


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.


*
Τράβα ἀγωγιάτη, καρότσα τράβα,
τράβα νὰ φτάσουμε γοργὰ στὴν Κάβα!
Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή,
νὰ ᾿ρθοῦμε πρῶτοι ἐμεῖς! – οἱ στερνοί.
Τὰ στερνοπαίδια καὶ τ᾿ ἀποσπόρια
καὶ τ᾿ ἀποβράσματα καὶ τ᾿ ἀποφόρια
μιᾶς μάχης ποὺ ἤτανε γι᾿ ἄλλα κορμιὰ
γιὰ μάτια ἀλλιώτικα κι ἄλλη καρδιά.
Πολιτικάντηδες, καραβανάδες,
ψιλικατζῆδες, κολλυβιστάδες,
μοῦργοι, μουνοῦχοι καὶ θηλυκά –
τράβα ἀγωγιάτη! βάρα ἁμαξά!
Φτωχὴ Πατρίδα, στὰ μάγουλά σου
μαχαίρια γράφουνε τὸ γολγοθά σου·
μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ὀρφανή,
κοίτα ἂν ἀντέχεις τέτοια πομπή:
τὸ ματσαράγκα, τὸ φαταούλα
μὲ μπογαλάκια καὶ μὲ μπαοῦλα·
τὴ χύτρα ποὺ ἔβραζε κάθε βρωμιὰ
λὲς καὶ τὴν ἄδειασαν ὅλη μεμιὰ
σ᾿ αὐτοὺς ἀνάμεσα τοὺς ἤπιους λόφους
ὅπου μᾶς κλείσανε σὰν ὑποτρόφους
ἑνὸς ἀδιάντροπου φρενοβλαβῆ
ποὺ στὸ βραχνά του παραμιλεῖ.
Δὲς τὸ σελέμη, δὲς καὶ τὸ φάντη
πῶς θυμιατίζουνε τὸν ἱεροφάντη
ποὺ ρητορεύεται λειτουργικὰ
μπρὸς στὰ πιστά του μηρυκαστικά.
Μαυραγορίτες ἀπὸ τὰ Νάφια
τῆς προσφυγιᾶς μας ἄθλια σινάφια,
γύφτοι ξετσίπωτοι κι ἁρπαχτικοί,
λένε, πατρίδα, πὼς πᾶνε ἐκεῖ
στὰ χώματά σου τὰ λαβωμένα
γιατὶ μαράζωσαν, τάχα, στὰ ξένα
καὶ δὲν μποροῦνε χωρὶς ἐσέ –
οἱ φαῦλοι: τρέχουνε γιὰ τὸ λουφέ.

Ἰωάννα Γαλανάκη

ΕΝΝΗΘΗΚΑ σ’ ἕνα χωριὸ τῆς Ἀτλαντίδας. Ἔφυγα νωρὶς μὰ νά ποὺ τά ‘φέρε ἔτσι ἡ τύχη καὶ ὁ κόβιντ καὶ ξαναγύρισα σχεδὸν δυὸ χρόνια στὸ χωριό μου. Στὴν καραντίνα ἔμαθα πολλά. Ἀνάμεσά τους μιὰ ἱστορία γιὰ μιὰ γριά.
