

Φωτοδόχον λαμπάδα,
τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.


Φωτοδόχον λαμπάδα,
τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν
Η τετραμελής οικογένεια Ζουγανέλη βρίσκεται πίσω από το πανέμορφο αγρόκτημα Rizes, το οποίο έρχεται να μας υπενθυμίσει την αυθεντική μυκονιάτικη ζωή και την παραδοσιακή πλευρά του νησιού. Ο Νικόλαος και η Παναγιώτα Ζουγανέλη, μαζί με τα παιδιά τους, Μαρουλιώ και Γιάννη, έχουν δημιουργήσει μια μικρή όαση λίγο έξω από το χωριό της Άνω Μεράς, που λειτουργεί τα τελευταία τρία χρόνια, και μας συστήνουν τον τρόπο ζωής και τις συνήθειες τους. Η Μαρουλιώ, παρά το νεαρό της ηλικίας της (21 χρόνων) μας μίλησε για την απόφαση να μπουν στον τουριστικό τομέα και να προσφέρουν μια εναλλακτική εμπειρία σε κάποιον που θα ενδιαφερθεί να μάθει περισσότερα για την παράδοση και την ιστορία του κυκλαδίτικου νησιού.

Ο αχεργιώνας -όπως τον ονομάζουν- ή αλλιώς η αποθήκη με τα εργαλεία
Οι Rizes είναι ένα πολυλειτουργικό αγρόκτημα, όπως επιμένει να το χαρακτηρίζει η Μαρουλιώ σε κάθε ευκαιρία. Τι σημαίνει όμως αυτό; «Στις Rizes συνδυάζουμε τη λαογραφία μαζί με τη γαστρονομία, αλλά και το αγροτικό κομμάτι, διότι έχουμε τις δικές μας καλλιέργειες και τα δικά μας ζώα. Οι επιλογές που έχουν οι επισκέπτες μας είναι πολλές. Μπορούν να έρθουν να φάνε στο εστιατόριό μας, να αξιοποιήσουν τις δραστηριότητές μας (όπως να κάνουν μαθήματα μαγειρικής ή να παρασκευάσουν ψωμί), να περιπλανηθούν στο χώρο μας και να μάθουν για την αρχιτεκτονική της Μυκόνου και τις παραδοσιακές συνήθειες των ανθρώπων της ή απλά να μας γνωρίσουν» εξηγεί η Μαρουλιώ. Ακόμη, μια νέα προσθήκη είναι η δυνατότητα ιππασίας στο χώρο, ο οποίος φιλοξενεί 32 άλογα. «Δίνεται η δυνατότητα σε όποιον το επιθυμεί να κάνει μαθήματα ιππασίας. Παράλληλα, οργανώνουμε και βόλτες με τα άλογα, οι οποίες καταλήγουν σε ένα πικ νικ στην παραλία. Είναι πραγματικά μια μοναδική εμπειρία» προσθέτει.
Οικοδεσπότης και ξεναγός σε αυτή την εμπειρία, είναι η μυκονιάτικη οικογένεια, που συνεχίζει να ζει με την παράδοση και τα έθιμα, τα οποία περνούν από τη μία γενιά στην άλλη. Πλέον η καθημερινότητα και των τεσσάρων μελών της οικογένειας Ζουγανέλη είναι γεμάτη με δουλειές, για την καλύτερη και πιο αποδοτική λειτουργία του αγροκτήματός τους -ή όπως το αποκαλούν, του χωριού τους. «Θα ξυπνήσουμε όλοι αρκετά νωρίς το πρωί. Ειδικά ο πατέρας μου ξυπνάει από τις 5 το χάραμα, καθώς φτιάχνει το ψωμί και πηγαίνει να ταΐσει τα άλογα. Η μητέρα μου θα πάει να φέρει προμήθειες για το μαγαζί και όταν θα επιστρέψει, ασχολείται με τις δουλειές του εστιατορίου, καθώς και με τα λογιστικά, αφού έχει αναλάβει και το οικονομικό κομμάτι. Έπειτα, αναλαμβάνουμε τον ρόλο του οικοδεσπότη, όπου υποδεχόμαστε τον κόσμο και τον καλωσορίζουμε στο σπίτι μας», εξηγεί η Μαρουλιώ.

