«Τείχη»

[Θαυμάστε την μαεστρία του ποιητή: αιδώ και εδώ ( πρώτος και τρίτος στίχος), τείχη και τύχη, είχον και ήχον κτλ ]

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A, όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Κ. Καβάφης

Το χάος και η Δικαιοσύνη

•Διερωτήθηκα και το έψαξα ,αν η λέξη χάος έχει πληθυντικό η αν το ουδέτερο χάος εμπεριέχει όλα τα χάη.Τελικά έχει.Τα χάη των χαών.Το λέω γιατί το χάος της Δικαιοσύνης εμπεριέχει πολλά επι μέρους χάη.Όλα όμως ενώνονται σε ένα κεντρικό χάος.Την αρνησιδικία.
•Κάποτε μιλούσαμε για βραδυπορία για καθυστέρηση.Τώρα το πράγμα έχει αναβαθμιστεί.Μιλάμε για αυτοκατάργηση της τρίτης εξουσίας.Γιατί όταν μια ,ακομα και απλή υπόθεση ,χρειάζεται χρόνια ατελείωτα,συχνά δεκαετίες ,όταν επιλύεται σε συνθηκες που έχουν ριζικά μεταβληθεί τα πάντα ,τοτε η δικαιοσύνη είναι το λιγότερο προσχηματική.Το δικαίωμα παροχής έννομης προστασιας ακυρώνεται.Τούτο δε οφελεί προεχοντως τον εν αδίκω διάδικο.Τι να σας πω.Κάθε δικηγόρος αν τον ρωτούσατε θα γέμιζε τόμο με τις εμπειριες του.
•Διερωτώμαι αν η κυβέρνηση έχει συνείδηση του χάους.Μάλλον όχι.Η συνείδηση του προβληματος προϋποθέτει ικανότητα να το αντιληφθείς ,ως προς τη φύση και τις επιπτώσεις του.Τέτοια ικανότητα δεν υπάρχει.4 χρόνια δεν έχει αλλάξει τίποτα.Αντίθετα η κατάσταση επιδεινώνεται διαρκώς ,παρά τη τεχνολογία.
•Μιλάμε για πολιτική ευθύνη.Άκουγα τον Υπουργό Δικαιοσύνης να εξαίρει την ευθιξία του Καραμανλή και την ανάληψη πολιτικής ευθύνης.Τη δίκη του πολιτικη ευθύνη την έχει σκεφτεί;Δεν νομίζω.Γιατί δεν φταιω εγώ,δεν φταις εσυ,φταίνε πάντα οι άλλοι.

Πάνος Μπιτσαξής

Οἱ ἀ­να­κρί­σεις γιὰ τὸν θά­να­το τῆς Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσας καὶ τῆς για­γιᾶς της!

Χρῖ­στος Δάλ­κος

ΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑΝ ΟΙ ΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ γιὰ τὸν θά­να­το τῆς Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσας καὶ τῆς για­γιᾶς της, ὅ­λοι ἐλ­πί­σα­με ὅ­τι τὸ μα­χαί­ρι θὰ ἔ­φτα­νε ὣς τὸ κόκ­κα­λο καὶ ὅ­τι δὲν θὰ συγ­κα­λύ­πτον­ταν οἱ τε­ρά­στι­ες εὐ­θύ­νες τῆς μη­τέ­ρας ἢ καὶ τοῦ (ἀ­νύ­παρ­κτου) πα­τέ­ρα, καὶ δὲν θὰ φορ­τώ­νον­ταν μο­νο­με­ρῶς στὸν με­γά­λο κα­κὸ λύ­κο.

        Ἐ­ξη­γοῦ­μαι ἀπ᾿ τὴν ἀρ­χή, γιὰ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χῃ καμ­μί­α πα­ρε­ξή­γη­ση: Δὲν ἀρ­νοῦ­μαι ὅ­τι ὁ λύ­κος κα­τά­πι­ε τὴν Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα καὶ τὴν για­γιά της — ἐξ ἄλ­λου αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ φύ­ση του καὶ ἡ δου­λειά του — δι­ε­ρω­τῶ­μαι ἁ­πλῶς ποι­ά ἦ­ταν ἐ­κεῖ­να τὰ μέ­τρα ποὺ ἐ­λή­φθη­σαν ὥ­στε νὰ μὴν δι­ευ­κο­λυν­θῇ ἡ ἀν­θρω­πο­βό­ρα δρα­στη­ρι­ό­τη­τά του.

