Λάκης Παπαστάθης (1943-2023), Η Ήσυχη

Posted by il Notaro

*

Ο επιλοχίας, ανεβασμένος στα σκαλιά του λόχου, μοίραζε τα γράμματα φωνάζοντας το όνομα. Τα πετούσε με δύναμη στον ουρανό κι αυτά προσγειώνονταν με τσαλίμια μέσα στο τσούρμο των φαντάρων. Ο παραλήπτης σπάνια έπιανε το γράμμα στον αέρα, συνήθως το έψαχνε ανάμεσα στις αρβύλες των άλλων φαντάρων που περίμεναν κι αυτοί το δικό τους. Όταν τα γράμματα τέλειωναν ο λοχίας φώναζε χαιρέκακα «οι υπόλοιποι έχετε χαιρετίσματα από τη Βουγιουκλάκη… και φιλιά!».

«Και σήμερα δεν ήρθε γράμμα της. Ας μου ’γραφε δυο γραμμές που να λένε πως μ’ αγαπάει και πως με σκέπτεται κι εγώ ας καθόμουν τρεις μέρες συνέχεια σκοπιά. Θ’ άντεχα τα πάντα!»

Η έξοδος των φαντάρων στην Κόρινθο κρατούσε από τις τρεις το απόγευμα μέχρι τις εννιά το βράδυ. Όλη η πόλη ντυνόταν στο χακί. Γέμιζαν τα ζαχαροπλαστεία και οι ταβέρνες. Οι πιο τυχεροί, που τους επισκέπτονταν τα κορίτσια ή οι γυναίκες τους, κλείνονταν σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου κι έβγαιναν στο παρά πέντε τρέχοντας να προλάβουν να χωθούν στο στρατόπεδο πριν από τις 9. Η αγαπημένη του ήρθε μόνο μία φορά. Ήταν βιαστική και αγχωμένη. Σχεδόν δεν πρόλαβε να τη φιλήσει, να την αγκαλιάσει λίγο πριν μπει στο λεωφορείο για την Αθήνα. Όμως το βράδυ στη σκοπιά τη σκεφτόταν με την άνεσή του. Αναπαριστούσε στο μυαλό του τις πιο έντονες ερωτικές σκηνές τους και φανταζόταν πως όταν θα πήγαινε με άδεια στο σπίτι της στην Αθήνα θα πετούσε τα φανταρίστικα από την είσοδο, θα γδυνόταν για να την αγκαλιάσει. Την ποθούσε τόσο πολύ που δεν είχε καθαρό μυαλό να δει πως το κορίτσι τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερο απομακρυνόταν απ’ αυτόν.

Advertisementsabout:blankREPORT THIS ADΑΠΌΡΡΗΤΟ

Ο πιο τακτικός επισκέπτης ήταν η Ειρήνη. Ερχόταν και τις μέρες που δεν είχε επισκεπτήριο και τον έβλεπε απ’ το φράχτη ή άφηνε φαγητό και τσιγάρα στην πύλη. Ήταν ένα από τα κορίτσια της παρέας του που δεν είχε όμως ποτέ ερωτική σχέση μαζί του. Τη φώναζαν « η Ήσυχη», γιατί μιλούσε λίγο και σιγανά. Δεν θύμωνε, δεν ύψωνε τη φωνή της, δεν τσακωνόταν ποτέ. Έλαμπε ολόκληρη όταν τον έβλεπε αλλά δεν τον κοιτούσε ποτέ με νόημα, ούτε τον φιλούσε ποτέ στο στόμα. Έβαζε μόνο τα δάχτυλά της στα μαλλιά του ανεμίζοντάς τα. Η σχέση τους δεν είχε καμία εξέλιξη. Ήταν πάντα σταθερή και σίγουρη. Και για τους δυο. Χωρίς σκαμπανεβάσματα. Αυτός σκέφτηκε κάνα δυο φορές να την αρπάξει ερωτικά αλλά δεν το τόλμησε γιατί αυτή δεν του δημιούργησε ποτέ κατάλληλη ατμόσφαιρα.