Ο Νικόλαος Ζουγανέλης μαζί με τον πατέρα του, Γιάννη Ζουγανέλη ετοιμάζουν το ψωμί
«Υπάρχει μεγάλη απήχηση από τον κόσμο, ειδικά από οικογένειες με μικρά παιδιά»
Οι Rizes βρίσκονται στη Μαού στην Άνω Μερά, στον δρόμο προς Φωκό. Εκεί η οικογένεια Ζουγανέλη καλλιεργεί φρούτα και λαχανικά, τα οποία χρησιμοποιούνται στις συνταγές για τα πιάτα του εστιατορίου τους. Ντομάτες, μελιτζάνες, κολοκύθια, αγγούρια, πιπεριές, μαρούλια, καρπούζια και πεπόνια είναι μερικά από τα ζαρζαβατικά και τα φρούτα που καλλιεργούν κάθε καλοκαίρι. Αυτό, είναι ένα κομμάτι που φαίνεται να τραβά έντονα το ενδιαφέρον των γονιών που έχουν μικρά παιδιά και η Μαρουλιώ εξηγεί στο Mykonos Post το γιατί: «Υπάρχει μεγάλη απήχηση από τον κόσμο, ειδικά από οικογένειες με μικρά παιδιά, διότι οι γονείς θέλουν τα παιδιά τους να ενημερωθούν με έναν βιωματικό τρόπο για το πώς καλλιεργούνται τα προϊόντα που βλέπουν έτοιμα στα σούπερ μάρκετ. Ταυτόχρονα, τα παιδιά δείχνουν μεγάλο ενδιαφέρον για την επαφή με τα ζώα, καθώς τα περισσότερα από αυτά έρχονται από πόλεις. Συνεπώς, κάτι τέτοιο δεν τους είναι καθόλου οικείο».
«Πολλοί είναι οι ξένοι που θέλουν να γνωρίσουν την παραδοσιακή πλευρά της Μυκόνου, και όχι μόνο τα πάρτι, τη διασκέδαση και τη χλιδή»
Οι περισσότεροι επισκέπτες του αγροκτήματος φαίνεται να είναι τουρίστες. Σε ένα νησί όπως η Μύκονος, η οποία είναι κατά βάση γνωστή για τη διασκέδαση και την έντονη νυχτερινή διασκέδαση, ακούγεται κάπως περίεργο να υπάρχει τόσο μεγάλη ανταπόκριση από τους ξένους για έναν εναλλακτικό τουρισμό. Όμως, υπάρχουν αρκετοί ξένοι τουρίστες, που επιθυμούν να μάθουν και να γνωρίσουν από κοντά μια διαφορετική όψη του νησιού. Την όψη που έχει έντονη παράδοση και ντόπια έθιμα. «Πολλοί είναι οι ξένοι που θέλουν να γνωρίσουν την παραδοσιακή πλευρά της Μυκόνου, και όχι μόνο τα πάρτι, τη διασκέδαση και τη χλιδή. Ενδιαφέρονται πολύ να το δουν αυτό. Αρκετά συχνά, μας λένε πως διάβασαν για εμάς ή άκουσαν πολύ θετικά σχόλια, οπότε θέλουν να μάθουν τι είναι αυτό, το οποίο συζητιέται τόσο πολύ» σχολιάζει χαρακτηριστικά η Μαρουλιώ.

@Rizes
Η οικογένεια Ζουγανέλη ανέκαθεν ζούσε μια κλασσική, ελληνική, παραδοσιακή ζωή στη Μύκονο. Το αγρόκτημα ήταν το σπίτι τους. Το φροντίζουν και το πονούν εδώ και πολλά χρόνια. Ωστόσο, ήρθε η στιγμή που θέλησαν να κάνουν ένα βήμα παραπέρα και να μπουν στο τουριστικό κομμάτι, χωρίς όμως να χάσουν την ταυτότητα και την αυθεντικότητά τους. «Εμείς πάντα ζούσαμε έτσι. Πάντα ζούσαμε με τον παραδοσιακό τρόπο. Είχαμε τις καλλιέργειές μας, τα ζώα μας, τα πανηγύρια μας. Το σπίτι μας ήταν πάντα γεμάτο κόσμο, αφού η μητέρα μου έκανε συνέχεια τραπέζια. Δηλαδή αυτό που κάνουμε τώρα δεν διαφέρει πολύ από αυτό που ζούσαμε τότε. Απλά είπαμε να το κάνουμε πλέον σε επαγγελματικό επίπεδο και να ασχοληθούμε με το τουριστικό κομμάτι. Η φιλοξενία ήταν κάτι που είχαμε πάντα στο σπίτι μας».
