— Ιούλιος
Ο έβδομος μήνας του Γρηγοριανού Ημερολογίου, με διάρκεια 31 ημερών. Πήρε το όνομά του από τον Ιούλιο Καίσαρα, δημιουργό του Ιουλιανού Ημερολογίου…

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
Ο έβδομος μήνας του Γρηγοριανού Ημερολογίου, με διάρκεια 31 ημερών. Πήρε το όνομά του από τον Ιούλιο Καίσαρα, δημιουργό του Ιουλιανού Ημερολογίου…



Να ζήσουν, καλότυχοι στην ζωή τους!! να τα χαίρονται οι γονείς τους






Πηγή:planodion.gr
Ἰούν. 30
Το παιδι που ξεδιψούσε τα πουλιά
ΤΗ ΜΑΚΡΙΝΗ Ζανσκάρ, στὰ Ἰμαλάϊα, σχεδὸν τέσσερις χιλιάδες μέτρα πάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα βρίσκεται τὸ χωριὸ ποὺ γεννήθηκε ὁ μικρὸς Κενράπ. Τὰ καλοκαίρια ὁ Κενρὰπ θέριζε χόρτα στὰ πλατώματα τριγύρω ἀπὸ τὸ χωριό του μαζὶ μὲ τὰ μεγαλύτερα ἀδέλφια του, τοὺς γονεῖς του καὶ τὴν ὀγδοντάχρονη τυφλὴ γιαγιά του. Ὅπως ἄλλωστε καὶ ὅλοι στὸ χωριό του. Ἀπὸ τὸ πρωῒ ὣς τὸ βράδι, χωρὶς σταματημὸ θέριζαν καὶ ἔφτιαχναν δεμάτια. Νὰ προλάβουν πρὶν τοὺς βροῦν τὰ χιόνια τοῦ Σεπτέμβρη νὰ μαζέψουν ἀρκετὰ χόρτα καὶ νὰ τὰ στοιβάξουν πάνω στὶς στέγες τῶν σπιτιῶν τους. Μὰ τὰ δεμάτια δὲν ἦταν ποτὲ ἀρκετά, κι ἂς ἔμοιαζαν τὰ σπίτια καὶ τὸ χωριὸ ὁλόκληρο καμιὰ φορὰ χορταρένιοι λόφοι ἀπ’ τὸ ὑπερβολικὸ φορτίο τους. Κι αὐτὸ σήμαινε πὼς ὅταν τὸ χιόνι θὰ γινόταν βαθὺ καὶ τὰ γιὰκ δὲν θὰ μποροῦσαν πιὰ νὰ βροῦν τίποτα νὰ βοσκήσουν καὶ τὸ χορτάρι στὸ χωριὸ θά ’χε σωθεῖ, τότε, τὰ γιὰκ θὰ πέθαιναν. Κι ἂν πέθαιναν τὰ γιὰκ τότε θὰ πεινοῦσε καὶ ἴσως νὰ πέθαινε κιόλας ὁλόκληρο τὸ χωριό. Ἀφοῦ ἡ μόνη τροφὴ ποὺ ὑπῆρχε γιὰ νὰ τοὺς θρέψει ἐκτὸς ἀπὸ τὸ γάλα τους ἦταν τὸ κριθάρι.
Γιατὶ ἡ ζωὴ στὰ ἀπομονωμένα χωριὰ τῶν Ἰμαλαΐων δὲν συγχωροῦσε λάθη καὶ δὲν σ’ ἄφηνε ν’ ὀνειρευτεῖς. Κι ἂς ἦταν τοῦτο τὸ μέρος τόσο πολὺ κοντὰ στὸν οὐρανό. Ὁ Κενρὰπ λοιπὸν κάθε πρωῒ ὅλο το καλοκαίρι κρατώντας μὲ τὸ ἕνα χέρι τὴν τυφλὴ γιαγιὰ καὶ μὲ τὸ ἄλλο τὸ μικρὸ δρεπάνι ποὺ τοῦ ’χε χαρίσει ὁ πατέρας του μόλις ἔγινε τεσσάρων χρονῶν ἔβγαινε νὰ θερίσει.