Μοῦ τὴν εἶπε ἕνα καλὸ παιδὶ ποὺ καθὼς ἔμαθα πέθανε, ἀφοῦ ἔτσι γίνεται μὲ τὰ καλὰ παιδιά, κάτι κακὸ τοὺς συμβαίνει στὸ τέλος. Αὐτὴ ἡ γριὰ λοιπόν, καλὴ γυναίκα, μόνο ποὺ ἔπινε κρυφὰ γι’ αὐτὸ καὶ τὰ σαΐνια τοῦ χωριοῦ τῆς κόλλησαν τὸ παρατσούκλι. Ἐγὼ δὲν τὴν θυμᾶμαι, θυμᾶμαι ὅμως μία ἄλλη γριά. Ἤτανε χήρα μαυροφορεμένη, μὲ μαντήλι στὸ κεφάλι κι ὅλο μιλοῦσε γιὰ τὸν ἄντρα της, τὸ μακαρίτη. «Ἔχασα τὸ στύλο τοῦ σπιθιοῦ μου, ἀπόμεινα ἔρημη καὶ μοναχή» καὶ ἄλλα τέτοια. Ὁ μακαρίτης ἐντωμεταξὺ καθώς μοῦ λεγαν οἱ γονεῖς μου ἤτανε μεγάλο κάθαρμα. Τὴν εἶχε ἀποπλανήσει κοριτσάκι ἀκόμη κι ὕστερα τὴν ἔφερε στὸ χωριὸ καὶ τὴν ἔριξε στὶς βαρειὲς δουλειές. Κι ἀπὸ πάνω τὴν ξυλοφόρτωνε σχεδὸν καθημερινά. Ἄκουγε ὁλόκληρη ἡ κοιλάδα τὶς κραυγὲς της ἀλλὰ κανεὶς δὲν τολμοῦσε νὰ τὰ βάλει μὲ τὸ μακαρίτη. Ἀφοῦ ὅπως προεῖπα ὁ μακαρίτης ἤτανε μεγάλη λέρα. Ἔκανε κι ἄλλα χειρότερα ὅπως καταλάβαινα ἀπ’ τοὺς ὑπαινιγμοὺς τῶν γονιῶν μου, μὰ ὅταν τοὺς ρωτοῦσα δὲ μιλοῦσαν, μόνο ἔδειχναν τὸν ἀποτροπιασμό τους γιὰ τὸ «στύλο τοῦ σπιθιοῦ».
Ἡ γριὰ αὐτὴ ἡ ἄλλη, ὄχι τὸ γράδο, ἤτανε ψυχὴ ἁγία. Ἔπινε βέβαια κι κείνη, ἂν καὶ χωρὶς τὸ παρατσούκλι. Ἔβηχε κι ὄλας καὶ γενικὰ εἶχε κακὴ ὑγεία ὁπότε τῆς μάνας μου τῆς κόλλησε ὅτι εἶχε κάποια μεταδοτικὴ ἀρρώστια. Κάθε ποὺ ἐρχόταν σπίτι μας καὶ τρώγαμε ὅλοι μαζὶ τὴν ἔβαζε νὰ κάθεται μακριὰ ἀπὸ μένα, μὴ μὲ πλησιάσουν τὰ μικρόβια. Ὕστερα ἀφοῦ μάζευε τὰ πιάτα ξεχώριζε τὸ δικό της μαζὶ καὶ τὸ ποτήρι της καὶ τοὺς ἔχυνε καυτὸ νερὸ μὲ σαπουνάδα. Τέλος, ἀποφάσισε πὼς οὔτε αὐτὴ ἡ μέθοδος δὲν ἦταν ἀρκετὰ ἐγγυημένη ὁπότε τῆς εἶχε πάντα το ἴδιο πιάτο καὶ τὸ ἴδιο ποτήρι ποὺ τὰ κρατοῦσε σὲ εἰδικὸ σημεῖο στὸ ντουλάπι. Ἡ γριὰ ὅπως προεῖπα ἤτανε ψυχὴ ἁγία. Μὲ ἀγαποῦσε καὶ ὅλο μὲ συμβούλευε. Ἔλεγε γιὰ μένα τὰ καλύτερα λόγια σ’ ὁλόκληρό το χωριό. Πίστευε πὼς μοῦ ἄξιζε μιὰ καλὴ τύχη καὶ ὅλο σχεδίαζε μέσα της κι ἔξω της πῶς θά ‘πρεπε νὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ μὲ πάρει, πόσο ἄξιος καὶ καλός, πόσο ὄμορφα θά ’πρεπε νὰ μοῦ φέρεται.
Ἀφοῦ ἔφυγα, ἐκείνη, καθὼς μάθαινα, ἀκόμη ἀγωνιοῦσε προσπαθώντας νὰ βρεῖ τὸν καλύτερο συνδυασμὸ χαρακτηριστικῶν τοῦ ὑποψήφιου συζύγου μου. Ὅταν τὴν εἶδα τελευταία φορὰ θά ’μουνα γύρω στὰ 25, μοῦ ’πε μὲ ἀγάπη στοργικὴ «ἀργομοίρα- καλομοίρα». Καὶ μοῦ ‘δωσε κι ἄλλες πολλὲς εὐχές. Δὲν ἔπιασαν τελικά, μᾶλλον γιατὶ τὶς στοίχειωσε τὸ φάντασμα τοῦ μακαρίτη. Ἀφοῦ πέθανε τὴν εἶδα ἄλλες δυὸ φορές, στὸ χωματόδρομο, κοντὰ στὸ σπίτι μας. Τότε τὴν ἔλεγαν Λίλα. Ἦταν ἡ ἴδια παραδείσια πονεμένη ψυχὴ καὶ γῶ θὰ ἤμουν τότε γύρω στὰ 35. Μοῦ ‘πε «ἐσὺ ἀναγεννιέσαι ἀπ’ τὶς στάχτες σου», εἶσαι ἀκόμη ὄμορφη, νὰ βιαστεῖς νὰ κάνεις ἕνα παιδάκι, ἔχεις χρόνο, νὰ δὲς ἡ τάδε ποὺ εἶστε καὶ στὴν ἴδια ἡλικία.