«Αυτό το συναίσθημα θέλω να περάσω στους επισκέπτες μας. Την έννοια της φιλοξενίας, της συντροφικότητας και πάνω από όλα, της παράδοσης».
Αν ανατρέξουμε στο παρελθόν, η Μύκονος είναι γεμάτη με παράδοση και ιστορίες, κάτι που σύμφωνα με τη Μαρουλιώ, πολλοί άνθρωποι το έχουν ξεχάσει. Τονίζει, λοιπόν, πως ένα από τους βασικούς στόχους στις Rizes είναι να θυμίσουν στον κόσμο κάτι που έχουν αφήσει πίσω τους. «Δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να μην είναι έξω σε κάποιο χωράφι και να τρέχει, ή να μην έχει επαφή με τα ζώα, ή το σπίτι μας να μην έχει κόσμο. Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά που κάποιες φορές μέναμε μόνοι στο σπίτι και έλεγα στη μητέρα μου “Τι συμβαίνει; Σήμερα θα φάμε μόνοι μας;”. Αυτό το συναίσθημα θέλω να περάσω στους επισκέπτες μας. Την έννοια της φιλοξενίας, της συντροφικότητας και πάνω από όλα, της παράδοσης».

Ο χώρος τους εστιατορίου και το εξωτερικό κομμάτι του ξυλόφουρνου
Αυτό, πάντως, που είναι σίγουρο, είναι πως το νησί τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει πολύ. Αυτές οι αλλαγές, πολλοί ντόπιοι Μυκονιάτες, θεωρούν πως έχουν αλλοιώσει την ταυτότητα και την αίγλη που είχε κάποτε η Μύκονος και αυτό είναι κάτι που η Μαρουλιώ -η οποία έχει ζήσει όλη της τη ζωή στο νησί- γνωρίζει πολύ καλά. «Είμαι 21 ετών και από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου παιδάκι, η Μύκονος έχει κάνει στροφή 180 μοιρών. Πιστεύω ότι έχουν αλλάξει τα θέλω και τα πιστεύω ορισμένων ανθρώπων και πως έχουν γίνει πιο καταναλωτικοί και πιο άπληστοι. Για αυτό έχουμε φτάσει εδώ που φτάσαμε. Επίσης, θεωρώ πως έχουμε να δούμε πολλά ακόμα στο μέλλον. Πράγματα που θα αλλοιώσουν την παράδοση και το παρελθόν μας. Δυστυχώς, Θα συνεχίζουν να έρχονται αλλαγές στον τόπο μας», λέει με ειλικρίνεια.
Κάτι που με εξέπληξε κατά τη διάρκεια της συζήτησης μας, ήταν η απάντησή στην ερώτηση για το τι αναπολεί περισσότερο από τα παλιά. «Αυτό που αναπολώ είναι να βγω έξω χωρίς να φοβάμαι πως θα συμβεί κάτι. Και οι γονείς μου το ίδιο. Δηλαδή αν είναι να φοβάμαι να βγω να περπατήσω στη Χώρα, την οποία έχω περπατήσει αμέτρητες φορές όλη μου τη ζωή, για εμένα αυτό είναι κάτι το απίστευτο και πολύ στενάχωρο. Επίσης, θα ήθελα τη Μύκονο με λιγότερο κόσμο. Αλλά με καλό κόσμο. Αυτά τα δύο αναπολώ περισσότερο. Δεν μπορώ να διανοηθώ να πηγαίνω σε μία παραλία και μου λένε πως δεν μπορώ μείνω και να κολυμπήσω αν δεν κάτσω σε μια ξαπλώστρα. Σε μία παραλία που πηγαίνω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου και έχω παίξει και μεγαλώσει εκεί».

