ΤΟ ΑΠΟΜΕΣΉΜΕΡΟ ΕΝΌΣ ΦΑΎΛΟΥ

ΓΙΏΡΓΟΣ ΣΕΦΈΡΗΣ, ΤΟ ΑΠΟΜΕΣΉΜΕΡΟ ΕΝΌΣ ΦΑΎΛΟΥ

*

ΤΟ ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΕΝΟΣ ΦΑΥΛΟΥ

Τράβα ἀγωγιάτη, καρότσα τράβα,
τράβα νὰ φτάσουμε γοργὰ στὴν Κάβα!
Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή,
νὰ ᾿ρθοῦμε πρῶτοι ἐμεῖς! – οἱ στερνοί.

Τὰ στερνοπαίδια καὶ τ᾿ ἀποσπόρια
καὶ τ᾿ ἀποβράσματα καὶ τ᾿ ἀποφόρια
μιᾶς μάχης ποὺ ἤτανε γι᾿ ἄλλα κορμιὰ
γιὰ μάτια ἀλλιώτικα κι ἄλλη καρδιά.

Πολιτικάντηδες, καραβανάδες,
ψιλικατζῆδες, κολλυβιστάδες,
μοῦργοι, μουνοῦχοι καὶ θηλυκά –
τράβα ἀγωγιάτη! βάρα ἁμαξά!

Φτωχὴ Πατρίδα, στὰ μάγουλά σου
μαχαίρια γράφουνε τὸ γολγοθά σου·
μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ὀρφανή,
κοίτα ἂν ἀντέχεις τέτοια πομπή:

τὸ ματσαράγκα, τὸ φαταούλα
μὲ μπογαλάκια καὶ μὲ μπαοῦλα·
τὴ χύτρα ποὺ ἔβραζε κάθε βρωμιὰ
λὲς καὶ τὴν ἄδειασαν ὅλη μεμιὰ

σ᾿ αὐτοὺς ἀνάμεσα τοὺς ἤπιους λόφους
ὅπου μᾶς κλείσανε σὰν ὑποτρόφους
ἑνὸς ἀδιάντροπου φρενοβλαβῆ
ποὺ στὸ βραχνά του παραμιλεῖ.

Δὲς τὸ σελέμη, δὲς καὶ τὸ φάντη
πῶς θυμιατίζουνε τὸν ἱεροφάντη
ποὺ ρητορεύεται λειτουργικὰ
μπρὸς στὰ πιστά του μηρυκαστικά.

Μαυραγορίτες ἀπὸ τὰ Νάφια
τῆς προσφυγιᾶς μας ἄθλια σινάφια,
γύφτοι ξετσίπωτοι κι ἁρπαχτικοί,
λένε, πατρίδα, πὼς πᾶνε ἐκεῖ

στὰ χώματά σου τὰ λαβωμένα
γιατὶ μαράζωσαν, τάχα, στὰ ξένα
καὶ δὲν μποροῦνε χωρὶς ἐσέ –
οἱ φαῦλοι: τρέχουνε γιὰ τὸ λουφέ.

Cava dei Tirreni, 7. 10. 1944

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Τὸ γράδο

Ἰωάννα Γαλανάκη

Τὸ γρά­δο

ΕΝΝΗΘΗΚΑ σ’ ἕ­να χω­ριὸ τῆς Ἀ­τλαν­τί­δας. Ἔ­φυ­γα νω­ρὶς μὰ νά ποὺ τά ‘φέ­ρε ἔ­τσι ἡ τύ­χη καὶ ὁ κό­βιντ καὶ ξα­να­γύ­ρι­σα σχε­δὸν δυ­ὸ χρό­νια στὸ χω­ριό μου. Στὴν κα­ραν­τί­να ἔ­μα­θα πολ­λά. Ἀ­νά­με­σά τους μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ μιὰ γριά.

