχθη στους βυζαντινούς χρόνους και αργότερα αντικατεστάθη από το γνωστό Αντιμήνσιο. Λέγεται πως το
ειλητό δηλώνει το σουδάριο το οποίο έφερε ο Χριστός στο κεφάλι Του το χρόνο που βρισκόταν στο μνημείο και συμβολίζει την υπέρ ημών νέκρωση και Ανάσταση του Κυρίου. Επάνω σ’ αυτό
τοποθετείται το ιερό Ευαγγέλιο και η τελετή τελειώνει με τη μύρωση και θυμίαση όλου πια του Ναού. Οι ευχές δε που διαβάζονται στο τέλος είναι γεμάτες ευχαριστία στο Θεό και παράκληση να
γεμίζει με δόξα, αγιασμό και χάρη το νέο θυσιαστήριο έτσι ώστε πάνω σ’ αυτό να μεταβάλλεται η αναίμακτη θυσία σε σώμα και αίμα Χριστού και να αγιάζεται ο λαός του Θεού με τη συμμετοχή
του σ’ αυτό το μυστήριο.
Εγκαινίων ημέρα». Σ’ αυτόν τον αγώνα έχουμε οπωσδήποτε οδηγό το Χριστό. Άλλωστε το λυχνάρι που στο τέλος της ακολουθίας ανάβει ο Αρχιερεύς πάνω στην αγία Τράπεζα συμβολίζει, κατά τον
Καβάσιλα, το δικό Του Φως. «Αυτό το φως μπορεί να ανακαλύψει και να φέρει στο φως τα πάντα, όπως ακριβώς γέμισε τον Άδην το φως, όταν έφθασε εκεί ο Χριστός
Πηγή: Περιοδικό «Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός»
Αποψη: Ανατρεπτικές πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ*
Έντυπη