(Μια εντυπωσιακή ιστορία που αφηγείται ο Stamos Galounis )
-“Το όνομα της συζύγου σας παρακαλώ;» λέει ο ειρηνοδίκης, απευθυνόμενος στον μεσήλικα, άνδρα με το σκληρό κουρασμένο ηλιοκαμένο πρόσωπο, τα ροζιασμένα χέρια και τα ντρίλινα παλιοκαιρισμένα ρούχα.
Σάστισε, ξαφνιάστηκε, χλόμιασε ο άνδρας και αργοπορημένα απάντησε σιγανά: «Αλέξαινα» .
-Αυτό είναι το βαπτιστικό της όνομα; – τον ξαναρωτάει ο δικαστής
–Όχι , όχι , αλλιώς τη λένε – αποκρίθηκε σχεδόν ψιθυριστά ο άνδρας, με τα μάτια κατεβασμένα , κατακόκκινος από ντροπή και βασανιστικά έστυβε το μυαλό του, να θυμηθεί τ όνομα της γυναίκας του.
Ο άνδρας,- ήταν ο μπάρμπα Αλέξης, γεωργός και κτηνοτρόφος- απ’ ένα ορεινό χωριό του Ξηρομέρου, κι ήταν κατηγορούμενος, στο Ειρηνοδικείο Αστακού -εκεί γύρω στα 1970- για αγροζημία.
Τούς ξέφυγαν τα κατσίκια, μπήκαν στα αμπέλια του Σκαρλάτου και δεν άφησαν κλήμα και κληματόβεργα. Μεγάλη ζημιά έπαθε ο άνθρωπος. Δεν βρήκε τσαμπί, για να τρυγήσει.
Τον μήνυσε ο αγροφύλακας και τώρα, πέρα απ την αποζημίωση που δίκαια πρέπει να πληρώσει, περιμένει με αγωνία και την ποινή της αδικοπραξίας, που θα του επιβάλει το δικαστήριο.
Να όμως που του’μελαν τα χειρότερα, δεν θυμόταν το όνομα της γυναίκας του.
Αν είναι ποτέ δυνατόν! Να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί!
Πάνω από είκοσι χρόνια παντρεμένοι, όλοι την έλεγαν… Αλέξαινα..( το θηλυκό του δικού του ονόματος)
Εκείνος πάντα την φώναζε, Γυναίκα ή Αλέξαινα! και τα παιδιά Μάνα! Ποτέ και κανείς, δεν την φώναζε αλλιώς.
Κι ήταν άξια, εργατική, αξιοπρεπής γυναίκα. Εκείνη κρατούσε γερά και σταθερά το τιμόνι της οικογένειας, καθαρή μητριαρχία κι εκείνος την σεβόταν, την εκτιμούσε και αναγνώριζε τις θυσίες και την προκοπή της.
Όλες οι γυναίκες στα μέρη εκείνα, ετεροπροσδιορίζονταν -σπάνιες οι εξαιρέσεις- και εκτός από το επώνυμο, τούς άλλαζαν και τ’ ονομά τους, δίνοντάς τους, αυτό του άνδρα τους, Χριστίνα, Θοδωράκαινα, Γιάνναινα, Σπύραινα, Κώσταινα…
Αυτός ήταν ο κλειστός κόσμος τους, οι άγραφοι νόμοι, οι νοοτροπίες, οι πρακτικές κι’ οι κοινωνικές παραδοχές.
Η κάθε Αλέξαινα, σε πέτρινες εποχές, είχε άλλες έγνοιες, προτεραιότητες, ανάγκες κι επιθυμίες… Με έξι παιδιά, καπνά, σιτάρια, γιδοπρόβατα, σπίτι… το τελευταίο που την ένοιαζε ήταν τ΄ ονομά της. Νάχει η οικογένεια πρώτα -πρώτα υγεία και φαί κι όλα τ’ άλλα , ας καρτεράνε.