Μοῦ τὴν εἶ­πε ἕ­να κα­λὸ παι­δὶ ποὺ κα­θὼς ἔ­μα­θα πέ­θα­νε, ἀ­φοῦ ἔ­τσι γί­νε­ται μὲ τὰ κα­λὰ παι­διά, κά­τι κα­κὸ τοὺς συμ­βαί­νει στὸ τέ­λος. Αὐ­τὴ ἡ γριὰ λοι­πόν, κα­λὴ γυ­ναί­κα, μό­νο ποὺ ἔ­πι­νε κρυ­φὰ γι’ αὐ­τὸ καὶ τὰ σαΐνια τοῦ χω­ριοῦ τῆς κόλ­λη­σαν τὸ πα­ρα­τσού­κλι. Ἐ­γὼ δὲν τὴν θυ­μᾶ­μαι, θυ­μᾶ­μαι ὅ­μως μί­α ἄλ­λη γριά. Ἤ­τα­νε χή­ρα μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νη, μὲ μαν­τή­λι στὸ κε­φά­λι κι ὅ­λο μι­λοῦ­σε γιὰ τὸν ἄν­τρα της, τὸ μα­κα­ρί­τη. «Ἔ­χα­σα τὸ στύ­λο τοῦ σπι­θιοῦ μου, ἀ­πό­μει­να ἔ­ρη­μη καὶ μο­να­χή» καὶ ἄλ­λα τέ­τοια. Ὁ μα­κα­ρί­της ἐν­τω­με­τα­ξὺ κα­θώς μοῦ λε­γαν οἱ γο­νεῖς μου ἤ­τα­νε με­γά­λο κά­θαρ­μα. Τὴν εἶ­χε ἀ­πο­πλα­νή­σει κο­ρι­τσά­κι ἀ­κό­μη κι ὕ­στε­ρα τὴν ἔ­φε­ρε στὸ χω­ριὸ καὶ τὴν ἔ­ρι­ξε στὶς βα­ρει­ὲς δου­λει­ές. Κι ἀ­πὸ πά­νω τὴν ξυ­λο­φόρ­τω­νε σχε­δὸν κα­θη­με­ρι­νά. Ἄ­κου­γε ὁ­λό­κλη­ρη ἡ κοι­λά­δα τὶς κραυ­γὲς της ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ τὰ βά­λει μὲ τὸ μα­κα­ρί­τη. Ἀ­φοῦ ὅ­πως προ­εῖ­πα ὁ μα­κα­ρί­της ἤ­τα­νε με­γά­λη λέ­ρα. Ἔ­κα­νε κι ἄλ­λα χει­ρό­τε­ρα ὅ­πως κα­τα­λά­βαι­να ἀ­π’ τοὺς ὑ­παι­νιγ­μοὺς τῶν γο­νι­ῶν μου, μὰ ὅ­ταν τοὺς ρω­τοῦ­σα δὲ μι­λοῦ­σαν, μό­νο ἔ­δει­χναν τὸν ἀ­πο­τρο­πια­σμό τους γιὰ τὸ «στύ­λο τοῦ σπι­θιοῦ».