        Ἀπ᾿ αὐ­τὴν τὴν ἄ­πο­ψη, κά­νει ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι οἱ ἀ­να­κρι­τι­κὲς ἀρ­χὲς δὲν ἐ­πι­χει­ροῦν οὔ­τε κατ᾿ ἐ­λά­χι­στον νὰ δώ­σουν ἀ­πάν­τη­ση σὲ δύ­ο εὔ­λο­γα ἐ­ρω­τή­μα­τα:

        α) Για­τί ἡ για­γιὰ μέ­νει στὸ δά­σος καὶ δὲν εἶ­ναι ἐγ­κα­τε­στη­μέ­νη στὸ σπί­τι μα­ζὶ μὲ τὴν κό­ρη καὶ τὴν ἐγ­γό­να της;

        β) Για­τί ἡ Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα, μὲ τὴν ἀ­πο­στο­λή της στὸ δά­σος, ἐ­κτί­θε­ται στὸν προ­φα­νῆ κίν­δυ­νο νὰ φα­γω­θῇ ἀ­πὸ τὸν λύ­κο;

        Ἡ ἀ­πάν­τη­ση καὶ στὰ δύ­ο ἐ­ρω­τή­μα­τα ἀ­να­δει­κνύ­ει τὶς τε­ρά­στι­ες ἕ­ως ἐγ­κλη­μα­τι­κὲς εὐ­θύ­νες τῆς μη­τέ­ρας καὶ ἐμ­βάλ­λει σὲ ὑ­πο­ψί­ες γιὰ ἐν­δε­χό­με­νο δό­λο, ἤ­τοι γιὰ πρό­θε­σή της νὰ ἀ­παλ­λα­γῇ ὄ­χι μό­νο ἀ­πὸ τὴν για­γιὰ ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὴν Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα.

        Ἡ ἄρ­νη­ση τῶν ἀ­να­κρι­τι­κῶν ἀρ­χῶν νὰ θέ­σουν — πό­σῳ μᾶλ­λον νὰ ἀ­παν­τή­σουν — τὰ ἀ­μεί­λι­κτα ἐ­ρω­τή­μα­τα προ­ϊ­δε­ά­ζει γιὰ μιὰ ἐ­πι­χεί­ρη­ση συγ­κά­λυ­ψης τῆς ἀ­λή­θειας ἐκ μέ­ρους τους, κά­τι πού, εἰ­ρή­σθω ἐν πα­ρό­δῳ, δὲν συμ­βαί­νει γιὰ πρώ­τη φο­ρά. Νω­πὴ εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­φα­ση γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­ση Κον­το­ρε­βι­θού­λη, ὅ­που κα­τα­βλή­θη­κε προ­σπά­θεια  — καὶ τε­λι­κῶς ἐ­πι­τεύ­χθη­κε — νὰ ἀ­πο­σι­ω­πη­θῇ ἐν­τε­λῶς ὁ ἐγ­κλη­μα­τι­κὸς ρό­λος τῶν γο­νέ­ων στὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη τῶν παι­δι­ῶν τους στὸ δά­σος.

        Τὰ πα­ρα­μύ­θια πε­ρὶ τε­λι­κῆς σω­τη­ρί­ας τοῦ Κον­το­ρε­βι­θού­λη καὶ τῶν ἀ­δελ­φῶν του ἢ πε­ρὶ συρ­ρα­φῆς τῆς γε­μά­της μὲ πέ­τρες κοι­λιᾶς τοῦ λύ­κου (!) καὶ συ­να­κό­λου­θης κα­τα­βα­ρά­θρω­σής του δὲν πεί­θουν κα­νέ­να, καὶ ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει δὲν εἶ­ναι ἱ­κα­νὰ ἀ­πὸ μό­να τους νὰ ἀ­θω­ώ­σουν τοὺς βα­σι­κοὺς ὑ­πεύ­θυ­νους αὐ­τῆς τῆς συγ­κε­κα­λυμ­μέ­νης ἀν­θρω­πο­κτο­νί­ας.