Με σταματημένο το μυαλό του, αγχωμένος και ντροπιασμένος , μπροστά στον δικαστή και στο ακροατήριο, γυρίζει προς τα πίσω, εκεί που καθόταν ο μικρός του γιός και τον ρωτάει:
-Ορέ Νίκο, πως λέν καλό μ’ , τ’ μάνα’ς ;-
– Αφροδίτη’ πατέρα – τού απάντησε το παιδί !
– Αφροδίτη! Τόσο ωραίο όνομα!- μουρμούρισε ο δικαστής…
κι ο μπάρμπα Αλέξης ένιωσε μια μαχαιριά μες την καρδιά.
Έγινε η δίκη, πλήρωσε τα δίκαια και σωστά ο κυρ Αλέξης και τ’ απόβραδο, πατέρας και γιός έφτασαν καβάλα στ’ άλογα τους, στο σπίτι, στο χωριό τους.
Έκπληκτη η κυρ Αλέξαινα, άκουσε πρώτη φορά τ’ όνομα της και να της λέει γλυκά – μπορεί κι ενοχικά-… ούλα καλά Αφροδίτη μ’! Ούλα καλά.
Έκτοτε… μόνο το όνομά της ,Αφροδίτη! είχε στα χείλη του.
Πέρασαν τα χρόνια, κύλησε πολύ νερό στον Αχελώο, ήρθε λίγος κοινωνικός πολιτισμός άλλαξαν οι νόμοι, η γυναίκα ανακτά την υπόστασή της, επιτέλους διατηρεί το επώνυμό της, κανείς δεν διανοείται πλέον να της αλλάξει το όνομα…
Κι όμως, κάποιες θηλυκές ιερές ζωές, χάνονται άδικα, άκαιρα και τραγικά, δολοφονημένες από χέρια, κτηνωδών, υπανθρώπων ανδρών…
από Πολιτικά Ημερολόγια
Θα ρωτήσετε ποιον κύριο Πεσμαζόγλου εννοώ, διότι υπήρξαν και υπάρχουν πολλοί και πολύ γνωστοί με το επώνυμο αυτό (ή το δίδυμό του, Πεσματζόγλου), άλλοι βουλευτές και υπουργοί, άλλοι συγγραφείς, άλλοι διάσημοι για άλλους λόγους, από τον Γιάγκο Πεσμαζόγλου του ΚΟΔΗΣΟ, που ήταν και ευρωβουλευτής και συνήθιζε να αγορεύει σε ξένη γλώσσα, τον πατέρα του τον Στέφανο Πεσμαζόγλου, διευθυντή της παλιάς Πρωίας (εκεί που δημοσίευε χρονογράφημα ο Βάρναλης), τον γιο του Γιάγκου, τον συγγραφέα Βασίλη Πεσμαζόγλου που έχει γράψει και το Τυφλό σύστημα που μου άρεσε, έως τον Τζώνη Πεσμαζόγλου τον ραλίστα και κυρίως τον φίλο μου τον Στέλιο που κάναμε μαζί φαντάροι και που όποτε περνάω από τη Θεσσαλονίκη βλεπόμαστε και θυμόμαστε τα παλιά.
Η οικογένεια Πεσμαζόγλου έχει και δικό της λήμμα στη Βικιπαίδεια, άλλωστε. Στο λήμμα αυτό αναφέρεται ότι ο γενάρχης της οικογένειας ήταν ο Γεώργιος Πεσμάς, ο οποίος ήταν εξ απορρήτων σύμβουλος του σουλτάνου Αχμέτ Β’ (1691-1695) αλλά αποκεφαλίστηκε από τον επόμενο σουλτάνο, Μουσταφά Β’, κάτι που έγινε περί το 1700. Τα παιδιά του Πεσμά πήραν το επώνυμο Πεσμαζόγλου, λέει το άρθρο.