Ἡ γριὰ αὐ­τὴ ἡ ἄλ­λη, ὄ­χι τὸ γρά­δο, ἤ­τα­νε ψυ­χὴ ἁ­γί­α. Ἔ­πι­νε βέ­βαι­α κι κεί­νη, ἂν καὶ χω­ρὶς τὸ πα­ρα­τσού­κλι. Ἔ­βη­χε κι ὄ­λας καὶ γε­νι­κὰ εἶ­χε κα­κὴ ὑ­γεί­α ὁ­πό­τε τῆς μά­νας μου τῆς κόλ­λη­σε ὅ­τι εἶ­χε κά­ποια με­τα­δο­τι­κὴ ἀρ­ρώ­στια. Κά­θε ποὺ ἐρ­χό­ταν σπί­τι μας καὶ τρώ­γα­με ὅ­λοι μα­ζὶ τὴν ἔ­βα­ζε νὰ κά­θε­ται μα­κριὰ ἀ­πὸ μέ­να, μὴ μὲ πλη­σιά­σουν τὰ μι­κρό­βια. Ὕ­στε­ρα ἀ­φοῦ μά­ζευ­ε τὰ πιά­τα ξε­χώ­ρι­ζε τὸ δι­κό της μα­ζὶ καὶ τὸ πο­τή­ρι της καὶ τοὺς ἔ­χυ­νε καυ­τὸ νε­ρὸ μὲ σα­που­νά­δα. Τέ­λος, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς οὔ­τε αὐ­τὴ ἡ μέ­θο­δος δὲν ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ ἐγ­γυ­η­μέ­νη ὁ­πό­τε τῆς εἶ­χε πάν­τα το ἴ­διο πιά­το καὶ τὸ ἴ­διο πο­τή­ρι ποὺ τὰ κρα­τοῦ­σε σὲ εἰ­δι­κὸ ση­μεῖ­ο στὸ ντου­λά­πι. Ἡ γριὰ ὅ­πως προ­εῖ­πα ἤ­τα­νε ψυ­χὴ ἁ­γί­α. Μὲ ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ ὅ­λο μὲ συμ­βού­λευ­ε. Ἔ­λε­γε γιὰ μέ­να τὰ κα­λύ­τε­ρα λό­για σ’ ὁ­λό­κλη­ρό το χω­ριό. Πί­στευ­ε πὼς μοῦ ἄ­ξι­ζε μιὰ κα­λὴ τύ­χη καὶ ὅ­λο σχε­δί­α­ζε μέ­σα της κι ἔ­ξω της πῶς θά ‘πρε­πε νὰ εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ θὰ μὲ πά­ρει, πό­σο ἄ­ξιος καὶ κα­λός, πό­σο ὄ­μορ­φα θά ’­πρε­πε νὰ μοῦ φέ­ρε­ται.

Ἀ­φοῦ ἔ­φυ­γα, ἐ­κεί­νη, κα­θὼς μά­θαι­να, ἀ­κό­μη ἀ­γω­νι­οῦ­σε προ­σπα­θών­τας νὰ βρεῖ τὸν κα­λύ­τε­ρο συν­δυα­σμὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν τοῦ ὑ­πο­ψή­φιου συ­ζύ­γου μου. Ὅ­ταν τὴν εἶ­δα τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ θά ’­μου­να γύ­ρω στὰ 25, μοῦ ’­πε μὲ ἀ­γά­πη στορ­γι­κὴ «ἀρ­γο­μοί­ρα- κα­λο­μοί­ρα». Καὶ μοῦ ‘δω­σε κι ἄλ­λες πολ­λὲς εὐ­χές. Δὲν ἔ­πι­α­σαν τε­λι­κά, μᾶλ­λον για­τὶ τὶς στοί­χει­ω­σε τὸ φάν­τα­σμα τοῦ μα­κα­ρί­τη. Ἀ­φοῦ πέ­θα­νε τὴν εἶ­δα ἄλ­λες δυ­ὸ φο­ρές, στὸ χω­μα­τό­δρο­μο, κον­τὰ στὸ σπί­τι μας. Τό­τε τὴν ἔ­λε­γαν Λί­λα. Ἦ­ταν ἡ ἴ­δια πα­ρα­δεί­σια πο­νε­μέ­νη ψυ­χὴ καὶ γῶ θὰ ἤ­μουν τό­τε γύ­ρω στὰ 35. Μοῦ ‘πε «ἐ­σὺ ἀ­να­γεν­νι­έ­σαι ἀ­π’ τὶς στά­χτες σου», εἶ­σαι ἀ­κό­μη ὄ­μορ­φη, νὰ βια­στεῖς νὰ κά­νεις ἕ­να παι­δά­κι, ἔ­χεις χρό­νο, νὰ δὲς ἡ τά­δε ποὺ εἶ­στε καὶ στὴν ἴ­δια ἡ­λι­κί­α.

