Διάλεξη του καθηγητή Άγγελου Συρίγου με θέμα: Γεωπολιτικές εξελίξεις και Ελλάδα.

Μινέττα ασφαλιστική

Είχαμε την χαρά σήμερα στις εγκαταστάσεις μας να δεχτούμε τον καθηγητή κύριο Άγγελο Συρίγο που με μια πολύ σημαντική διάλεξη. Μας κατατόπισε για τις διεθνείς εξελίξεις και πως αυτές μπορούν να επηρεάσουν και την χώρα μας. Τα στελέχη της Μινέττα είχαν την ευκαιρία να ρωτήσουν τον κύριο καθηγητή για διάφορα θέματα που αφορούν τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Με τη γνωστή του ευρυμάθειά ο κύριος καθηγητής έδωσε το ερέθισμα για να σκεφτούμε πράγματα που συμβαίνουν στη γειτονιά μας και επηρεάζουν και δικές μας ζωές.

Ευχαριστούμε κύριε καθηγητά

Η Kodak: αποκλειστικός Φύλακας ενός επιτυχημένου παρελθόντος και οι συνέπειες

Η επιτυχία της Kodak βασιζόταν σε ένα εξαιρετικά κερδοφόρο επιχειρηματικό μοντέλο (γνωστό ως “ξυράφι και λεπίδες”): πωλούσε φθηνές φωτογραφικές μηχανές (το ξυράφι) και έβγαζε τεράστια κέρδη από την πώληση και την εμφάνιση του φιλμ (οι λεπίδες) για δεκαετίες.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Kodak λειτούργησε ως ένας άκαμπτος Φύλακας του επιτυχημένου της παρελθόντος:

Τι Φύλαγε (Λανθασμένα): Φύλαγε τη δομή του κέρδους (τα υψηλά περιθώρια κέρδους από το φιλμ) και όχι την ουσία της επιτυχίας (την παροχή στον κόσμο της δυνατότητας να καταγράφει και να μοιράζεται αναμνήσεις—το περίφημο “Kodak Moment”).

• Η Αντίδραση στην Ψηφιακή Επανάσταση: Το 1975, ένας μηχανικός της Kodak, ο Steven Sasson, εφηύρε την πρώτη ψηφιακή κάμερα στον κόσμο. Αυτό ήταν ένα πρωτοφανές Δημιουργικό επίτευγμα.

• Η Θανάσιμη Απόφαση: Η διοίκηση της Kodak αντιμετώπισε την εφεύρεση με φόβο και άρνηση, φοβούμενη ότι η ψηφιακή τεχνολογία θα “κανιβάλιζε” την κυρίαρχη και κερδοφόρα επιχείρηση του φιλμ. Η φράση που αποδίδεται είναι: “Είναι χαριτωμένο, αλλά μην το πεις σε κανέναν.”

Η Kodak έγινε ο Φύλακας που σκότωσε τον Δημιουργικό που υπήρχε μέσα της. Προτίμησε να προστατεύσει το παρελθόν (το φιλμ και το κέρδος από αυτό) αντί να το αναδιαμορφώσει για το μέλλον (την ψηφιακή εικόνα).

Το Αποτέλεσμα

Ενώ οι ανταγωνιστές (όπως η Sony, η Canon και αργότερα η Fujifilm—η οποία μετεξελίχθηκε με επιτυχία) εκμεταλλεύτηκαν την ψηφιακή τεχνολογία, η Kodak:

1. Καθυστέρησε: Μπήκε αργά στην ψηφιακή αγορά, με προϊόντα που δεν ήταν αντάξια του ονόματός της.

2. Έχασε το “Σημείο Εστίασης”: Το ψηφιακό της μοντέλο δεν επικεντρώθηκε στην ευκολία, αλλά στην προσπάθεια να αναπαράγει τα χαρακτηριστικά του φιλμ.

3. Χρεοκόπησε: Το 2012, η εταιρεία υπέβαλε αίτηση πτώχευσης (Chapter 11), χάνοντας τελικά ό,τι προσπαθούσε να προστατεύσει.

Το Δίδαγμα της Kodak: Το επιτυχημένο παρελθόν της έγινε παγίδα. Η προσκόλληση στη δομή του παλαιού κέρδους (ο Φύλακας) εμπόδισε τη δημιουργική τόλμη (τον Δημιουργικό) να ανανεώσει την ουσία της επιχείρησης, που ήταν η εικόνα.