Η γενεαλογία της οικογένειας όπως εκτίθεται στο άρθρο μπορεί να είναι αληθινή, αλλά όχι σε όλα της τα σημεία. Διότι, ο γιος του Πεσμά, που θανατώθηκε το 1700, ο Ιωάννης Πεσμαζόγλου, αναγκαστικά θα γεννήθηκε το πολύ το 1700, άντε 1701 αν ήταν κοιλάρφανος. Αλλά κάποιος που γεννήθηκε το 1700 δεν μπορεί να έχει εγγονό γεννημένο το 1859, όπως ισχυρίζεται το άρθρο της Βικιπαίδειας, μιας και ο πρώτος Πεσμαζόγλου που έχει χρονολογία γέννησης είναι ο οικονομολόγος Αλέξανδρος Πεσμαζόγλου (1859-1939), γιος του μεγαλέμπορου Γεωργίου Πεσμαζόγλου και εγγονός του Ιωάννη Πεσμαζόγλου, του γιου τού Πεσμά που αποκεφαλίστηκε το 1700. Δεν βγαίνουν τα χρόνια. Κανονικά πρέπει να μεσολάβησαν τουλάχιστον καναδυό κρίκοι ακόμα στη γενεαλογική αλυσίδα.
Μια άλλη παρατήρηση στο άρθρο της Βικιπαίδειας είναι η ετυμολογία του επωνύμου. Τα επώνυμα, ως γνωστόν, συχνά είναι πολύ σκληρά καρύδια ως προς την ετυμολόγησή τους διότι μπορεί ένα επώνυμο να έχει μεταβληθεί με όχι προφανείς τρόπους, που η οικογένεια τους ξέρει αλλά που δεν είναι εύκολο να τους ξέρει κάποιος εκτός της οικογενείας. Από την άλλη, οι οικογενειακές ιστορίες δεν είναι πάντα αξιόπιστες, διότι οι οικογένειες εξευγενίζουν συχνά (και διά της ετυμολογίας) τις απαρχές τους.
Συνεχίστε την ανάγνωση του “τις πετσέτες του Πεσμαζόγλου τις φοράει και η Τζένιφερ Άνιστον!”
•Είναι το πιο ακριβό ιδιωτικό σχολείο στο κόσμο.Δίδακτρα 140000 ευρώ ετησίως.Ήτοι για να φοιτήσει εκεί ένας μαθητής απαιτείται επένδυση 1.400.000 ευρώ.Λούσα πολλά,πολυτέλειες και η τελευταία λέξη της τεχνολογίας σε έναν σχολικό αυτοπροσδιορισμό ,το «σχολείο του μέλλοντος». Δεν ξέρω τι μπορεί να σημαίνουν όλα αυτά στη πράξη.Με προβλημάτισε η βασική του εκπαιδευτική αρχή. «θέλουμε να εμφυσήσουμε στους μαθητές τον ενθουσιασμό της δίκης τους ικανότητας». Δεν αρκεί μόνο η γνώση.Αυτό το αγαθό πληρώνουν κυρίως οι υπερούσιοι γονείς.
•Σκεπτόμουν το πόσοι μεμονωμένοι καθηγητές.φωτισμένοι άνθρωποι,το έχουν κάνει αυτό πράξη στην Ελλάδα μόνο με το μισθό τους.Συχνά εκτός ωραρίου.Χωρίς τα λούσα.Χωρίς τις πλουτοκρατικές πολυτέλειες.Το πως σφράγισαν το μέλλον πολλών μαθητών τους που τους μακαρίζουν και τους θυμούνται με σεβασμό και αγάπη.Είναι πολλοί.Στη δίκη μου γενιά περισσότεροι.Στο δε Κολλέγιο που τελείωσα εγώ,ιδιωτικό,ακριβό σχολείο αλλά όχι πλουτοκρατικό,σχεδόν όλοι.
•Στενοχωριέμαι όταν σκέπτομαι πως στη χώρα μας έχουμε τη δύναμη και το έμψυχο υλικό αυτή την αρχή να τη κάνουμε πράξη.Και δεν το κάνουμε.Να έχουμε δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα ικανό να εμφυσήσει στους μαθητές τον ενθουσιασμό της δίκης τους ικανότητας.Χωρίς να παραβλέπει την γνώση.Με τρόπους και δομές εξατομικευμένης προσέγγισης.Δεν χρειάζονται λούσα.Δεν χρειάζονται φρου φρου.Έμπνευση,μεράκι,ψυχή γνώση και οργάνωση.Μια κουλτούρα αποστολής.Γιατί είναι καλό να έχεις σύγχρονα σχολεία με άρτιες υποδομές.Το βασικό όμως είναι το τι μαθαίνεις μ,πως το μαθαίνεις και ποιος είναι ο δάσκαλος.Το εκπαιδευτικό σύστημα.Αυτό είναι που πάσχει.Οι άνθρωποι υπάρχουν.Απαιτείται βέβαια ένα περιβάλλον γόνιμης,όχι παλαιομοδίτικης τάξης και πειθαρχίας.Άμιλλας με την καλή εννοια.Επιβράβευσης της προσπαθειας.Όχι θεσμοθετημενο μπάχαλο.