Ἡ Λί­λα ἔ­μα­θα εἶ­χε τέ­λος κα­κὸ κλει­σμέ­νη σ’ ἕ­να ἵ­δρυ­μα. Καὶ ἡ δι­κή της ἱ­στο­ρί­α πο­λὺ λυ­πη­τε­ρή, τό­σο ποὺ δὲν τὴν ἔ­λε­γε κα­νεὶς ἐ­κτὸς ἀ­πὸ κά­τι μι­σό­λο­γα καὶ κά­τι εἰ­ρω­νεῖ­ες ἀ­π’ τὰ τσό­κα­ρα γιὰ τὴν κα­τάν­τια της. Πα­νέ­μορ­φη στὰ νιά­τα της, τὴν εἶ­δα σὲ πα­λι­ὲς φω­το­γρα­φί­ες, τό­τε, στὴν κα­ραν­τί­να. Μιὰ μέ­ρα στὴν πρω­τεύ­ου­σα τὴ θυ­μή­θη­κα. Κα­θό­μα­σταν με­γά­λη πα­ρέ­α, τρώ­γα­με καὶ πί­να­με. Δί­πλα μου αὐ­τός, πα­ρα­δί­πλα ἡ γυ­ναί­κα του καὶ ἀ­πέ­ναν­τι μιὰ ἀ­π’ τὶς φι­λε­νά­δες. Ἤ­τα­νε βλέ­πεις τέ­τοι­α ἡ «ἰ­δε­ο­λο­γί­α» του. Σε­βα­στόν. Μὲ πε­ρι­ποι­οῦν­ταν χω­ρὶς νὰ τὸ ζη­τή­σω. Τοὺς κα­λύ­τε­ρους με­ζέ­δες, τὸ πο­τή­ρι μου πάν­τα μι­σο­γε­μά­το. Κά­πο­τε ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι του καὶ μοῦ ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ γό­να­το ἔ­τσι ποὺ οἱ φί­λοι του νὰ βλέ­που­νε. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ φύ­γω με­τα­νά­στις νὰ μὴ βλέ­πω του­λά­χι­στον ἐ­γώ. Εἶ­χα μιὰ φί­λη ἀ­πὸ τὴ Χιὸ καὶ μοῦ βρῆ­κε βα­πό­ρι ποὺ ἑ­τοι­μά­ζον­ταν νὰ σαλ­πά­ρει γιὰ Νό­τιο Ἀ­με­ρι­κή. Τὸ λέ­γα­νε «Lά­y­os». Πάν­τα ἔ­λε­γα στὴ μά­να μου πὼς ἤ­θε­λα νὰ πά­ω στὴ γῆ τοῦ πυ­ρός. Ἀ­πο­φά­σι­σα πὼς εἶ­χε ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα. Μπάρ­κα­ρα τὸ λοι­πόν. Τὸ βα­πό­ρι κου­βα­λοῦ­σε τό­νους πα­λιὰ ροῦ­χα ποὺ προ­ο­ρί­ζον­ταν γιὰ θά­ψι­μο στὴν ἔ­ρη­μο Ἀ­τα­κά­μα. Ἐ­κεῖ, τε­τρα­κό­σια χρό­νια δὲν ἔ­χει πέ­σει οὔ­τε στά­λα βρο­χή. Στὸ βα­πό­ρι γνώ­ρι­σα καὶ μιὰ ἰν­διά­να Χι­λια­νὴ ποὺ πή­γαι­νε νὰ με­λε­τή­σει τὴν ξε­χα­σμέ­νη γλώσ­σα Kunza. Δὲν τὸ με­τά­νοι­ω­σα κα­θό­λου ποὺ ἔ­φυ­γα με­τα­νά­στις. Θυ­μᾶ­μαι καὶ τὸ συ­χω­ρε­μέ­νο τὸ Χρι­στι­α­νό­που­λο ποὺ ἔ­λε­γε αὐ­τὰ πε­ρὶ σπό­ρων καὶ θά­ψι­μου καὶ νοι­ώ­θω θαλ­πω­ρή. Πάν­τως στὴν Ἀ­τα­κά­μα καὶ νὰ θα­φτεῖ ὁ σπό­ρος δὲ φυ­τρώ­νει, φταί­ει βλέ­πεις τὸ ἔ­δα­φος ποὺ εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ξη­ρό. Ἡ ξε­χα­σμέ­νη γλώσ­σα Kunza ὅ­μως ὑ­πάρ­χει ἐλ­πί­δα νὰ ἀ­να­βι­ώ­σει.

