




Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.




Ω γλυκύ μου έαρ,
γλυκύτατόν μου Τέκνον,
πού έδυ σου το κάλλος;
Υιέ Θεού παντάναξ,
Θεέ μου πλαστουργέ μου,
πώς πάθος κατεδέξω;
Έρραναν τον τάφον
αι Μυροφόροι μύρα,
λίαν πρωί ελθούσαι.



Στα 1900 μέτρα !

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα και αναρτούμε ένα επίκαιρο διήγημα ,
ήθελε ο θεός και ζήσαμε..
Η Πρωτομαγιά του 1964 συνέπεσε με την Μεγάλη Παρασκευή , ήταν μια από τις σπάνιες χρονιές που το Πάσχα θα το γιορτάζαμε Μάιο . Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά στη κοιλάδα του ποταμού Ύλαιθου ή Δαφνούς.
Το ποτάμι προσέφερε με τα πλούσια νερά του τη ζωή στις μικρές καλλιέργειες που υπήρχαν στους παρακείμενους αγρούς και από τους οποίους οι κάτοικοι συγκομιδούσαν τα βασικά τους αγαθά.
Με το πέρασμα του χρόνου οι κάτοικοι άλλαξαν το όνομα του ποταμιού τους σε Μόρνο γιατί τα νερά του είχαν το ίδιο χρώμα με τα μούρα που ευδοκιμούσαν στις όχθες του , Μουρινός ποταμός , και όπως συμβαίνει με τα ονόματα κόψε από εδώ πρόσθεσε από κει κατέληξε να λέγεται εδώ και πολλά χρόνια Μόρνος .
Τα χωριά στα οποία ανήκε ο κάμπος είχαν κτιστεί πέριξ της κοιλάδας σε χώρους ηλιόλουστους καλά προστατευόμενους από την υγρασία του κάμπου και από τους βοριάδες . Οι παλιοί κάτοικοι διάλεγαν με προσοχή. που θα κτίσουν τον οικισμό τους , Τα κριτήρια τους ήσαν κυρίως η ασφάλεια και το καλό κλίμα που θα τους προφύλασσε από αρρώστιες
Αυτό βέβαια είχε το μειονέκτημα ότι έπρεπε καθημερινά να πεζοπορούν τουλάχιστον μια ώρα για να πηγαίνουν στα αγροκτήματα τους .
Κάποιοι είχαν προνοήσει και είχαν κατασκευάσει και τα αγροτόσπιτα τους εκεί ώστε να αποφεύγουν αυτό το καθημερινό βασανιστικό πήγαινε – έλα , ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες .

Μια από τις λίγες οικογένειες που είχαν αυτό το προνόμιο ήταν και η δική μου . Ο παππούς, που είχε κάνει μετανάστης στην Αμερική για 25 χρόνια στις αρχές του εικοστού αιώνα, είχε φροντίσει, όταν γύρισε πίσω στην πατρίδα, να αγοράσει μια συνεχόμενη έκταση 50 στρεμμάτων δίπλα στις όχθες του ποταμού . Εκεί έκτισε ένα δίπατο αγροτόσπιτο με όλα τα υποστατικά που ήσαν απαραίτητα για την αγροτική και κτηνοτροφική δραστηριότητα .
Ο πατέρας μου εδώ έφερε την μητέρα μου ως νύφη και μαζί με τον παππού και την γιαγιά καλλιεργούσαν την πλούσια γη κυρίως με καλαμπόκια , σιτηρά και κηπευτικά και βιοπόριζαν την οικογένεια τους . Σε αυτό το αγροτόσπιτο γεννήθηκα και μεγάλωσα εγώ , ο μεγαλύτερος , ο αδελφός μου και η αδελφή μου .
Εκείνη την Μεγάλη Παρασκευή του 1964 ο πατέρας μου είχε τελειώσει με την σπορά των χωραφιών, που ήσαν γύρω από το σπίτι, με καλαμπόκι . Τα χρόνια εκείνα το όργωμα και η σπορά γινόταν με το παραδοσιακό τρόπο δηλαδή με τα άλογα ή τα μουλάρια και με το αλέτρι του Ησίοδου ,ήταν μια δύσκολη δουλειά και για τον άνθρωπο και για ζώα .
Δεν έπρεπε ούτε σπυρί να πάει χαμένο ,για να πιάσει ο κόπος τόπο, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά οι άνθρωποι του μόχθου.
Στα φρέσκα οργώματα έπεφταν τα κάθε είδους πουλιά για να ¨κλέψουν΄΄ κανένα σπόρο. Οι επιδρομές δε των κορακιών ήταν η μεγάλη μάστιγα για τους γεωργούς και κατά την σπορά αλλά και μετά κατά την περίοδο της ωρίμανσης και συγκομιδής .
Για να μειώσουν αυτές τις επιδρομές οι γεωργοί έφτιαχναν με παλιά ρούχα κάποια σκιάχτρα και τα τοποθετούσαν στα χωράφια τους . Στην αρχή ήταν αποτελεσματικό μέτρο αλλά σιγά σιγά τα πουλιά εξοικειωνόντουσαν και στο τέλος καθόντουσαν και πάνω στα σκιάχτρα ..
Χρησιμοποιούσαν επίσης κάποιες αυτοσχέδιες κατασκευές από τενεκέδες που με τον άνεμο δημιουργούσαν έντονο θόρυβο που φόβιζε τα πουλιά τουλάχιστον στην αρχή .
Κάποιοι γεωργοί θεωρούσαν πιο αποτελεσματικό μέτρο το να κρεμούν σε κάποιους στύλους μέσα στα χωράφια τους νεκρά πουλιά που είχαν τουφεκίσει.
Ο πατέρας μου είχε ένα παλιό τυφέκιο στρατιωτικό μακρύκανο ,τύπου γκρα, που το είχε μετατρέψει σε κυνηγετικό ,έπαιρνε κυνηγετικό φυσίγγι στην θαλάμη αντί για σφαίρα, λειτουργούσε με κινητό ουραίο .
Εκείνο το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής το είχε κατεβάσει από το ταβάνι του σπιτιού μας όπου το φύλασσε, το όπλισε και παραμόνευε στην αυλή ώστε όταν πέσουν τα πουλιά στα οργωμένα χωράφια να τα τουφεκίσει . Κάποια στιγμή κάπου θέλησε να πάει και άφησε το όπλο πάνω στον φράχτη και απομακρύνθηκε .
Εγώ με τα αδέλφια μου που παρακολουθούσαμε την σκηνή τρέξαμε και εγώ πήρα το όπλο και άρχισα να σημαδεύω πρώτα το αδελφό μου και μετά την αδελφή μου λέγοντας τους αστειευόμενος , σας «σκοτώνω» …πιστεύοντας μάλλον ότι δεν έχει φυσίγγι .
Το χαρακτηριστικό κλικ του επικρουστήρα ακούστηκε και στις δυο περιπτώσεις χωρίς να γίνει εκπυρσοκρότηση ….
μετά έστρεψα το όπλο προς τον ουρανό και ξαναπάτησα την σκανδάλη και ο εκκωφαντικός ήχος της εκπυρσοκρότησης ακόμη ακούγεται στα αυτιά μου ……
πόνημα δημιουργικής γραφής
Κωνσταντίνος Γ. Μπερτσιάς
Φεβρουάριος 2019
Μεγάλη Παρασκευή 


Μητροπολιτικός Ναός Σκούρτων Βοιωτίας


Το κοπάδι είναι των αδελφών Μητράκη σε κάποιο ξέφωτο της Βάλια Καλντα 
πηγή :ελληνικό πανόραμα 9ος 2007
Άρμεγμα στην στρούγκα του Κώστα Καλόγερου 
πηγή : ελληνικό πανόραμα 9ος 2007


« … Η δε γυνή ένα φοβείται, τον άνδρα». Της γίδας τα κέρατα είναι κυρτά, εις σημείον υποταγής, φαίνεται, εις τον υψηκέρατον τράγον. Της κότας η λοφιά είναι αμαυρά και ταπεινή, και του πετεινού είναι κόκκινη, υψηλή και εξηρμένη, και όλον το σώμα του με υψηλά σκέλη ανωρθωμένον. Παντού η υποταγή της θηλείας εις τον άρρενα…»
Αλ. Παπαδιαμάντη “Ο γάμος του Καραχμέτη”