Από την Κόρινθο μετατέθηκε στο Κιλκίς. Η αγαπημένη του εξαφανίστηκε αλλά η «Ήσυχη» έφτανε πάντα με το αυτοκινητάκι της κάθε Σάββατο στο στρατόπεδο για να τον δει. Τις μέρες που αυτός ερχόταν με άδεια στην Αθήνα ήταν πάντα κοντά του. Ένα βράδυ έξω από το στρατόπεδο, την ώρα που τον αποχαιρετούσε του είπε ήσυχα: «Την άλλη Κυριακή παντρεύομαι τον Νίκο!». Του το είπε χαμογελώντας τρυφερά και ανεμίζοντας του τα μαλλιά. Αυτός ξαφνιάστηκε για λίγο αλλά μετά δακρυσμένος την αγκάλιασε και τη φίλησε στα μάγουλα. Μετά το γάμο οι συνήθειές της δεν άλλαξαν. Μόνο που τώρα καμιά φορά τη συνόδευε και ο άντρας της. Τρεις φίλοι γερά δεμένοι απ’ τα χρόνια του σχολείου.

Τα χρόνια πέρασαν. Ο Κώστας απολύθηκε, παντρεύτηκε, έγινε πατέρας. Όσο μεγάλωνε, η Ήσυχη τον φώναζε Κωστάκη. Εκτός από τις οικογενειακές συναντήσεις έβγαιναν συχνά οι δυο τους για καφέ ή πήγαιναν στο σινεμά. Κι αυτό το τηρούσαν με θρησκευτική ευλάβεια. Δεν υπήρχε στη ζωή τους πιο πιστή σχέση. Όταν εκείνη αρρώστησε και πήγε στο νοσοκομείο αυτός ήταν κάθε μέρα δίπλα της. Όταν ξύπνησε μετά από σοβαρή εγχείρηση τον είδε πάνω από το μαξιλάρι της. Του’ πιασε το χέρι και το χάιδευε… « Κωστάκη, κάποτε θα ταξιδέψουμε οι δυο μας. Χωρίς τα παιδιά μας, μόνοι μας. Θα πάμε σε μία εξωτική χώρα, απ’ αυτές που κρεμάνε στα κορίτσια στεφάνια με λουλούδια στο λαιμό. Θα μένουμε σ’ ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα, στη ρηχή θάλασσα με τα άσπρα αφριστά κυματάκια. Θα σου αγοράσω παρδαλά ρούχα. Θα είναι το μόνον της ζωής μας ταξείδιον… χαρά μου».

Πηγή:neoplanodio.gr

Η αγγελία

Posted by il Notaro

της ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΪΜΑΝΗ

Κάποτε ήρθε στην εφημερίδα μια αρκετά παράξενη αγγελία, τέσσερις σειρές όλες κι όλες.

«Ζητείται ικανός βιογράφος να γράψει την ζωή μου. Απαραίτητη προϋπόθεση, να διαθέτει φαντασία, χρόνο και έμφυτη ικανότητα στα ψέματα. Πληροφορίες…»

Όταν είδε ο υπάλληλος στα γραφεία της εφημερίδας το παράξενο κείμενο, γέλασε δυνατά και κοίταξε τριγύρω, μη τον έβλεπε κανείς, θα τον περνούσαν σίγουρα για τρελό ή κάπως μεθυσμένο ενώ εκείνος είχε κόψει το ποτό εφτά χρόνια πριν∙ κι αυτό γιατί του είχε απαγορεύσει το σεβαστό δικαστήριο να βλέπει, έστω και τα Σαββατοκύριακα, την κόρη του, κι έτσι δεν πρέπει να γνώριζαν, τότε, τι θυσίες είναι ικανός να κάνει ένας πατέρας για το βλαστάρι του και δεν το ξανάβαλε στο στόμα του. Εδώ και δυόμισι χρόνια, ευτυχώς, την έβλεπε πιο συχνά.