Ἡ Λίλα ἔμαθα εἶχε τέλος κακὸ κλεισμένη σ’ ἕνα ἵδρυμα. Καὶ ἡ δική της ἱστορία πολὺ λυπητερή, τόσο ποὺ δὲν τὴν ἔλεγε κανεὶς ἐκτὸς ἀπὸ κάτι μισόλογα καὶ κάτι εἰρωνεῖες ἀπ’ τὰ τσόκαρα γιὰ τὴν κατάντια της. Πανέμορφη στὰ νιάτα της, τὴν εἶδα σὲ παλιὲς φωτογραφίες, τότε, στὴν καραντίνα. Μιὰ μέρα στὴν πρωτεύουσα τὴ θυμήθηκα. Καθόμασταν μεγάλη παρέα, τρώγαμε καὶ πίναμε. Δίπλα μου αὐτός, παραδίπλα ἡ γυναίκα του καὶ ἀπέναντι μιὰ ἀπ’ τὶς φιλενάδες. Ἤτανε βλέπεις τέτοια ἡ «ἰδεολογία» του. Σεβαστόν. Μὲ περιποιοῦνταν χωρὶς νὰ τὸ ζητήσω. Τοὺς καλύτερους μεζέδες, τὸ ποτήρι μου πάντα μισογεμάτο. Κάποτε ἅπλωνε τὸ χέρι του καὶ μοῦ ἀκουμποῦσε τὸ γόνατο ἔτσι ποὺ οἱ φίλοι του νὰ βλέπουνε. Ἀποφάσισα νὰ φύγω μετανάστις νὰ μὴ βλέπω τουλάχιστον ἐγώ. Εἶχα μιὰ φίλη ἀπὸ τὴ Χιὸ καὶ μοῦ βρῆκε βαπόρι ποὺ ἑτοιμάζονταν νὰ σαλπάρει γιὰ Νότιο Ἀμερική. Τὸ λέγανε «Lάyos». Πάντα ἔλεγα στὴ μάνα μου πὼς ἤθελα νὰ πάω στὴ γῆ τοῦ πυρός. Ἀποφάσισα πὼς εἶχε ἔρθει ἡ ὥρα. Μπάρκαρα τὸ λοιπόν. Τὸ βαπόρι κουβαλοῦσε τόνους παλιὰ ροῦχα ποὺ προορίζονταν γιὰ θάψιμο στὴν ἔρημο Ἀτακάμα. Ἐκεῖ, τετρακόσια χρόνια δὲν ἔχει πέσει οὔτε στάλα βροχή. Στὸ βαπόρι γνώρισα καὶ μιὰ ἰνδιάνα Χιλιανὴ ποὺ πήγαινε νὰ μελετήσει τὴν ξεχασμένη γλώσσα Kunza. Δὲν τὸ μετάνοιωσα καθόλου ποὺ ἔφυγα μετανάστις. Θυμᾶμαι καὶ τὸ συχωρεμένο τὸ Χριστιανόπουλο ποὺ ἔλεγε αὐτὰ περὶ σπόρων καὶ θάψιμου καὶ νοιώθω θαλπωρή. Πάντως στὴν Ἀτακάμα καὶ νὰ θαφτεῖ ὁ σπόρος δὲ φυτρώνει, φταίει βλέπεις τὸ ἔδαφος ποὺ εἶναι ἐντελῶς ξηρό. Ἡ ξεχασμένη γλώσσα Kunza ὅμως ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ ἀναβιώσει.

Ο «συνήθης ύποπτος» ξαναχτύπησε ευχάριστα: η γιαγιά με το εγγονάκι της εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο χωριό Κόκκινος και σφράγισαν την δημιουργική ανάπλαση στην ανατολική είσοδο του χωριού μας, εκεί που οι προγονοί μας ξεδιψούσαν απο την μοναδική βρύση και αγναντεύαν τον κάμπο τους. Η παρέμβαση, που έγινε με απόλυτο σεβασμό στο εμβληματικό τοπόσημο του χωριού, προσφέρει στους επισκέπτες μια εικόνα που είναι χωρίς υπερβολή χάρμα ιδέσθαι!