ΠΗΓΉ: neoplanodion.gr

Ἰ­Ω­ΆΝ­ΝΑ ΓΑ­ΛΑ­ΝΆ­ΚΗ. ΓΕΝ­ΝΉ­ΘΗ­ΚΕ ΚΑῚ ΜΕ­ΓΆ­ΛΩ­ΣΕ Σ’ Ἕ­ΝΑ ΜΙ­ΚΡῸ ΧΩ­ΡΙῸ ΚΟΝ­ΤᾺ ΣΤᾺ ΧΑ­ΝΙΆ. ΣΠΟΎ­ΔΑ­ΣΕ Ἱ­ΣΤΟ­ΡΊ­Α, ἈΡ­ΧΑΙ­Ο­ΛΟ­ΓΊ­Α ΚΑῚ Ἱ­ΣΤΟ­ΡΊ­Α ΤΗ͂Σ ΤΈ­ΧΝΗΣ ΣΤῸ ΠΑ­ΝΕ­ΠΙ­ΣΤΉ­ΜΙΟ Ἀ­ΘΗ­ΝΩ͂Ν. ἘΡ­ΓΆ­ΣΤΗ­ΚΕ ὩΣ ἈΡ­ΧΑΙ­Ο­ΛΌ­ΓΟ­Σ ΚΑῚ Ἐ­ΡΕΥ­ΝΉ­ΤΡΙΑ. ΣΥ­ΝΈ­ΧΙ­ΣΕ ΤῚΣ ΣΠΟΥ­ΔΈΣ ΤΗΣ ΜῈ Ὑ­ΠΟ­ΤΡΟ­ΦΊ­ΕΣ ΣΤῊΝ ἈΓ­ΓΛΊ­Α. Ἔ­ΧΕΙ ΔΗ­ΜΟ­ΣΙ­ΕΎ­ΣΕΙ ΜΙᾺ ΠΟΙ­Η­ΤΙ­ΚῊ ΣΥΛ­ΛΟ­ΓῊ Ἀ­ΡΑ­ΔΉΝ). ΠΟΙ­Ή­ΜΑ­ΤΆ ΤΗΣ Ἔ­ΧΟΥΝ Ἐ­ΠΊ­ΣΗΣ ΔΗ­ΜΟ­ΣΙ­ΕΥ­ΤΕΙ͂ ΣΤῸ ΠΕ­ΡΙ­Ο­ΔΙ­ΚΌΝΈΑ ΕΥ̓­ΘΎ­Ν. Ἔ­ΧΕΙ ΜΕ­ΤΑ­ΦΡΆ­ΣΕΙ ΚΑῚ ΔΗ­ΜΟ­ΣΙ­ΕΎ­ΣΕΙ ΣΤῸ ΠΕ­ΡΙ­Ο­ΔΙ­ΚΌ ΤῸ ΔΈΝ­ΤΡΟ ΠΟΊ­Η­ΣΗ ΤΗ͂Σ ΣΎΓ­ΧΡΟ­ΝΗΣ Ἀ­ΜΕ­ΡΙ­ΚΑ­ΝΊ­ΔΑΣ ΠΟΙ­Ή­ΤΡΙΑ­Σ JES­SI­CA GREEN­BA­UM. ΜΙ­ΚΡᾺ ΔΙ­Η­ΓΉ­ΜΑ­ΤΆ ΤΗΣ Ἔ­ΧΟΥΝ ΔΗ­ΜΟ­ΣΙ­ΕΥ­ΤΕΙ͂ ΣΤΠΛΑ­ΝΌ­ΔΙΟΝ-Ἱ­ΣΤΟ­ΡΊ­ΕΣ ΜΠΟΝ­ΖΆ­Ι ΚΑῚ ΜΕ­ΤΑ­ΦΡΑ­ΣΜΈ­ΝΑ ΣΤᾺ ἈΓ­ΓΛΙ­ΚᾺ ΣΤῸ ΠΕ­ΡΙ­Ο­ΔΙ­ΚΌ TWO WORDS FOR. ΚΕΊ­ΜΕ­ΝΆ ΤΗΣ Ἔ­ΧΟΥΝ ΔΗ­ΜΟ­ΣΙ­ΕΥ­ΤΕΙ͂ ΣΤᾺ ΠΕ­ΡΙ­Ο­ΔΙ­ΚΆLI­FO, MO­NU­MEN­TA ΚΑῚ ΣΕ BLOGS. ΑΥ̓­ΤῊΝ ΤῊΝ ΠΕ­ΡΊ­Ο­ΔΟ ΖΕΙ͂ ΣΤῸ ΣΑ­ΟΥ­ΘΆΜ­ΠΤΟΝ ΤΗ͂Σ ἈΓ­ΓΛΊ­ΑΣ ΚΑῚ Ἑ­ΤΟΙ­ΜΆ­ΖΕΙ ΜΙᾺ ΜΙ­ΚΡῊ ΣΥΛ­ΛΟ­ΓῊ ΔΙ­Η­ΓΗ­ΜΆ­ΤΩΝ ΓΙᾺ ΔΗ­ΜΟ­ΣΊ­ΕΥ­ΣΗ

