ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ: το πρώτο μάθημά μου για την αρχοντιά


Θα ‘μουνα δέκα χρονών. Το καλοκαίρι, όταν τέλειωνα το σχολείο κατέβαινα στο ισόγειο δικηγορικό γραφείο του πατέρα μου, όπου και με έβαζαν να αντιγράφω δικόγραφα. Για τις τέσσερις σελίδες χωρίς περιθώριο, πληρωνόμουν μια δραχμή.

Καθισμένος σ’ ένα από τα γραφεία των βοηθών χάζευα πού και πού τους πελάτες, κάθε λογής, πού μπαινόβγαιναν.
Ένα πρωινό ήρθε ένας λεβεντόγερος με κάτασπρη φουστανέλλα. Οι φουστανελλάδες ακόμη τότε δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο. Είδα τους βοηθούς δικηγόρους να σηκώνονται και να του κάνουν μιαν ιδιαίτερα θερμή υποδοχή.

Ο πρώτος βοηθός που φαίνεται να τον γνώριζε καλά, έπιασε κουβέντα μαζί του. Και μια στιγμή τον ρωτάει: «Και τώρα, μπάρμπα Μήτρο, πόσων χρόνων είσαι;» Και ο μπάρμπα Μήτρος, με τ’ όνομα Δημήτριος Μαλαμούλης που είχε εν τω μεταξύ στρογγυλοκαθίσει, του απαντάει μονολεκτικά…
«Δύο». Δηλαδή εκατόν δύο. Από τα εκατό είχε αρχίσει νέα αρίθμηση.

Βγήκε εν τω μεταξύ ο πατέρας μου. Τον οδήγησε στο μέσα γραφείο τα είπανε με αυτόν και το γιο του, ένα λεβέντη εβδομηνταπεντάρη, και όταν βγήκαν στο δωμάτιο που βρισκόμουν και εγώ, πρώτα με σύστησε και ύστερα μου ανήγγειλε ότι θα πάμε την Κυριακή να επισκεφθούμε τον Μαλαμούλη στο χειμαδιό του, κάπου στον Ωρωπό.

Από κουβέντα δεν έπαιρνε ο μπάρμπα Μήτρος. Λίγα λόγια, μετρημένα, βαριά. Τους βοηθούς τού πατέρα μου κι εμένα είχα το αίσθημα ότι μας έβλεπε σαν μικρό κοπάδι αρνάκια. Μικρό, διότι ό Μαλαμούλης είχε απάνω από 3000 αρνιά και κατσίκια, στα Άγραφα το καλοκαίρι και τον χειμώνα στα ορεινά της Αττικής.

Την Κυριακή, όταν φθάναμε στον τόπο όπου είχε στήσει τα τσαντήρια του, των παιδιών, των εγγονών και των δισεγγόνων του, ρίχτηκαν οι καθιερωμένες μπαταριές και μετά μαζευτήκαμε στο μεγάλο τσαντήρι του Γέρου. Είχα μαζί μου, νέο εικοσάχρονο, τον δάσκαλό μου Basset, αυτόν που έκανα πρόσωπο στους «Διαλόγους σε μοναστήρι». Αυτός που δεν χόρταινε να θαυμάζει.

Σε λίγο σταύρωσε ο Γέρος το πρώτο ψωμί. Και οι γυναίκες, αμίλητες και φασαρεμένες μοίραζαν τα κοψίδια, αρνάκι, κατσικάκι, όλα τα αγαθά. Θυμάμαι ακόμη τις βεδούρες, τα γιαούρτια.
Ο γέρο Μαλαμούλης, στη μέση καθισμένος σταυροπόδι, μέσ’ στις άσπρες βελέντζες, τα επόπτευε όλα και έδινε στις γυναίκες και στους παραγιούς προσταγές.

Όταν λίγο μεγαλύτερος διάβασα «Οδύσσεια» τον γέρο Μαλαμούλη τον ταύτιζα μέσ’ στη φαντασία μου με τον Νέστορα, όταν δέχονταν τον Τηλέμαχο.

Καθώς ήμουν καθισμένος πλάι στον πατέρα μου τον ρώτησα ψιθυριστά: «Qu’est-il ce vieux;». «C’est un grand seigneur» μου απαντάει o πατέρας μου και αυτός ψιθυριστά. Και γυρίζοντας αργότερα το λόγο στα ελληνικά: «Να καταλάβεις τι είναι αρχοντιά».

Ήταν το πρώτο μάθημά μου για το μέγα τούτο ηθικό αγαθό: την αρχοντιά.