Πολυνομία.Μανδαρινοι..και το μυαλό χυλός

•Δικηγορικές εκλογές.Δεν βλέπω έμφαση σε αυτό το ζήτημα.Θαπρεπε όμως.Η αβάσταχτη ελαφρότητα του νομοθετείν.
•Μπαίνει στο δικηγορικο γραφείο ο ταλαιπωρημένος πολίτης και σου εκθέτει την «αδικια» που αισθάνεται.Γιατι σε αυτή τη περίπτωση είναι έτσι και στην άλλη γιουβέτσι σε ρωτάει.Τι ισχύει τελικά σε ρωτάει.Ασε με να το δω και θα σου πω είναι η απάντηση.Και ψάχνεις..ψάχνεις.Ο σύγχρονος μανδαρινος.Ακομα και η AI σηκώνει τα χέρια.Τη ρωτάς σου απαντά μετά της λες ότι δεν είναι έτσι και σου ανταπαντά.Ναι έχεις δίκιο τα μπέρδεψα και σου απαντα με νέο λάθος.
•Ρε παιδιά τι ισχύει ρωτάς συναδέλφους που τοχουν ξαναδεί.Δεν ισχύει το άρθρο τάδε;που ήξερα;Όχι πια.Πριν ένα χρόνο το άλλαξαν με τροπολογία στο νόμο «περί ανέμων και υδάτων και άλλες διατάξεις».Μπα;δεν το είδα.Νυχτα το πέρασαν και είναι στα ψιλά.Μετα από δύο μήνες το ξανά άλλαξαν σε άλλο νόμο γιατί είχε κενα.Α έχουν αναδρομική ισχύ αυτά;Πρέπει να δεις τις μεταβατικές διατάξεις,είναι ασαφείς θέλουν ερμηνεία.Η μια ισχύει μέχρι τότε και η άλλη μετά.Α.
•Και το μυαλό χυλός και οι προθεσμίες τρέχουν και έχεις και χίλια άλλα στο κεφάλι.Η αβάσταχτη ελαφρότητα του νομοθετειν.Και παίρνεις τηλ.τον αδικούμενο και του λες.Τοψαξα.Λοιπον είναι και έτσι και γιουβέτσι.Μα είναι δυνατόν σε ρωτα.Ειναι του λες.Και σκέφτεσαι την ακατάληπτη φυσική των quanta ,τον Χαιντεργκερ.Πως ένα σωματίδιο μπορεί να βρίσκεται συγχρόνως σε δύο θέσεις.Και τον εντολέα σου να κατεβάζει καντήλια και να βγάζει αφρούς.
•Η παράγραφος τάδε του άρθρου τάδε όπως είχε τροποποιηθεί αρχικά με τη παράγραφο τάδε του νόμου τάδε και ακολούθως με το νόμο τάδε από την 1/1 του τάδε έτους τροποποιείται ως εξής…από την 1/6 του έτους τάδε αν ο δικαιούχος έχει τις προπυποθεσεις του νόμου τάδε που ίσχυε μέχρι τότε και περαιτέρω έχει κριθεί ότι κλπ»Τι ισχύει κ.συνηγορε;όλα ισχύουν αν βρεθεί ο κατάλληλος άνθρωπος.Για να βρεθεί η τεχνική λύση.

Πάνος Μπιτσαξής

Το Μυστικό του Μέγα Ποταμού

 

Ακούστε να σας πω, παιδιά μ’, μια ιστορία, μπας και σας μείνει. Γιατί τέτοια πράματα δεν πρέπει να τα τρώει ο καιρός.

Ο παππούς είχε διαβεί προ πολλού τα ενενήντα, αλλά είχε τις δυνάμεις του και δεν είχε χάσει το χάρισμα να διηγείται όμορφες ιστορίες. Ο αφηγηματικός του λόγος μάγευε τους ακροατές του∙ δεν ξεκολλούσαν από τα χείλη του. Μεγάλο χάρισμα, να διηγείσαι απλές ιστορίες και να τις πλάθεις έτσι που οι ακροατές σου να μαγεύονται.

Ο παππούς έσπρωξε ένα ακόμη κούτσουρο στο τζάκι και άρχισε να μαγεύει τα εγγόνια του:

Στο χωριό είχαμε έναν άνθρωπο που τον φωνάζαμε «ο Κατσούφλης». Έτσι, σκέτο. Όνομα, ρίζα, σόγια… αυτά τα ξέρουν οι παπάδες. Για ’μάς ήταν ο Κατσούφλης και τέλος. Άνθρωπος λιγομίλητος, που δεν άνοιγε στόμα ούτε για «καλημέρα» ούτε για «βοήθα Παναγιά». Κάθε πρωί—με το πρώτο φως που χτυπούσε τον προφήτη Ηλία —κατέβαινε τον δρόμο με το σακί στον ώμο. Το καπέλο του χαμηλωμένο, ίσα που φαινόταν το μισό μούτρο του.

Κι όπως το ’χει το χωριό μας , άμα είσαι σιωπηλός, οι άλλοι μιλάνε για σένα.

«Μοναχός θα σβήσει αυτός», έλεγε η κυρά-Ιουλία, που είχε την κουβέντα ετοιμοπόλεμη.

«Κάτι βαραίνει μέσα του, δεν πάει καλά ο τούτος», συμπλήρωνε ο καφετζής, που ήξερε—τάχα—τα ενδόμυχα όλων.

Κανένας, όμως, δεν είχε κάτσει να τον δει με την ψυχή, όχι με τη γλώσσα.