Πάνος Μπιτσαξής



Ο Κοκκινος (παλιά ονομασία Λούτσοβος) με φόντο την λίμνη Μόρνου.

Ο Βασίλι Βασίλιεβιτς Καντίνσκι ήταν Ρώσος ζωγράφος και θεωρητικός της τέχνης. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα και ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της αποκαλούμενης αφηρημένης τέχνης



Το διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη «Εις τρελλός» δημοσιεύτηκε στις 15 Μαρτίου 1887 στο περιοδικό «Εστία».

Μεταξύ των ολίγων περιέργων θεαμάτων της μικράς επαρχιακής πόλεως εις ην διήλθον την παιδικήν μου ηλικίαν, κατελέγετο και εις παράφρων, ούτινος η ανάμνησις έμεινεν βαθέως εγκεχαραγμένη εις το πνεύμα μου.
Υψηλός μάλλον το ανάστημα, κάτισχνος, την κόμην μακράν και αγρίαν, τους οφθαλμούς έξω των κογχών, το γένειον πυκνόν και άτακτον, το δέρμα κατερρικνωμένον υπό του ήλιου και του ψύχους, τον αυχένα κεκυφώς, περιέφερεν από πρωίας μέχρις εσπέρας ανά τας οδούς το ρακένδυτου σώμα του και την πειναλέαν ύπαρξίν του.
Τον ενθυμούμαι ακόμη διατρέχοντα μεγάλοις βήμασιν εν σοβαρότητι την πόλιν, πλανώμενον εις τα περίχωρα αυτής, εξηπλωμένον ακίνητον ως νεκρόν και θερμαίνοντα την κοιλίαν του εις τας αφορήτου φλογός ακτίνας θερινής μεσημβρίας ή ριγώντα συνεσπειρωμένον παρά την είσοδον αχυρώνος τινος τον χειμώνα.
Καθήμενος έξω των καταστημάτων της αγοράς ή οκλάζων παρά τον ουδόν οικίας, έμενεν επί ώρας βυθισμένος εις σιωπηλήν και άγνωστον μελέτην. Άλλοτε εμονολόγει βαδίζων ως να συνδιελέγετο μετ’ αοράτων ομιλητών και τινασσόμενος υπ’ αιφνίδιων ορμών αναιτίου θυμού εγροθοκόπει βαρέως τον αέρα, ως επιτεθέμενος κατ’ αφανών εχθρών.
Άλλοτε ήδεν ακαταλήπτου στιχουργίας άσματα, κατελαμβάνετο υπ’ εκρήξεων αλλοκότου ευθυμίας, έβαλλε δια μιας, ενώ εφαίνετο χαίρων, σπαρακτικωτάτους λυγμούς ή ετρέπετο, ενώ περιεπάτει γαλήνιος, εις δρομαίαν και ακατάσχετον φυγήν.
Αβλαβής άλλως κατά πάντα, ήρεμος ως αρνίον, συμπαθής μάλιστα, μ’ όλην της μορφής του την έκφρασιν και του βλέμματός του την ανήσυχον και αόριστον λάμψιν. Αλλ’ ίσα ίσα διότι ήτο αβλαβής υφίστατο τα πάνδεινα. Τα παιδία των σχολείων παρηκολούθουν αλαλάζοντα κατόπιν του, έσυρον εκ των όπισθεν τα εσχισμένα του φορέματα ή τον ελιθοβόλουν κατά βούλησιν. Οι χαριτωμένοι νεανίαι του γυμνασίου εδοκίμαζον την δύναμιν των βραχιόνων των επί της ράχεώς του. Τον εκύλιον εις την λάσην όταν έβρεχε και εις τον κονιορτόν όταν δεν έβρεχε· τον ηνάγκαζον να ασχημονή παντοιοτρόπως έμπροσθέν των. Του έδιδον και εκάπνιζε τσιγάρα εις τα όποια περιείχετο πυρίτις, όπως γελώσιν έπειτα βλέποντες αναφλεγομένας τας τρίχας του πώγωνός του. Ειδικαί συμμορίαι κατηρτίζοντο προς ανεύρεσίν του, τον συνελάμβανον, τον έδενον και τον έφερον όπου υπήρχε σύναξις κόσμου και ανελάμβανον τα καθήκοντα των εκτελεστών των προαποφασισθέντων προς τέρψιν των περιισταμένων και αναπλήρωσιν άλλης δημοσίας διασκεδάσεως.