Αργότερα, μεγάλος σ’ ένα πελοποννησιακό χωριό, γνώρισα έναν άλλο πιο νέο, σχεδόν μεσόκοπο, χωρικό. Στο πρόσωπό του ξανασυνάντησα αυτό που είχα γνωρίσει παιδί στο πρόσωπο του Μαλαμούλη: την αρχοντιά. Το σταύρωμα του καρβελιού από αυτόν ήταν μια ιεροπραξία.

Η αρχοντιά δεν είναι συνώνυμο με την αριστοκρατικότητα, δεν σημαίνει καμιά ταξική διαφορά ή μια διαφορά πλούτου. Αλλά δεν είναι και ένα ηθικό απλώς γνώρισμα. Είναι μια σύνθεση υπερηφάνιας, ευπρέπειας, αυτοπεποίθησης, μεγαλοψυχίας. Άρχοντες βρίσκεις εγκατεσπαρμένους σε όλα τα είδη ανθρώπων.

Ο άρχοντας δεν γίνεται ποτέ μάζα, σε όποια τάξη και αν ανήκει, μένει πάντα πρόσωπο. Δεν μπορώ — ίσως αδυναμία μου — με μια φράση να την ορίσω την αρχοντιά. Αλλά όταν συναντώ κάποιον που έχει αυτό το σύμπλεγμα των αρετών που την απαρτίζουν, τότε την αναγνωρίζω. Λέω μέσα μου: Αυτός είναι άρχοντας. Ανήκει σε αυτή την εκλεκτή κατηγορία ανθρώπων.
Έχομε άρχοντες κατά την νομικήν έννοια, που δεν έχουν αρχοντιά. Έχομε όμως χειρώνακτες που έχουν αρχοντιά.


Κωνσταντίνος Τσάτσος (1899-1987)

Η μνήμη μεγαλώνει τον κόσμο

Κάθε φορά που ο κυρ Ανδρέας ανέβαινε καμπουριασμένος, με κόπο, το μονοπάτι προς τη μικρή πέτρινη βρύση, ο τόπος έμοιαζε ίδιος, κι όμως, μέσα του γινόταν μεγαλύτερος. Το νερό έτρεχε όπως πάντα, λεπτή κλωστή πάνω στις λειχήνες, μα εκείνος άκουγε άλλα — τα γέλια των παιδιών, τα σφυρίγματα του πατέρα του, το χλιμίντρισμα του αλόγου της γιαγιάς του. Κάποτε όλα αυτά χωρούσαν σε μια μικρή σελίδα του χρόνου. Τώρα, δεν φτάνει ο χρόνος όλος…

Έσκυψε, άγγιξε την πέτρα. Δεν υπήρχε τίποτα πια από τους ανθρώπους που αγάπησε, κι όμως ήταν όλοι εδώ. Η μνήμη του είχε ανασύρει σπίτια που δεν φαίνονταν, είχε φτιάξει δρόμους που δεν υπήρχαν πια, είχε στρώσει τραπεζώματα κάτω απ’ τα σκιερά πλατάνια και χορούς με αγαπημένους του που χρόνια τώρα έχουν φύγει. Κι αυτός, χωρίς να το καταλάβει, περπατούσε μέσα σε μια πόλη ολόκληρη, φτιαγμένη από στιγμές.

Έκλεισε τα μάτια. Δεν νοσταλγούσε — επιβεβαίωνε. Ότι τίποτα δεν χάνεται στ’ αλήθεια. Πως ο κόσμος δεν είναι μόνο αυτός που βλέπουμε, αλλά κι εκείνος που θυμόμαστε. Κι όσο θυμόμαστε, απλώνεται, μεγαλώνει, σπρώχνει τα σύνορα λίγο πιο πέρα.

Όταν άνοιξε τα μάτια, ο ήλιος είχε αλλάξει θέση. Κατέβηκε πιο ανάλαφρα το μονοπάτι και λίγο πιο καμαρωτός. Δεν γύριζε από έναν τόπο μικρό, αλλά από μια ήπειρο ολόκληρη — την δική του ήπειρο.

Γιατί ο κόσμος δεν γίνεται μεγάλος από χώρες και θάλασσες. Μεγαλώνει από ένα όνομα που δεν ξεχνάς, από μια μυρωδιά που επιμένει, από ένα φιλί που δεν έσβησε, από μια ιστορία που αποφασίζεις να κρατήσεις.

Κι έτσι, ο κυρ Ανδρέας περπατούσε λίγο ψηλότερος, γνωρίζοντας πια ότι η μνήμη δεν ενώνει τον κόσμο.

Τον μεγαλώνει.