Ευχαριστούμε αγαπητέ μας Σπύρο, να είσαι πάντα καλά και να δημιουργείς!!

Ο φόβος βρίσκεται στη ρίζα κάθε αρρώστιας, κάθε πόνου και κάθε προβλήματος.
Κοίτα πίσω από κάθε αγωνία και άγχος και θα βρεις να ελλοχεύει εκεί ο φόβος.
Ο φόβος tripάρει το μυαλό…δημιουργεί ψευδαισθήσεις αδυναμίας.
Στο τραγούδι ο στοίχος που επαναλαμβάνεται συχνά ως μοτίβο «…σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ…» δηλώνει την άρνηση της υποταγής στην συνθήκη του φόβου καθώς και την πρόθεση του Αγγελάκα να μας μάθει να «πετάμε σαν αετοί πάνω από τις λύπες μας» να μην φοβόμαστε ότι θα χαθούμε «αν απομακρυνθούμε από τον κύκλο» και να μην πιστέψουμε ποτέ οτι «είμαστε μικροί πολύ μικροί για να αλλάξουμε αυτο το σκηνικό».
Ευάγγελος Ορφανίδης Κλινικός Ψυχολόγος
Ένας ηλικιωμένος συναντά έναν νεαρό που ρωτά:
“Με θυμάσαι; ”
Και ο γέρος λέει όχι. Τότε ο νεαρός του λέει ότι ήταν μαθητής του, Και ο δάσκαλος ρωτάει:
“Τι κάνεις, τι κάνεις στη ζωή; ”
Ο νεαρός απαντά:
“Λοιπόν, έγινα δάσκαλος. ”
“αχ, πόσο καλός, σαν εμένα; ” Ρωτάει ο γέρος.
“Λοιπόν, ναι. Μάλιστα έγινα δάσκαλος επειδή με ενέπνευσες να σου μοιάσω. ”
Ο γέροντας, περίεργος, ρωτάει τον νεαρό πότε αποφάσισε να γίνει δάσκαλος. Και ο νεαρός του λέει την εξής ιστορία:
“Μια μέρα, ένας φίλος μου, επίσης φοιτητής, ήρθε με ένα ωραίο νέο ρολόι, και αποφάσισα ότι το ήθελα.
Το έκλεψα, το πήρα από την τσέπη του.
Λίγο μετά, ο φίλος μου παρατήρησε ότι έλειπε το ρολόι του και αμέσως παραπονέθηκε στον δάσκαλό μας, που ήσουν εσύ.
Στη συνέχεια απευθυνθήκατε στην τάξη λέγοντας: «Το ρολόι αυτού του μαθητή κλάπηκε σήμερα κατά τη διάρκεια των μαθημάτων. Όποιος το έκλεψε, παρακαλώ να το επιστρέψει. ’
Δεν το έδωσα πίσω γιατί το ήθελα.
Έκλεισες την πόρτα και είπες σε όλους μας να σηκωθούμε και να κάνουμε κύκλο.
Θα ψάχνατε τις τσέπες μας μία προς μία μέχρι να βρεθεί το ρολόι.
Μας είπατε να κλείσουμε τα μάτια, γιατί το ρολόι του θα το ψάχνατε μόνο αν είχαμε όλοι τα μάτια μας κλειστά.
Κάναμε όπως μας είπατε.
Πήγατε από τσέπη σε τσέπη, και όταν έψαξες την τσέπη μου, βρήκες το ρολόι και το πήρες. Συνέχισες να ψάχνεις τις τσέπες όλων, και όταν τελείωσες είπες «ανοίξτε τα μάτια σας. Έχουμε το ρολόι. ’
Δεν με κάρφωσες και ποτέ δεν ανέφερες το επεισόδιο. Ούτε είπες ποιος έκλεψε το ρολόι. Εκείνη τη μέρα έσωσες την αξιοπρέπειά μου για πάντα. Ήταν η πιο ντροπιαστική μέρα της ζωής μου.
Αλλά είναι και η μέρα που αποφάσισα να μην γίνω κλέφτης, κακός άνθρωπος κλπ. Ποτέ δεν είπες τίποτα, ούτε καν με μάλωσες ή με πήρες στην άκρη για να μου κάνεις μάθημα ηθικής.