«Χάρμα ιδέσθαι»

«Χάρμα ιδέσθαι» στο χωριό Κόκκινος στην ορεινή δωρίδα!

Ο «συνήθης ύποπτος»  ξαναχτύπησε ευχάριστα: η γιαγιά με το εγγονάκι της εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο χωριό Κόκκινος και σφράγισαν την δημιουργική ανάπλαση στην ανατολική είσοδο του χωριού μας, εκεί που  οι προγονοί μας ξεδιψούσαν απο την μοναδική βρύση και αγναντεύαν τον κάμπο τους. Η παρέμβαση, που έγινε με απόλυτο σεβασμό στο εμβληματικό τοπόσημο του χωριού, προσφέρει στους επισκέπτες μια εικόνα που είναι χωρίς υπερβολή χάρμα ιδέσθαι!

Ευχαριστούμε αγαπητέ μας Σπύρο, να είσαι πάντα καλά και να δημιουργείς!!

…σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ…

Ο φόβος βρίσκεται στη ρίζα κάθε αρρώστιας, κάθε πόνου και κάθε προβλήματος.
Κοίτα πίσω από κάθε αγωνία και άγχος και θα βρεις να ελλοχεύει εκεί ο φόβος.
Ο φόβος tripάρει το μυαλό…δημιουργεί ψευδαισθήσεις αδυναμίας.

Στο τραγούδι ο στοίχος που επαναλαμβάνεται συχνά ως μοτίβο «…σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ…» δηλώνει την άρνηση της υποταγής στην συνθήκη του φόβου καθώς και την πρόθεση του Αγγελάκα να μας μάθει να «πετάμε σαν αετοί πάνω από τις λύπες μας» να μην φοβόμαστε ότι θα χαθούμε «αν απομακρυνθούμε από τον κύκλο» και να μην πιστέψουμε ποτέ οτι «είμαστε μικροί πολύ μικροί για να αλλάξουμε αυτο το σκηνικό».