Αν έλειπεν αυτός, θα ήτο αδύνατον να διέρχωνται ευαρέσκως τας μικράς αέργους ώρας των οι κάτοικοι. Μόνον αι γυναίκες περιέθαλπον αυτόν κατά τι, οσάκις εζήτει άσυλον εις τας αυλάς των οικιών, ενώ απέπεμπον συνήθως μετ’ οργής τούς δύο άλλους πλανοδίους της πόλεως, ένα ειδεχθή κωφάλαλον και μιαν ανάπηρον επαίτιδα.
Μ’ όλα όμως ταύτα δεν εφαίνετο υποφέρων. Έπί έτη έζη ούτω καί διέτριβεν έν τη πόλει. Ουδέποτε δε του επήλθεν η ιδέα να απομακρυνθή της περιοχής της. Είχε γίνη απαραίτητος, και αυτός εις εκείνη και εκείνη εις αυτόν. Γεγονός εθεωρείτο αν παρήρχετο ημέρα τις ολόκληρος χωρίς να φανή που.
Όλοι εγνώριζον και αυτόν καί την ιστορίαν του.
Έμπορος πρότερον, ιδιοκτήτης καταστήματος, εκ των πλέον μάλιστα νοημόνων και ευπορούντων. Αλλεπάλληλοι όμως ατυχίαι, εις τας οποίας προσετέθη ταυτοχρόνως και η ανακάλυψις της απιστίας της συζύγου του, διέσεισαν τον νουν του και συνεπήραν τας φρένας του. Έκτοτε, εν διαρκεί αφαιρέσει διατελών, εβίου απαθής προς πάσαν έξωθεν αίσθησιν και επήρειαν, ως να εταξείδευε μακράν, εις σφαίρας άλλας, και μόνον τυχαίως να επανήρχετο δι’ ολίγον κάποτε, υπνοβατών, εν τη ζωή. Εν τούτοις μίαν ημέραν ουδαμού εφάνη, και την επιούσαν ομοίως και επίσης την μεθεπομένη. Δια μιας εχάθη από της πόλεως. Είχεν αποφασίση άραγε επί τέλους να μεταναστεύση; Ήτο κεκρυμμένος; Του είχε συμβή άλλο τι;
Ποικίλαι εκυκλοφόρησαν διαδόσεις. Άλλ’ η πιθανωτέρα πασών υπήρξεν η κομισθείσα υπό χωρικών, ότι ώφθη κάτωθεν ενός των πέριξ βουνών, εντός βαθέος κρημνού, καταπεσών από δυσθεωρήτου ύψους, με την κεφαλήν διερρωγυίαν και εσκορπισμένον επί των γύρω πετρών τον εγκέφαλον – όστις από τόσου χρόνου δεν του εχρησίμευε πλέον…
Μιχαήλ Μητσάκης
Έλληνας δημοσιογράφος και συγγραφέας, καθώς και ένας εκ των σημαντικότερων εκπροσώπων της Νέας Αθηναϊκής Σχολής.
Έλαβε τις γυμνασιακές του σπουδές στη Σπάρτη, απ´όπου έλκυε την καταγωγή του. Ως μαθητής εξέδωσε την χειρόγραφη βραχύβια εφημερίδα “Ταΰγετος“.Το 1880 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία όμως εγκατέλειψε μετά από δύο χρόνια για να αφοσιωθεί στην δημοσιογραφία.