Μὰ ἕνα πρωὶ ξύπνησε ἀλλιώτικος. Δὲν εἶχε ὄρεξη νὰ φάει τὸν κριθαρένιο χυλὸ μὲ γιαούρτι ποὺ τοῦ ’χε ἑτοιμάσει ἡ μάνα του. Δὲν ἤθελε νὰ ἀκουμπήσει τὸ ἀγαπημένο του δρεπάνι καὶ δὲν ἄκουγε τὶς προτροπὲς τῆς τυφλῆς γιαγιᾶς του. Δὲν θέλησε κὰν νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ ὅλοι νόμισαν πὼς ἦταν ἄρρωστος.
Ὅμως, ὁ Κενρὰπ εἶχε δεῖ ἕνα ὄνειρο ποὺ τὸν ἔκανε κάτι νὰ θυμηθεῖ…
Ἔτσι τὸ βράδι ὅταν γύρισε ἡ οἰκογένεια ἀπ’ τὸ θέρισμα καὶ κάθισαν ὅλοι γύρω ἀπ’ τὴ χαμηλὴ σόμπα γιὰ νὰ βράσουν τὸν χυλό τους εἶπε πὼς θὰ πήγαινε σὲ μοναστήρι. Σ’ ἐκεῖνο τὸ κοντινὸ μοναστήρι ποὺ ἦταν καὶ ὁ θεῖος του μοναχὸς καὶ ποὺ γιὰ νὰ πᾶς ἔπρεπε νὰ περπατήσεις πολλὲς ὧρες ἀκολουθώντας ἕνα ἐπικίνδυνο στενὸ μονοπάτι πάνω στὸ φρύδι τοῦ γκρεμοῦ κατὰ μῆκος τοῦ μεγάλου ποταμοῦ. Σὲ κεῖνο τὸ μοναστήρι τοὺς εἶπε πὼς κάτι εἶχε ξεχάσει, πὼς εἶχε ἀφήσει μιὰ δουλειὰ στὴ μέση κι ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ τὴ συνεχίσει. Ἡ οἰκογένειά του δὲν λυπήθηκε καθόλου. Δὲν ἔδωσαν βέβαια μεγάλη σημασία στὰ λόγια αὐτὰ τοῦ παιδιοῦ μὰ στὸ μοναστήρι ἡ ζωή του θὰ ἦταν πιὸ ἄνετη καὶ πιὸ ἐξασφαλισμένη. Κι ὕστερα δὲν θὰ ἦταν μόνο του. Καὶ θὰ ’ρχόταν τουλάχιστον μιὰ φορὰ τὸ χρόνο νὰ τοὺς δεῖ ὅπως κάνουν ὅλοι οἱ μοναχοὶ στὰ χωριὰ τῶν Ἰμαλαΐων.
Ἀφοῦ ἦρθε τὸ παιδὶ στὸ μοναστήρι οἱ μεγαλύτεροι στὴν ἡλικία μοναχοὶ παραξενεύτηκαν ὅταν ἕνα πρωῒ εἶδαν τὸν Κενρὰπ νὰ παίρνει τὸ μεγάλο πλαστικὸ μπιτόνι, νὰ κατεβαίνει στὴν πηγή, νὰ τὸ γεμίζει κι ὕστερα νὰ τὸ κουβαλᾶ καὶ νὰ τὸ ἀδειάζει σὲ πολλὰ μικρὰ δοχεῖα στὸν πιὸ ψηλὸ ἐξώστη τοῦ μοναστηριοῦ. Ἐκεῖ ποὺ κάποτε, ὅταν ζοῦσε ἐκεῖνος ὁ ἡλικιωμένος μοναχὸς ποὺ τὸν κατάπιε ἡ χιονοθύελλα, πήγαιναν τὰ πουλιὰ νὰ ξεδιψάσουν. Οἱ μοναχοὶ κοιτάχτηκαν μεταξύ τους μὲ νόημα κι ὅταν τέλειωσε ὁ μικρὸς Κενρὰπ τὸν φώναξαν κοντά τους.