ΠΗΓΉ: neoplanodion.gr

ΧΡΙ͂­ΣΤΟΣ ΔΆΛ­ΚΟ (ΤΡΌ­ΠΑΙ­Α ἈΡ­ΚΑ­ΔΊ­ΑΣ, 1951). ΣΠΟΎ­ΔΑ­ΣΕ ΣΤῊ ΦΙ­ΛΟ­ΣΟ­ΦΙ­ΚῊ ΣΧΟ­ΛῊ Ἀ­ΘΗ­ΝΩ͂Ν ΚΑῚ ἘΡ­ΓΆ­ΣΤΗ­ΚΕ ὩΣ ΦΙ­ΛΌ­ΛΟ­ΓΟΣ ΣΤῊ ΜΈ­ΣΗ ΔΗ­ΜΌ­ΣΙΑ ἘΚ­ΠΑΊ­ΔΕΥ­ΣΗ. ΔΗ­ΜΟ­ΣΊ­ΕΥ­ΣΕ:ΜΙ­ΚΡῈΣ ΒΙ­Ο­ΜΗ­ΧΑ­ΝΙ­ΚῈΣ Ἱ­ΣΤΟ­ΡΊ­ΕΣ (ΔΙ­Η­ΓΉ­ΜΑ­ΤΑ, Ἀ­ΘΉ­ΝΑ, 1987), ΤᾺ Ἰ­ΔΕ­Ο­ΛΟ­ΓΉ­ΜΑ­ΤΑ ΤΗ͂Σ ΝΈ­ΑΣ ΓΛΩΣ­ΣΟ­ΛΟ­ΓΊ­ΑΣ(ΔΊ­ΑΥ­ΛΟΣ, 1995), ΝΕΥ­ΡΌ­ΣΠΑ­ΣΤΟ ΤΗ­ΛΕ­ΧΕΙ­ΡΙ­ΣΤΗ­ΡΊ­ΟΥ (ΠΟΙ­Ή­ΜΑ­ΤΑ, ΠΛΑ­ΝΌ­ΔΙΟΝ, 2007) Κ.Ἄ. ΤΕ­ΛΕΥ­ΤΑΙ͂­Α ΤΟΥ ΒΙ­ΒΛΊΑ ΤῸ ΠΕΖΌΜΕ­ΛΑΝ­ΘΏ (ΜΕΛΆΝΙ, 2016) ΚΑῚ ΤῸ ΔΟ­ΚΊ­ΜΙΟ ΓΛΩΣ­ΣΙΚῊ ΔΙ­ΔΑ­ΣΚΑ­ΛΊΑ: ΜΉ­ΠΩΣ ἮΡ­ΘΕ ΚΑΙ­ΡῸΣ ΝᾺ ΔΙ­ΟΡ­ΘΏ­ΣΟΥ­ΜΕ ΤᾺ ΛΆΘΗ ΜΑΣ; (ΠΑΡΑ­ΣΚΉ­ΝΙΟ/ΔΊ­ΘΥ­ΡΟΝ, 2019).

Εαρινή Ισημερία

Αστρονομικό φαινόμενο, κατά το οποίο η ημέρα και η νύχτα έχουν περίπου την ίδια διάρκεια. Συμπίπτει πάντα με την 20η ή 21η Μαρτίου (20 Μαρτίου 2023) για το βόρειο ημισφαίριο και τις 22 ή 23 Σεπτεμβρίου για το νότιο ημισφαίριο.

Εαρινή ισημερία ονομάζεται στο βόρειο ημισφαίριο, όπου ανήκει και η χώρα μας και σηματοδοτεί ως εκ της ονομασίας της την πρώτη ημέρα της άνοιξης, μιας από τις τέσσερις εποχές του έτους. Στη συνέχεια, η ημέρα μεγαλώνει και η νύχτα μικραίνει, ώσπου η ημέρα να φθάσει στο ζενίθ της κατά το θερινό ηλιοστάσιο της 21ης Ιουνίου.