Σκούπισε στο πουκάμισο τα γυαλιά του∙ γεμίζανε δαχτυλιές κάθε τόσο κι όλο νόμιζε πως έβλεπε ορθογραφικά λάθη στο χαρτί και διόρθωνε γραπτά που δεν είχαν κανένα λάθος. Έτσι και εκείνη την στιγμή, τα σκούπισε μηχανικά και άρχισε να την ξαναδιαβάζει. Μπα! το ίδιο έλεγε. Ποιος παλαβός, σκέφτηκε, στέλνει κάτι τέτοιο να δημοσιευτεί; Και καλά, συνέχισε, άντε να βρεθεί ένας άλλος παλαβός να του γράψει την ιστορία του, ποιος θα βρεθεί να καταπιεί τόσα ψέματα; Χαμογέλασε, και την άφησε πιο πέρα στο γραφείο, ούτε καν στα υπ’ όψιν, ενώ βάλθηκε να οργανώσει τις άλλες, τις πλέον σοβαρές που είχαν φτάσει στα χέρια του.

Οι ώρες περνούσανε βασανιστικά αργά. Κάποια στιγμή σήκωσε με κούραση το βλέμμα του από τον υπολογιστή. Χρειάστηκε κάμποσα λεπτά ωσότου να ξεδιαλύνει μέσα του πόσο είχε περάσει από την προηγούμενη στιγμή που έκανε το ίδιο. Και η αλήθεια είναι πως μόλις σήκωσε τα μάτια, ψαχούλεψε επάνω στο γραφείο του, για εκείνη την αλλόκοτη αγγελία. Πρέπει να ήταν αυτή που δεν τον άφηνε διόλου να συγκεντρωθεί.

Ανάμεσα σε διάφορες αγγελίες που κάθε τόσο κατέκλυζαν το μικρό του γραφείο, οι περισσότερες αληθινά αδιάφορες, ήταν η μοναδική που δημιούργησε έξαψη κάτω απ’ τα μονίμως βρώμικα γυαλιά του.

Ανασκάλεψε τριγύρω στα χαρτιά. Έψαξε όλο το γραφείο του σχεδόν, για να την ξαναπιάσει στα χέρια του κι έτσι, την βρήκε κάτω από διάφορες άλλες που ζητούσανε υπαλλήλους προς εργασιακή αποκατάσταση. Παράξενο, πραγματικά παράξενο, που την βρήκε σ’ εκείνο το σημείο, λες και εκεί ήταν η θέση της. Την κοίταξε κάμποσα λεπτά σταθερά, κρατώντας την και με τα δύο χέρια. Δίπλα του ήταν το τηλέφωνο, μια μαύρη συσκευή παλιάς τεχνολογίας με το καντράν που γύριζε αργά τα νούμερα και έπρεπε να περιμένεις δευτερόλεπτα για να ξαναγυρίσει στην αρχική του θέση, τόσα δευτερόλεπτα όσα χρειάζονταν για να καταλάβεις το λάθος σου και να κλείσεις την γραμμή προτού προλάβει ο άλλος να το σηκώσει από την απέναντι πλευρά.

Τώρα βέβαια, θα αναρωτηθούμε όλοι μας, τι δουλειά έχει ένα παλιό τηλέφωνο σε μια εφημερίδα, και μάλιστα, σε τέτοια σύγχρονη εποχή. Να σας πω πως και εγώ αλήθεια δεν γνωρίζω, παραξενιές του υπαλλήλου θα αρκεστώ να πω και θα κλείσω  την παρένθεση.