— Πῶς ἤξερες ποῦ εἶναι ἡ πηγή, Κενράπ; Καὶ γιατί ἀνέβασες τὸ νερὸ στὸν ἐξώστη; Καὶ γιατί τὸ ἄδειασες μέσα στὰ πήλινα; τὸν ρώτησαν.
Κι ἔπειτα προσποιούμενοι πὼς εἶχαν θυμώσει μαζί του τοῦ εἶπαν:
— Δὲν ἔμαθες, Κενράπ, πὼς τὸ νερὸ δὲν σπαταλιέται ἔτσι ἄσκοπα;
Ὁ Κενρὰπ ὄχι μόνο δὲν τοὺς φοβήθηκε μὰ γέλασε κιόλας μαζί τους μ’ ὅλη του τὴν καρδιά. Κι ἀφοῦ κουράστηκε πιὰ νὰ γελᾶ τοὺς εἶπε:
— Μοναχοί, μά ἐπιτέλους τί ἔχετε πάθει; Δὲν μὲ θυμᾶστε; Εἶμαι ἐγὼ ὁ χαμένος σας ἀδελφὸς ποὺ μὲ κατάπιε ἐκεῖνο τὸ βαρὺ χειμώνα ἡ χιονοθύελλα! Δὲν ἄκουσα τὶς συμβουλές σας καὶ σᾶς λύπησα. Ὅμως νὰ ποὺ τώρα γύρισα καὶ σᾶς ζητῶ νὰ μὲ συγχωρέσετε καὶ νὰ μὲ δεχτεῖτε πάλι ἀνάμεσά σας. Γύρισα γιὰ νὰ ξεδιψάσω τὰ πουλιά.


Αν ο άνθρωπος είναι αυτός που επινόησε τον διάβολο, τότε τον φαντάστηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση του.


Χρόνια πολλά


Στις 28 Ιουνίου του 1914 ο σερβοβόσνιος φοιτητής Γκαβρίλο Πρίντσιπ δολοφόνησε στο Σαράγεβο τον διάδοχο του Αυστρο-Ουγγρικού θρόνου Φραγκίσκο Φερδινάνδο (Franz Ferdinand στα γερμανικά) και τη σύζυγό του Σοφία. Η ενέργειά αυτή του Πρίντσιπ, που εξέφραζε τις φιλοδοξίες του πανσερβισμού, πυροδότησε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η μεγάλη εδαφική επέκταση της Σερβίας στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912 – 1913), άνοιξε την όρεξη των εθνικιστικών κύκλων του Βελιγραδίου για την απελευθέρωση των Νότιων Σλάβων της Αυστρο-Ουγγαρίας. Καθοδηγούμενοι από τον επικεφαλής των σερβικών μυστικών υπηρεσιών, συνταγματάρχη Ντραγκουτίν Ντιμιτρίεβιτς, άρχισαν να ενισχύουν τις μυστικές νοτιοσλαβικές οργανώσεις, που υπήρχαν στην επικράτεια των Αψβούργων.
Μία από τις μυστικές οργανώσεις, που δρούσαν στο έδαφος της Βοσνίας, ήταν η «Μλάντα Μπόσνα» («Νεαρά Βοσνία»), αποτελούμενη κυρίως από σερβοβόσνιους μαθητές. Η οργάνωση, στην οποία ηγετικό ρόλο είχε ο φοιτητής Γκαβρίλο Πρίντσιπ (1894-1918), ήταν αντίθετη με την κατοχή της Βοσνίας από τους Αυστριακούς και είχε ως στόχο την απελευθέρωση των σλαβικών περιοχών του ευρωπαϊκού νότου και τη σύμπηξη μιας ενιαίας Γιουγκοσλαβίας.
