Μετριότητα

Η μια από τις ενδείξεις της μετριότητας του νου είναι η επιθυμία συνέχεια να μιλάει.

Λα Μπριγερ:

Από τις πιο σημαντικές μορφές της γαλλικής λογοτεχνίας του 17ου αιώνα. Δοκιμιογράφος και σατιρικός συγγραφέας.

 

Των θυρών κεκλεισμένων

Των θυρών κεκλεισμένων

Συμβαίνει να σωπαίνει κάποτε η Εκκλησία,
παρ’ όλο που τελείται γιορτή επιβλητική.
Μην έχοντας καμπάνες, άμφια και λιτανεία,
ξεχύνεται η διάθεση όλη η εορταστική
στην εσωτερική πια λατρεία, καθιερωμένη
σε τέτοιες περιστάσεις. Καθώς ο διπλανός σου
αγνοεί τι πανηγύρι μέσα σου έχει στηθεί,
μια και δεν συμμετέχει σε τίποτα γνωστό του,
ξυπνάει και σ’ αντικρίζει κι ευθύς αναρωτιέται:
πώς έτσι ο γείτονάς μου ξανθίζει αδοκήτως;
ποιο Πάσχα του Κυρίου, έξω ταγμένου χρόνου,
γιορτάζει εν αγνοία των άλλων χριστιανών;
Αδιάφορος προς όλα, ο ρούμιος εορταστής.
Paratum est cor meum για τη σπουδαία θυσία.
Στολίζει τους βωμούς του, υψώνει τη Χαρά
και τη μετουσιώνει σε σκεύη αχτιδωτά.
Μ’ ευλάβεια αναλίσκει το περιεχόμενό τους
κι ύστερα κάμνει απόλυση, τελείως μεταρσιωμένος.
Σημαίνουν τότε εντός του μυριάδες οι καμπάνες,
με τέτοιο αλαλαγμό τους, που ουδέποτε χαλκός
τραγούδησε στη γη μας με τόση ευφροσύνη,
με τόση φωτεινότητα και τόσο διαυγώς.

Γ. Παπατσώνης

Με πυξίδα και ζυγαριά (μικρό διήγημα)

«Με πυξίδα και ζυγαριά».

Το άκουσα τυχαία.

Καθόμουν στο διπλανό τραπέζι, σε ένα μικρό καφέ, σε ένα ήσυχο στενάκι λίγο πιο κάτω από τη πολύβουη πλατεία Συντάγματος, όταν —χωρίς πρόθεση να ακούσω— η φράση αυτή έφθασε στα αυτιά μου, είχε κάτι που σε τραβούσε..

«Εγώ», είπε, «στη ζωή μου χρησιμοποιώ δύο πράγματα: πυξίδα και ζυγαριά».

Ο φίλος του χαμογέλασε, σαν να περίμενε τη συνέχεια.

«Με την πυξίδα χαράζω την πορεία μου», συνέχισε.

«Ξέρω πού θέλω να πάω. Όχι πάντα με ακρίβεια, αλλά με σιγουριά ως προς την κατεύθυνση».

Έκανε μια μικρή παύση, σαν να ζύγιζε και ο ίδιος τα λόγια του.

«Και με τη ζυγαριά μετρώ τα αποτελέσματα. Βλέπω τι πήγε καλά, τι όχι. Τα αξιολογώ… και συνεχίζω».

Ο άλλος έγνεψε καταφατικά. Ήταν από εκείνες τις κουβέντες που μοιάζουν απλές, αλλά δεν είναι.

Απλές — με μεγάλη ουσία.

Κοίταξα ασυναίσθητα προς το μέρος τους. Δεν είχαν τίποτα το ιδιαίτερο. Δύο νεαροί άνθρωποι της διπλανής πόρτας.

Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, μου φάνηκαν σαν να κουβαλούσαν κάτι παραπάνω.

Σκέφτηκα πόσοι ξεκινούν χωρίς πυξίδα — και χάνονται.

Και πόσοι προχωρούν χωρίς ζυγαριά — και νομίζουν πως προχωρούν.

Εκείνος πλήρωσε τους καφέδες τους, σηκώθηκε και είπε απλά:

«Το δύσκολο δεν είναι να ξεκινήσεις. Είναι να διορθώνεις πορεία χωρίς να χάνεις τον προορισμό».

Έφυγαν.

Έμεινα για λίγο ακόμη στο τραπέζι, σκεφτόμουν.

Μήπως η ζωή δεν είναι ούτε σίγουροι δρόμοι ούτε αταλάντευτοι προορισμοί;

Μάλλον μοιάζει με μια συνεχή διόρθωση.

Και ίσως η πυξίδα και η ζυγαριά να είναι τα μόνα εργαλεία που μας συνοδεύουν στον βηματισμό μας.

ΚΜ