Με το ένα του χέρι ιδρωμένο, κράτησε το χαρτί και με το άλλο, βάλθηκε να σχηματίζει αριθμούς. Δύο, ένα μηδέν… Και μέχρι να τελειώσει σχεδόν τα δέκα νούμερα ήταν αρκετές οι φορές που είπε να το κλείσει, αν και μέσα του νίκησε την περιέργεια. Χτυπούσε, απίστευτο, αληθινά χτυπούσε στην άλλη γραμμή του παράξενου εντολέα και εκείνος περίμενε με ένταση επάνω στο ακουστικό.

Παρακαλώ;» ακούστηκε από την άλλη μεριά του τηλεφώνου. Μια φωνή βαριά γέροντα. Ήταν παράξενο βέβαια, αλλά, άντρας ήταν σίγουρος ότι θα το σηκώσει. Δεν ήταν αγγελία που θα την έστελνε γυναίκα, καθώς κείνες που ήταν πάντοτε πολύ ικανές στα ψέματα και στις δυνατές ιστορίες,  δεν ήταν αναγκαίο να αναζητήσουν βοήθεια από κανέναν άλλο.

—Καλημέρα σας, απάντησε προσπαθώντας να έχει εξασφαλίσει το πιο σταθερό κι επαγγελματικό του ηχόχρωμα. Σας καλώ για την αγγελία που ζητήσατε να δημοσιευτεί την εφημερίδα, ήθελα να ρωτήσω…

—Ενδιαφέρεστε; τον διέκοψε κάπως σκληρά αυτός που αναζητούσε.

—Όχι, απλά θέλησα να διευκρινίσω… συνέχισε ο υπάλληλος της εφημερίδας διαλέγοντας προσεκτικά τα επόμενα λόγια του, έτσι ώστε να εξηγήσει γρήγορα στη γραμμή για ποιο λόγο δεν μπορούσε να του δημοσιεύσει τούτη την αγγελία. Όμως εκείνη τη στιγμή άκουσε ένα κουρασμένο στεναγμό από το ακουστικό, λες και ο άλλος παραιτήθηκε προτού προλάβει να του πει ότι ήθελε να ρωτήσει.

Συνεχίστε την ανάγνωση του “Η αγγελία”

Ρίζες και κορφές

– Πῆτε μου, ρίζες τῶν δενδρῶν και σεῖς, κορφές τοῦ δάσους τί βλέπετε βαθειὰ στὴ γῆς καὶ τί ψηλὰ στὰ οὐράνια;

Στόν κόσμο ἐτοῦτον, πού περνᾶς νά βγάλῃς τή σειρὰ σου, ἀξίζει νά ’σαι ταπεινός ἤ νά ’χης περιφάνεια;

Κι’ εἶπε ἡ ριζούλα ἡ πιό βαθιά μές ἀπ’ τῆς γῆς τά σπλάχνα – τήν ἀδελφή μου ἐγώ κορφή ποτέ δέν τή ζηλεύω κι, οὔτε μέ νοιάζει ἄν λησμονᾶ μές στ’ οὐρανοῦ τήν ἄχνα πῶς γιά νά παίζῃ αὐτή ψηλά, στά βάθη ἐγώ δουλεύω.

Γ. ᾿Αθάνας

Εμπειρίες μιας Ελληνίδας που μετανάστευσε στην Γερμανία

Όταν από λάθος της ασφαλιστικής, έμεινε το αμάξι μου ανασφάλιστο για ΔΥΟ μέρες, την τρίτη μέρα ήρθε γράμμα από τον Δήμο που με ενημέρωνε ότι θα μου κόψουν τον κ#λο με ευγενικό τρόπο, αν δεν πληρώσω τα ασφάλιστρα ή ότι θα μου πάρουν τις πινακίδες και το αμάξι θα ακινητοποιηθεί, αλλά για αρχή ας πληρώσω 80€. Έλυσα το θέμα με την ασφαλιστική, πλήρωσε το ποσό, αποκαταστάθηκε το όλο πράμα. Αυτό είναι ασφάλεια προς τους συνανθρώπους μου.