Αντίθετα, στο νότιο ημισφαίριο η ισημερία του Μαρτίου σηματοδοτεί την έναρξη του φθινοπώρου, γι’ αυτό καλείται φθινοπωρινή. Στη συνέχεια, η νύχτα μεγαλώνει και η ημέρα μικραίνει, ώσπου η νύχτα να φθάσει στο ζενίθ της κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο της 21ης Ιουνίου.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/

© SanSimera.gr

Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΗΣ ΤΡΙΣΒΑΘΗΣ ΛΑΛΙΑΣ

Με αφορμή τις εισηγήσεις κριτικών λογοτεχνίας ,
πανεπιστημιακών και συγγραφέων στην ημερίδα
του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού ” Ο
Αναγνώστης ” με θέμα τη γλώσσα στην ελληνική
πεζογραφία και τις εν συνεχεία δημοσιεύσεις τους
στο διαδίκτυο είναι γεγονός ότι ξεκίνησε μια
γόνιμη συζήτηση και έγιναν και γίνονται πολλά
σχόλια .
Λόγω του ενδιαφέροντος που υπάρχει για το θέμα αυτό πιστεύω ότι θα ήταν χρήσιμο να
διαβάσουμε και να θυμηθούμε κάποια από τα
πολλά καίρια , ουσιαστικά και σημαντικά που
επισημαίνει ο Σωτήρης Δημητρίου – ο συγγραφέας
που άνοιξε και χάραξε με έξοχο τρόπο το δρόμο για
τη χρήση της δημώδους γλώσσας στη λογοτεχνία μας – σ ‘ ένα σπουδαίο κείμενό του , που δημοσιεύτηκε τον περασμένο Νοέμβρη στην
εφημερίδα Η Καθημερινή στην έκδοσή της στην
Κύπρο με τίτλο ” ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΤΟΝ ΝΟΥ

Για όσους φίλους ενδιαφέρονται θυμίζω κάποια
αποσπάσματα του κειμένου :

Γλώσσα σημαίνει αυτό που λέει η λέξη . Φωνή . Δεν

λέμε Εθνική γραφίδα αλλά Εθνική γλώσσα . Η

γραφίδα την περιορίζει δραστικά . Δεν μπορεί να

αποδώσει τα άπειρα σημεία στίξης της φωνής , του

προσώπου , των χεριών , του βλέμματος . Αεράκι ,

δεν φυλακίζεται στα καλούπια των γραμμάτων .

Όταν δε φυλακίζεται δεν είναι πια ζώσα γλώσσα

αλλά κείμενο . Κείμενο , κάτι που κείται , ξέπνοο ,

νεκρό . Και βέβαια μια εκ των απωλειών του

κειμένου είναι η συρρίκνωση της μνήμης . Πώς

θυμόταν αλήθεια οι αγράμματες χωριάτισσες τα

πολύστιχα τραγούδια της δημώδους ; Το μισό και παραπάνω της ευχαριστήσεως στο

βιβλίο ” Ουρανός απ ‘ άλλους τόπους ” είναι η

τραγουδιστή εκφορά αυτών των γυναικών , η

προσωδία , που δυστυχώς δεν αποδίδεται . Και αν

μου επιτρέπεται θα διαφωνήσω με τον όρο

ιδιωματική γλώσσα . Δεν υπάρχουν ιδιωματικές

γλώσσες , ούτε διάλεκτοι , αλλά ανθρώπινες ,

ισότιμες γλώσσες όσο λίγοι και να τις μιλούν . Τα ελληνικά στον " Ουρανό απ ' άλλους τόπους "