Ευάγγελος Ορφανίδης Κλινικός Ψυχολόγος

διδακτική ιστορία..

Ένας ηλικιωμένος συναντά έναν νεαρό που ρωτά:
“Με θυμάσαι; ”
Και ο γέρος λέει όχι. Τότε ο νεαρός του λέει ότι ήταν μαθητής του, Και ο δάσκαλος ρωτάει:
“Τι κάνεις, τι κάνεις στη ζωή; ”
Ο νεαρός απαντά:
“Λοιπόν, έγινα δάσκαλος. ”
“αχ, πόσο καλός, σαν εμένα; ” Ρωτάει ο γέρος.
“Λοιπόν, ναι. Μάλιστα έγινα δάσκαλος επειδή με ενέπνευσες να σου μοιάσω. ”
Ο γέροντας, περίεργος, ρωτάει τον νεαρό πότε αποφάσισε να γίνει δάσκαλος. Και ο νεαρός του λέει την εξής ιστορία:
“Μια μέρα, ένας φίλος μου, επίσης φοιτητής, ήρθε με ένα ωραίο νέο ρολόι, και αποφάσισα ότι το ήθελα.
Το έκλεψα, το πήρα από την τσέπη του.
Λίγο μετά, ο φίλος μου παρατήρησε ότι έλειπε το ρολόι του και αμέσως παραπονέθηκε στον δάσκαλό μας, που ήσουν εσύ.
Στη συνέχεια απευθυνθήκατε στην τάξη λέγοντας: «Το ρολόι αυτού του μαθητή κλάπηκε σήμερα κατά τη διάρκεια των μαθημάτων. Όποιος το έκλεψε, παρακαλώ να το επιστρέψει. ’
Δεν το έδωσα πίσω γιατί το ήθελα.
Έκλεισες την πόρτα και είπες σε όλους μας να σηκωθούμε και να κάνουμε κύκλο.
Θα ψάχνατε τις τσέπες μας μία προς μία μέχρι να βρεθεί το ρολόι.
Μας είπατε να κλείσουμε τα μάτια, γιατί το ρολόι του θα το ψάχνατε μόνο αν είχαμε όλοι τα μάτια μας κλειστά.
Κάναμε όπως μας είπατε.
Πήγατε από τσέπη σε τσέπη, και όταν έψαξες την τσέπη μου, βρήκες το ρολόι και το πήρες. Συνέχισες να ψάχνεις τις τσέπες όλων, και όταν τελείωσες είπες «ανοίξτε τα μάτια σας. Έχουμε το ρολόι. ’
Δεν με κάρφωσες και ποτέ δεν ανέφερες το επεισόδιο. Ούτε είπες ποιος έκλεψε το ρολόι. Εκείνη τη μέρα έσωσες την αξιοπρέπειά μου για πάντα. Ήταν η πιο ντροπιαστική μέρα της ζωής μου.
Αλλά είναι και η μέρα που αποφάσισα να μην γίνω κλέφτης, κακός άνθρωπος κλπ. Ποτέ δεν είπες τίποτα, ούτε καν με μάλωσες ή με πήρες στην άκρη για να μου κάνεις μάθημα ηθικής.
Έλαβα ξεκάθαρα το μήνυμά σου.
Χάρη σε εσάς, κατάλαβα τι πρέπει να κάνει ένας πραγματικός εκπαιδευτικός.
Θυμάστε αυτό το επεισόδιο καθηγητά;
Ο παλιός καθηγητής απάντησε, «Ναι, θυμάμαι την κατάσταση με το κλεμμένο ρολόι, που έψαχνα στην τσέπη όλων. Δεν σε θυμήθηκα, γιατί έκλεισα κι εγώ τα μάτια μου ψάχνοντας. ….!!!
Αυτή είναι η ουσία της διδασκαλίας:
Αν για να διορθώσεις πρέπει να ταπεινώσεις, δεν ξέρεις πώς να διδάξεις…. ”