Έλαβα ξεκάθαρα το μήνυμά σου.
Χάρη σε εσάς, κατάλαβα τι πρέπει να κάνει ένας πραγματικός εκπαιδευτικός.
Θυμάστε αυτό το επεισόδιο καθηγητά;
Ο παλιός καθηγητής απάντησε, «Ναι, θυμάμαι την κατάσταση με το κλεμμένο ρολόι, που έψαχνα στην τσέπη όλων. Δεν σε θυμήθηκα, γιατί έκλεισα κι εγώ τα μάτια μου ψάχνοντας. ….!!!
Αυτή είναι η ουσία της διδασκαλίας:
Αν για να διορθώσεις πρέπει να ταπεινώσεις, δεν ξέρεις πώς να διδάξεις…. ”
«Σιγά-σιγά, χωρίς να το ‘χω διόλου συνειδητά στο νου μου, οι δύο μορφές, Χριστός και Αντίχριστος, έσμιγαν· δεν ήταν λοιπόν, ετούτοι οι δύο, προαιώνιοι οχτροί, δεν είναι ο Εωσφόρος αντίμαχος του Θεού, μπορεί ποτέ το Κακό να μπει στην υπηρεσία του Καλού και να συνεργαστεί μαζί του; Με τον καιρό, όσο μελετούσα το έργο του αντίθεου προφήτη, [του Νίτσε] ανέβαινα από σκαλί σε σκαλί σε μια μυστικιά παράτολμη ενότητα: Το Καλό και το Κακό, έλεγα, είναι οχτροί, να το πρώτο σκαλοπάτι της μύησης· το Καλό και το Κακό είναι συνεργάτες, αυτό είναι το δεύτερο, πιο αψηλό σκαλοπάτι της μύησης· το Καλό και το Κακό είναι ένα! αυτό ‘ναι το πιο αψηλό, όπου ως τώρα μπόρεσα να φτάσω, σκαλοπάτι. Απάνω στο σκαλοπάτι ετούτο σταματούσα ανατριχιάζοντας· μια φοβερή υποψία έσκισε το νου μου: μπας και με σπρώχνει και μένα, ο ‘Αγιος αυτός Βλασφημίων, να βλαστημώ;» (Ν. Καζαντζάκη,Αναφορά στον Γκρέκο, σ. 314 – 5)


Ασφαλιστική εταιρία Μινέττα
Τι χούι κι αυτό ξεδιάντροπο να φτύνεις ότι δεν χωράει στην άποψή σου! Μόνος εσύ απόλυτα σοφός, άντε κι οι όμοιοί σου, όλοι οι άλλοι τσόλια, μόνο για φτύσιμο.
Δεν γίνεται έτσι ούτε χωριό ούτε πόλη. Με τέτοια νοοτροπία δεν προκόβει ο τόπος και μέρες σαν κι αυτές που κρίνεται το κοινό καλό και καλείται καθένας να συμβάλει το καλό του όραμα, βλέπω να περισσεύει λύσσα και χολή, αμετανόητοι, πορωμένοι με θέσεις, ιδέες και θεωρίες, λουστράρουνε εμφύλιο, μονόπαντα ανιστόρητοι, σαν άμαθοι οι δόλιοι απ’ τη συμφορά, τυφλοί τα τ’ ώτα τον τε νουν τα τ’ όμματα, λες και δεν άκουσαν αυτοί ούτε είδαν πως ρήμαξε τον τόπο ο σπαραγμός κι η αλληλοκαταφρόνια.
Κάθε φορά που η αυταρχική μας άποψη θεριεύει, θεριό αδηφάγο, τέρας ανελέητο μας ξεπαστρεύει. Μονάχος του δεν σώζεται κανένας πατριώτες, όλοι μαζί είμαστε εδώ κι αν δεν αντέχουμε την άποψη του άλλου, κανένα κοινό καλό δεν πρόκειται ν’ αξιωθούμε, χαμένοι στον αλάθητο εαυτό μας θα βουλιάζουμε παρέα, τσαλαβουτώντας σ’ ότι αντιπαθούμε.
Χρήστος Μποκόρος
Ο Χρήστος Μποκόρος είναι Έλληνας ζωγράφος, ο οποίος γεννήθηκε το 1956 στο Αγρίνιο, ζει και εργάζεται στην Αθήνα.