Μια μέρα του Μάη, μεσημέρι, που ’βραζε ο κάμπος και μύριζε η γη πατημένο χώμα, γίνεται μια φασαρία ξαφνική:

«Τα παιδιά! Τα ’πήρε ο ποταμός!»

Δυο μωρά, δεκάχρονα, πήγαν να περάσουν τον Μέγα Ποταμό. Και το ρεύμα τα σήκωσε σαν τσουβάλια άχυρο και τα πέταξε σ’ ένα δέντρο στη μέση. Να ουρλιάζουν, να μπλαβίζουν  απ’ το κρύο.

Ο ποταμός, τέτοια εποχή, κατεβαίνει απ’ τις  ψηλές κορφές   που είναι γεμάτες χιόνι   θεριό. Ούτε άνθρωπο δεν λογαριάζει.

Μαζευτήκαμε καμιά σαρανταριά στην όχθη. Οι γυναίκες κάναν τον σταυρό τους και φώναξαν για το κακό που βρήκε τα παιδιά . Οι άντρες κοιτούσαν… και τους έτρωγε το μέσα τους. Δεν έκανε κανείς βήμα. Το νερό ήταν για τα παλικάρια της παλιάς γενιάς, όχι για τους σημερινούς.

Και πριν να προλάβουμε να πάρουμε απόφαση, βλέπουμε τον Κατσούφλη μέσα στο νερό. Ούτε κουβέντα δεν είπε. Είχε δέσει στη μέση του ένα χοντρό σχοινί—παλιά λινάτσα, γερή—και μας έκανε μόνο ένα νεύμα:

«Κρατάτε γερά.»

Το ποτάμι τον χτυπούσε στο στέρνο, τον κομμάτιαζε. Η παγωνιά… θεέ μ’ και κύριε… ανέβαινε ως τη ραχοκοκαλιά του. Αλλά εκείνος τράβαγε. Σα να ’χε δώσει τάμα. Σα να ’χε μέσα του φωτιά που δεν τη σβήνει νερό.

Φτάνει στο δέντρο. Πρώτα παίρνει το ένα παιδί, το κολλάει πάνω του. Ύστερα το δεύτερο. Τους μιλάει, λέει δυο λόγια, να μην τρομάζουν. Και με το σχοινί που βαστούσαμε πέντε ψυχές απ’ την όχθη, αρχίζουμε να τον τραβάμε πίσω.

Σε τρία λεπτά—τρία λεπτά που μας φάνηκαν αιώνας—το θαύμα έγινε: τα παιδιά βγήκαν στεγνά από θάνατο.

Ο Κατσούφλης… μπλε. Ολόκληρος. Τα χέρια του τρέμανε σαν να τα ’χε βάλει στην παγωνιά. Έβαλε το πουκάμισο και το γελέκι όπως-όπως, φολρεσε το καπέλο του και πριν καν σταθεί γερά είπε μόνο:

«Τα παιδιά… είναι καλά;»

Κι έπειτα πήρε τον δρόμο για το σπιτάκι του.

Την άλλη μέρα έπεσε με πυρετό. Τον γιατρέψαν κάτι ζεστά, κάτι τσάγια, λίγο θυμάρι, λίγη θέληση. Και σε λίγες μέρες ξαναβγήκε στον δρόμο, ίδιος κι απαράλλαχτος, με το σακί στους ώμους και την ίδια σιωπή.

Αλλά το χωριό… άλλαξε.

Η κυρά-Ιουλία πήγε και άφησε ένα πιάτο φαΐ στο κατώφλι του, δίχως να πει τίποτα.

Ο καφετζής—ο πολυλογάς—του άφησε έναν καφέ, τυλιγμένο με πετσέτα, μην κρυώσει.

Τα παιδιά; Τα παιδιά τον κοιτούσαν σαν να περνούσε άγγελος μεταμφιεσμένος σε χωριάτη.

Κι εκείνος;

Μια φορά μονάχα τον άκουσα να λέει, κατεβαίνοντας προς τον κάμπο:

«Αξίζει να κινδυνεύεις για κάτι αληθινό…»

Από τότε, άμα άνοιγε κανείς στόμα να κακολογήσει άνθρωπο που δεν τον ήξερε, ο παπάς τον έκοβε στη ρίζα:

«Μὴν κατ’ ὄψιν κρίσιν κρίνετε, μα τὴν δίκαιην.»

Κι έπεφτε σιωπή. Βαριά σιωπή, σαν αυτή που απλώνεται στον βάλτο μόλις πέσει ο ήλιος.

Γιατί είχαμε μάθει πια πως πίσω από ένα παγερό πρόσωπο μπορεί να κρύβεται ένας άνθρωπος με καρδιά καθαρή σαν της Κρυόβρυσης το νερό — και αγάπη που δεν την νικάει ούτε ποτάμι, ούτε λύσσα, ούτε γλώσσα ανθρώπου.

Πόνημα δημιουργικής γραφής

ΚΜ