Καλό και κακό

«Σιγά-σιγά, χωρίς να το ‘χω διόλου συνειδητά στο νου μου, οι δύο μορφές, Χριστός και Αντίχριστος, έσμιγαν· δεν ήταν λοιπόν, ετούτοι οι δύο, προαιώνιοι οχτροί, δεν είναι ο Εωσφόρος αντίμαχος του Θεού, μπορεί ποτέ το Κακό να μπει στην υπηρεσία του Καλού και να συνεργαστεί μαζί του; Με τον καιρό, όσο μελετούσα το έργο του αντίθεου προφήτη, [του Νίτσε] ανέβαινα από σκαλί σε σκαλί σε μια μυστικιά παράτολμη ενότητα: Το Καλό και το Κακό, έλεγα, είναι οχτροί, να το πρώτο σκαλοπάτι της μύησης· το Καλό και το Κακό είναι συνεργάτες, αυτό είναι το δεύτερο, πιο αψηλό σκαλοπάτι της μύησης· το Καλό και το Κακό είναι ένα! αυτό ‘ναι το πιο αψηλό, όπου ως τώρα μπόρεσα να φτάσω, σκαλοπάτι. Απάνω στο σκαλοπάτι ετούτο σταματούσα ανατριχιάζοντας· μια φοβερή υποψία έσκισε το νου μου: μπας και με σπρώχνει και μένα, ο ‘Αγιος αυτός Βλασφημίων, να βλαστημώ;» (Ν. Καζαντζάκη,Αναφορά στον Γκρέκο, σ. 314 – 5)

Τι χούι κι αυτό..

Τι χούι κι αυτό ξεδιάντροπο να φτύνεις ότι δεν χωράει στην άποψή σου! Μόνος εσύ απόλυτα σοφός, άντε κι οι όμοιοί σου, όλοι οι άλλοι τσόλια, μόνο για φτύσιμο.

Δεν γίνεται έτσι ούτε χωριό ούτε πόλη. Με τέτοια νοοτροπία δεν προκόβει ο τόπος και μέρες σαν κι αυτές που κρίνεται το κοινό καλό και καλείται καθένας να συμβάλει το καλό του όραμα, βλέπω να περισσεύει λύσσα και χολή, αμετανόητοι, πορωμένοι με θέσεις, ιδέες και θεωρίες, λουστράρουνε εμφύλιο, μονόπαντα ανιστόρητοι, σαν άμαθοι οι δόλιοι απ’ τη συμφορά, τυφλοί τα τ’ ώτα τον τε νουν τα τ’ όμματα, λες και δεν άκουσαν αυτοί ούτε είδαν πως ρήμαξε τον τόπο ο σπαραγμός κι η αλληλοκαταφρόνια.

Κάθε φορά που η αυταρχική μας άποψη θεριεύει, θεριό αδηφάγο, τέρας ανελέητο μας ξεπαστρεύει. Μονάχος του δεν σώζεται κανένας πατριώτες, όλοι μαζί είμαστε εδώ κι αν δεν αντέχουμε την άποψη του άλλου, κανένα κοινό καλό δεν πρόκειται ν’ αξιωθούμε, χαμένοι στον αλάθητο εαυτό μας θα βουλιάζουμε παρέα, τσαλαβουτώντας σ’ ότι αντιπαθούμε.

Χρήστος Μποκόρος

Ο Χρήστος Μποκόρος είναι Έλληνας ζωγράφος, ο οποίος γεννήθηκε το 1956 στο Αγρίνιο, ζει και εργάζεται στην Αθήνα.