είναι απλά , απλούστατα ελληνικά που θέλουν λίγη

εγρήγορση για να σου χαριστούν . Εκτός και αν

εννοούμε ιδιωματικό λόγο , τον εικονοποιητικό ,

μεταφορικό και παροιμιακό λόγο , δηλαδή τον

ποιητικό . Που δυστυχώς αυτό εννοούν ως

διάλεκτο οι αρνητές του . Ως διάμεσος δημιουργός - όπως είναι όλοι οι

λογοτέχνες – μπορώ να πω πως μια τυχαία σελίδα

της αφηγήτριας του ” Ουρανού απ ‘ άλλους τόπους “

σβήνει την καλύτερη σελίδα ενός διηγήματός μου

στην νεοελληνική δηλαδή στην Αθηναική . Και

φυσικά η σύγκριση μπορεί να επεκταθεί . Ας το αντιστρέψω λοιπόν . Μήπως

απλουστευτικός λόγος είναι η Αθηναική ; Κανένα

από τα παραπάνω γνωρίσματα της δημώδους δεν

τη χαρακτηρίζει . Επέβαλε στους ξεριζωμένους χωριάτες τα

εύκολα , τα επιφανειακά και τα μονοσήμαντα

για να δημιουργήσει τον κοινό τόπο κάποιας

διεκπεραιωτικής συννενοήσεως . Δεν τη νοιάζει η παραμυθητική , λυτρωτική

λειτουργία της γλώσσας παρά κάποια χρηστική ,

τυπική εκφορά της . Κάθε γλωσσική κατίσχυση

βασίζεται στην απλούστευση . Αυτή η σύγχρονη ,

άνοστη γλώσσα άσκησε γλωσσική τρομοκρατία

στους χωριάτες πείθοντάς τους πως είναι

αγράμματοι . [ … ] Ήταν γύρω στο ' 60 που όλο το Έθνος στράφηκε

με πρωτοφανή μανία προς ό,τι ποιητικό μητρώο . Τα

ονόμασαν συλλήβδην βλάχικα και να με συμπαθούν

οι Βλάχοι με τον βαθύ πολιτισμό τους . Ενεδύθησαν

οι μωρόπιστοι κάθε τι δυτικό και φυσικά έγιναν

καρικατούρες . Πώς το λέει η παροιμία , θέλησε η

κουρούνα να περπατά σαν την πέρδικα κι έχασε και

τον δικό της βηματισμό ; Ο χωριάτης ούτε σύμπλεγμα κατωτερότητος

είχε , ούτε σύμπλεγμα ανωτερότητος έναντι

ουδενός ανθρώπου του πλανήτη . Ένιωθε απολύτως

ισότιμος εν αντιθέσει με τον σημερινό νεοέλληνα .

Κατέπνιξε η σύγχρονη νεοελληνική την ποίηση της

δημώδους για την εύκολη χειραγώγηση . Η πενιχρή

ανταπόδοση ; Οι πάμπολλες σύγχρονες

μικρογλυκύτητες και τα μπιχλιμπίδια – κάθε μέρα

πλέον είναι Κυριακή – που όμως αφάνησαν τη

θυμόσοφη γνώση και γαλήνη . Αφάνησαν την ευφρόσυνη αίσθηση της

γλώσσας . Μιας γλώσσας ζυμωμένης με τον

ουρανό , την πίστη αλλά και με τα εξωτικά , τα

πειρασμικά και τα ισκιώματα . Μία γλώσσα που

κρατούσε την ψυχή δροσερή και παιδική μέχρι

βαθέως γήρατος . Σε αντίθεση με την αζύμωτη ,

επιβαλλόμενη σχολική γλώσσα . Ως και τα

παιδάκια σήμερα είναι περίφροντη και βλοσυρά . Απ ' την ολότητα πλέον είμαστε στον

κατακερματισμό , απ ‘ την κοινότητα στον ατομισμό ,

απ ‘ τις άλογες – και γι ‘ αυτό ποιητικές –

βεβαιότητες στις στείρες αμφιβολίες κι απ ‘ την

ποιητική δημώδη στο άμουσο Αθηναικό μόρφωμα .[..] Ανταλλάσσω όλο το έργο μου είχε πει ο