Η ευκαιρία για μία θεαματική ενέργεια κατά της Αυστρο-Ουγγρικής κατοχής της Βοσνίας θα δινόταν από τους νεαρούς επαναστάτες της «Μλάντα Μπόσνα» στις 28 Ιουνίου του 1914, κατά την επίσημη επίσκεψη του αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου και της συζύγου του Σοφίας στο Σαράγεβο, προκειμένου να εγκαινιάσουν ένα νοσοκομείο. Ο Γκαβρίλο Πρίντσιπ και η πενταμελής ομάδα του είχαν σκοπό να τους σκοτώσουν και να γίνουν ήρωες. Η συνωμοσία είχε οργανωθεί από τον Ντιμιτρίεβιτς και ήταν σε γνώση του Σέρβου πρωθυπουργού Νίκολα Πάσιτς. Ο Πάσιτς, που είχε εχθρικές σχέσεις με τον Ντιμιτρίεβιτς, αναλογιζόμενος τις επιπτώσεις στη χώρα του από μια τέτοια ενέργεια, ειδοποίησε την αυστριακή κυβέρνηση, η οποία δεν θεώρησε σοβαρή την προειδοποίηση και αδιαφόρησε.
Το πρωί της 28ης Ιουνίου του 1914, μόλις η βασιλική πομπή εμφανίστηκε στην κεντρική οδό του Σαράγεβο, ένας από την ομάδα του Πρίντσιπ, ο 19χρονος Νεντέλικο Τσαμπρίνοβιτς έριξε μία χειροβομβίδα, η οποία προσέκρουσε στην άμαξα του διαδόχου και εξερράγη σε διπλανό όχημα, τραυματίζοντας δύο από τους συνοδούς αξιωματικούς του Φραγκίσκου Φερδινάνδου. Λίγο αργότερα κι ενώ ο διάδοχος και η σύζυγός του κατευθύνονταν προς το νοσοκομείο για να επισκεφθούν τους τραυματίες αξιωματικούς, ο Πρίντσιπ τους πυροβόλησε και τους σκότωσε μ’ ένα εννιάρι πιστόλι τύπου «FN1910», το οποίο, κατά πάσα πιθανότητα, του το είχαν προμηθεύσει οι σερβικές μυστικές υπηρεσίες.
Η Αυστρο-Ουγγαρία θεώρησε υπεύθυνη τη Σερβία για τη δολοφονία του πριγκιπικού ζεύγους και της κήρυξε τον πόλεμο στις 28 Ιουλίου του 1914. Στον πόλεμο ενεπλάκησαν όλες οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις και οι Ηνωμένες Πολιτείες από το 1917, με αποτέλεσμα να προκύψει μια γενικευμένη στρατιωτική σύγκρουση, που έσπειρε τον όλεθρο στη Γηραιά Ήπειρο και έμεινε στην ιστορία ως Α’ Πόλεμος Πόλεμος ή Μεγάλος Πόλεμος (1914-1918).
Αν στην πλεμπάγια να μιλάει αρνιέται η αρετή σου
κι όταν ζυγώνεις δυνατούς, στα δυο λυγάς στη μέση·
κι αν μήτε φίλους μήτ’ εχθρούς ποτέ σου λογαριάζεις
και κάνεις πως τους αγαπάς, αλλά ποτέ κανέναν·
αν δεν αφήνεις ευκαιρία κάπου να κακοβάνεις
και μόνο, αν κάνεις το κακό, η ψυχή σου γαληνεύει,
δικιά σου θα ’ναι τούτ’ η Γης μ’ όλα τα κάλλη που ’χει
κι έξοχος θα ’σαι Κ ύ ρ ι ο ς, αλλ’ Α ν θ ρ ω π ο ς δε θα ’σαι