Γιατί’ ναι μαύρα τα βουνά;

Κείμενο:Κατερίνα Λομβαρδέα

«Επειδή δεν μπορώ να σας χωρέσω όλους σπίτι μου για να ακούσουμε μουσική, θα το κάνουμε μαζί εδώ», είπε ο βραβευμένος με Γκράμι μουσικός παραγωγός και εθνομουσικολόγος Κρίστοφερ Κινγκ στον κόσμο που ήταν μαζεμένος στον κήπο της Χάμκως στην Κόνιτσα. Και πράγματι, αυτός και οι φίλοι του από τα νότια Βαλκάνια έπαιξαν μουσική για όλους, με τη στήριξη της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση και του δήμου Κόνιτσας.

Επί τρεις ημέρες το μουσικό φεστιβάλ «Γιατί’ ναι μαύρα τα βουνά: Οι μουσικές κουλτούρες των νότιων Βαλκανίων» στην Κόνιτσα κατάφερε -έστω και ελάχιστα- να μετατοπίσει τη (συντηρητική) κοινωνία της ευρύτερης περιοχής.

Όλες τις τρεις ημέρες που βρέθηκα στο τριήμερο μουσικό φεστιβάλ «Γιατί ‘ναι μαύρα τα βουνά» στην Κόνιτσα, είχα στο μυαλό παραλλαγές της ίδιας σκέψης: είτε έβλεπα στη σκηνή το συγκρότημα Vasil Ziu από την Κεντρική Αλβανία με τη ζωώδη ενέργεια, είτε άκουγα το κορυφαίο βιολί του Κώστα Καραπάνου, είτε χόρευα με τον Νέγρο του Μοριά και τα «πειραγμένα» τραπ κομμάτια του με samples από 78άρια των νότιων Βαλκανίων, είτε έμενα με ανοικτό το στόμα μπροστά στην τσιγγάνα Bajsa Arifovska από τη Βόρεια Μακεδονία που παίζει πέντε όργανα το ένα καλύτερα από το άλλο, είτε χτυπιόμουνα με το παραδοσιακό γκρουπ με τη ροκ ενέργεια «Εβρίτικη Ζυγιά» (το boy band του τριημέρου, για καλό το λέω), σκεφτόμουν πως, αυτό που κατάφερε η παραγωγή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάσηκαι ενορχήστρωσε ο εθνομουσικολόγος Κρίστοφερ Κινγκ, μόνιμος πλέον κάτοικος της Κόνιτσας, ήταν να μετατοπίσουν την (συντηρητική) κοινωνία της ευρύτερης περιοχής. Τόσο ελάχιστα, όσο μετατοπίζονται οι κοινωνίες από τις μικρές αλλαγές, που έρχονται χωρίς πολλές φανφάρες – αλλά συσσωρεύονται και φέρνουν τις πιο μεγάλες.

Προς τα πού την πήγαν; Ίσως προς την αναγνώριση και αποδοχή των πολλαπλών στρωμάτων της, στον χρόνο και στον χώρο, όπως αυτά αντανακλώνται στο μωσαϊκό των ήχων που ακούσαμε. Σε μία εξερεύνηση του εαυτού της, χωρίς ενοχές και περιττά βαρίδια. Ο λόγος της αισιοδοξίας ήταν μεταξύ άλλων και τα αμέτρητα χαρούμενα νεαρά πρόσωπα που είδα μπροστά μου, που ήταν μάλλον η πλειοψηφία του κοινού.

Το Άγαλμα της Ελευθερίας

Το Άγαλμα της Ελευθερίας (1900)

Το Άγαλμα της Ελευθερίας (1900)

Είναι ίσως το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο στον κόσμο, το σύμβολο της ελευθερίας και του αμερικάνικου ονείρου, που επί 100 και πλέον χρόνια υποδεχόταν τα εκατομμύρια των μεταναστών που έφταναν στο Έλις Άιλαντ.

Εμπνευστής του ήταν ο γάλλος ιστορικός Εντουάρ ντε Λαμπουλέ, που πρότεινε την κατασκευή του μετά τον αμερικανικό εμφύλιο, προς τιμήν της γαλλοαμερικανικής φιλίας. Οι Γάλλοι έπρεπε να φροντίσουν για το άγαλμα και οι Αμερικανοί για τη βάση του. Το 1874, ο Φρεντερίκ Μπαρτολντί, έμπειρος γλύπτης σε κατασκευές μνημείων, άρχισε να εργάζεται στο Παρίσι με τη χρηματοδότηση ενός γαλλοαμερικανικού ιδρύματος, ενώ τη στατική δομή του μελέτησε ο Γκιστάβ Άιφελ.

Δέκα χρόνια αργότερα, το άγαλμα ολοκληρώθηκε και στη συνέχεια αποσυναρμολογήθηκε σε 350 κομμάτια για να σταλεί ατμοπλοϊκώς στη Νέα Υόρκη, όπου τοποθετήθηκε -κατόπιν απόφασης του αμερικάνικου κογκρέσου- στην είσοδο του λιμανιού, στη νησίδα Μπελντόε, που σήμερα ονομάζεται Λίμπερτι Άιλαντ. Τα εγκαίνιά του έγιναν στις 28 Οκτωβρίου του 1886.

Το Άγαλμα της Ελευθερίας ζυγίζει 225 τόνους και καλύπτεται από ένα περίβλημα χαλκού. Το ύψος του χωρίς τη βάση είναι 46,5 μέτρα, ενώ με τη βάση διπλασιάζεται. Στο εσωτερικό του, 168 σκαλιά επιτρέπουν την άνοδο στο κεφάλι και άλλα 54 στο χέρι, που κρατάει τον πυρσό.

Από το 1972 η βάση του Αγάλματος της Ελευθερίας φιλοξενεί το Μουσείο Μετανάστευσης, που είναι αφιερωμένο στην ιστορία της μετανάστευσης στις ΗΠΑ. Η επιγραφή στην είσοδο γράφει:

Δώστε μου τους κουρασμένους σας, τους φτωχούς σας,
τις άμορφες μάζες σας που λαχταράνε να αναπνέουν ελεύθερα,
τα άθλια απορρίμματα που βρίθουν στις ακτές σας.
Στείλτε μου τους άστεγους, τους θαλασσοδαρμένους.
Σηκώνω τον πυρσό μου δίπλα στην χρυσή πύλη.

Ο Ρούσος ο Καμαριανακης λίγο πριν αναχωρήσει από αυτή την ζωή…

Τι κρίμα οι βλάκες να είναι τόσο σίγουροι και οι έξυπνοι τόσο διστακτικοί..

Ράσελ