Γκαίτε για ένα και μόνο ελληνικό τραγούδι και δεν

είναι λογοτεχνικός θρύλος . Και είναι γνωστός ο

μέγας θαυμασμός που έτρεφαν στα δημοτικά

τραγούδια ο Σεφέρης κι ο Ελύτης . Ο δε Σολωμός

κορφολογούσε συνεχώς τη δημώδη , περπατούσε

στα βήματά της . Και τι άλλο είναι η δημώδης παρά

το απαράμιλλο θαύμα του δημοτικού τραγουδιού

απλωμένο σε ομιλία ; Βέβαια , αυτή η γλωσσική

έκπτωση είναι αποτέλεσμα της εκπτώσεως στην

καθημερινή βιωτή . Αφού χάθηκε η χειρότευκτη , πεζοπορούσα ,

φυσική και κοινοτική ζωή , καταστράφηκε μοιραίως

και η μήτρα παραγωγής αυτής της γλώσσας . Φαίνεται πως η γλωσσική ποιητική

ανθοφορία έχει πορεία απ ‘ το σώμα προς τον νου ,

απ ‘ έξω προς τα μέσα […] Όλη η δημώδης απ ' την Κύπρο μέχρι την Κέρκυρα

κι απ ‘ την Θράκη μέχρι την Κρήτη είχε κοινό

παρανομαστή τον μηχανισμό δημιουργίας ποιήσεως ,

την παραμυθία , τη θεραπεία και δευτερευόντως τη

χρηστικότητα . Απλώς διαφέρει η εκφορά , κάθε τόπος και το

τραγούδι του .Αναλογιστείτε τον πλούτο . Εντάξει

άλλαξαν οι συνθήκες , μια πιστωτική κάρτα , ένα

κινητό κι ένας καπουτσίνο διατρέχουν πλέον όλη την

υφήλιο – ατρόφησαν τα χεράκια μας , έγινε άμουση

κι η γλώσσα μας . Αλλά δεν θα μπορούσε το κράτος

να εντάξει την πολυποίκιλη δημώδη στην

εκπαίδευση ; Το ερώτημα είναι αν θέλει και βεβαίως

αν θέλουν κι οι υπήκοοι .

«Ο,τι είναι δικό μου το κουβαλάω μαζί μου»

Omnia mea mecum porto 

«Ο,τι είναι δικό μου το κουβαλάω μαζί μου» σημαίνει η φράση. Ο Κικέρων τη χρησιμοποίησε αρχικά για να περιγράψει την προκατάληψη της πίστης της Πριήνης, ότι τα μόνα αγαθά που χρειάζεται κάποιος είναι η σοφία και ο χαρακτήρας. Αυτές τις ημέρες, ωστόσο, ο Βίας ο Πριηνεύς –ένας από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας– ενδεχομένως να μιλούσε εξίσου εύκολα για το smartphone του!

Σπίτι μου σπιτάκι μου!

Τι όμορφοι στίχοι με νόημα !!

 

Το τραγουδήσατε το θυμάστε;;

Σπίτι μου σπιτάκι μου

Και φτωχοκαλυβάκι μου

Χώρα που γεννήθηκα

Ποτέ μου δε σ’ αρνήθηκα

Σπίτι μου σπιτάκι μου

Αγιάτρευτο μεράκι μου

Κι αν τον κόσμο γύρισα

Κοντά σου ξαναγύρισα

Της γειτονιάς μου τα παιδιά

Φέραν λουλούδια και κλαδιά

Ο κήπος γέμισε πουλιά

Κι έγινε η μέρα Πασχαλιά

Της γειτονιάς μου τα παιδιά

Φέραν τα τέσσερα κλειδιά

Το σπίτι γέμισε με φως

Κι έγινε ο ήλιος αδερφός

Σπίτι μου σπιτάκι μου

Και φτωχοκαλυβάκι μου

Πάλιωσαν οι θάλασσες

Μονάχα εσύ δεν πάλιωσες

Σπίτι μου σπιτάκι μου

λαμπριάτικο κεράκι μου

Την καρδιά μου φώτισες

Και βάλσαμο με πότισες !!!

Νίκος Γκάτσος.