το ταξιδιωτικό της συμφοράς (διήγημα)

της ΜΑΡΙΑΣ Σ. ΜΠΛΑΝΑ

Μάνη, 2023. Του Αγίου Πνεύματος.Γερολιμένας. Φτάνοντας καταλαβαίνεις πόσο ταιριαστό το τοπωνύμιο. Τοπίο αγέρωχο, πέλαγος, γυμνόστηθα βουνά, κροκάλες, πέτρινα κτίσματα από άλλη εποχή. Εγκατάλειψη που πάει χέρι χέρι με την αρπαχτή. Κυριλέ εστιατόρια πάνω στο κύμα, απ’ αυτά όπου σου γεμίζουν το ποτήρι, πλάι σε χαλάσματα πέτρινων πύργων, στον χωματόδρομο με τα μαδέρια. Συντρίμμια δίπλα σε σωρούς αμμοχάλικο, έτοιμους να ορθώσουν τα Airbnb της επόμενης σεζόν, 250 ευρώ η διανυκτέρευση – τιμή μη επιστρέψιμη. Κακοφωτισμένα στενά που ζέχνουν μούχλα και σκουριά. Ο ήλιος, ευτυχώς τόσο καυτός που ζαλίζει. Κι η θάλασσα τόσο παγωμένη και κρυστάλλινη που σε κάνει να ξεχνάς τη θέα των πλαστικών σκουπιδιών στο βυθό. Στη στεριά πάλι, ούτε ένας κάδος σκουπιδιών.

Κάνουμε check in σ’ ένα από τα παμπάλαια κτίσματα όπου το τρεχούμενο νερό αποδεικνύεται πολυτέλεια – τιμή μη επιστρέψιμη. Πάτε στο χωράφι δίπλα, λέει η host όταν της λέμε πως δεν λειτουργεί το καζανάκι. Το νερό, νεράκι. Τη Μάνη ή τη μισείς ή τη λατρεύεις, διαβάζω σ’ ένα άρθρο της Καθημερινής. Κι οι Μανιάτες, «όπως είναι οι βράχοι τους», που λέει κι ο ποιητής. Τουλάχιστον η θέα στη βεράντα κάτι λέει, φεγγαράδα, κυματισμοί, η φαγωμένη από την υγρασία ταράτσα του μπροστινού μονώροφου πέτρινου με τις εξωτερικές μονάδες κλιματιστικών από το πάλαι ποτέ. Τολμώ να πηδήξω πάνω της για να δω τη θάλασσα απρόσκοπτα. Τζιτζίκια, βλαχομπαρόκ μουσική απ’ το καφέ–μπαρ με τις ξαπλώστρες πάνω στα τσιμεντωμένα βράχια, ο αχός των κυμάτων, μακρινές συζητήσεις εκδρομέων του τριημέρου, σερβιτόροι που πηγαινοέρχονται απέναντι, αυτοκίνητα μες στη σκόνη που σηκώνουν, βαρκάκια. Ένα ιστιοπλοϊκό. Ας περπατήσω λίγο για να ξεχαστώ.

Περνάω έξω απ’ το «Ακρογιάλι», τη «Ρεστία». Έχετε νερό; Ρωτώ τον μπάρμαν. Νομίζει πως θέλω ν’ αγοράσω ένα μπουκάλι. Του εξηγώ μισοσοβαρά – μισοαστεία. Κουνάει το κεφάλι. Εγώ έχω έρθει για δουλειά εδώ, μου λέει. Έχει τύχει να μείνω ίσαμε δύο μέρες χωρίς νερό εκεί που μας «φιλοξενούν». Άσε, δεν θέλω να μιλήσω γιατί έχω πολλά να πω. Κουνάω το κεφάλι. Καληνύχτα, του λέω, ευχαριστώ. Καταλήγω στο λουξάτο Kyrimai. Ρωτώ αν έχουν νερό. Βεβαίως, έχουν δική τους δεξαμενή. Μα δυστυχώς είναι κλεισμένοι, άσε που έχουν και ελάχιστη διαμονή – τρία βράδια. Πνίγω τον πόνο μου σ’ ένα κοκτέιλ πλάι στην πισίνα του λουξάτου. Στο διπλανό τραπέζι, ένας σικάτος γέρος κύριος μ’ ένα σικάτο νεαρό αγόρι, παραγγέλνουν αστακό. Φυσικά και το ζήτημα είναι ταξικό. Κι όπως παίρνει να φουντώνει μέσα μου πάθος επαναστατικό, την κατάσταση σώζει το μικρό μου σκυλί: ο σικάτος κύριος αρχίζει να το πασπατεύει, να του ομιλεί – ο σαρδανάπαλος έχει μούρη που ξεγελάει: είναι –τρομάρα του– μισός Μαλτέζος. Μένετε εδώ; Ρωτάω τον σικάτο. Oui, μου λέει, bien sur! Μην φανταστείτε, το δωμάτιο είναι λίγο τελευταίο, δεν έχει θέα à la mer. Μα πού είναι αυτός ο αστακός; Ξέρετε, αν παραψηθεί δεν τρώγεται. Au revoir chérie! Λέει πάλι στο σκυλί. Δεν σας κρύβω τον συμπάθησα λίγο. Αποφασίζω να μη φύγω – άλλωστε ήρθα τόσο μακριά. Αύριο θα κάνω πρωί–πρωί μια βουτιά. Και θα ’ναι μια άλλη μέρα.

Μια άλλη μέρα! Της Πεντηκοστής. Ήρθε το νερό! Ροή, ανεπαρκής. Μα κάτι είναι κι αυτό. Θα κάνουμε ζεστό μπανάκι το βράδυ! Προς το παρόν όμως, μετά την πρωινή βουτιά –που ομολογώ βοήθησε πολύ– μπουκάρουμε στ’ αμάξι. Ψάχνουμε κάτι να μας αλλάξει τη διάθεση – και ιδού! Λιμναίο Σπήλαιο Δηρού. Μας κάνει. Δώδεκα ευρώ το εισιτήριο (δέκα το φοιτητικό, δεν ζήτησαν πάσο). Οιονεί κατάβαση στον Άδη, μαύρο νερό, βαρκάδα στο σκοτάδι, άγνωστοι συνεπιβάτες. Με βάζουν στην ίδια βάρκα με μια εξαμελή οικογένεια Γερμανών. Θα μας βουλιάξουν αυτοί, λέει ο βαρκάρης. Μην κουνιέστε, τους λέει – δεν μιλά Αγγλικά. Αναλαμβάνω να κάνω αυτό που ξέρω καλά. Μεταφράζω σε χρέη ξεναγού. Ο βαρκάρης μούγκα – τι Χάρων θα ήταν αλλιώς. Τον ρωτώ τί και πώς. Τί βάθος έχει το νερό; Τί ζώα ζουν εδώ; Τί ηλικία έχει το σπήλαιο; Απαντά μονολεκτικά. Μεταφράζω συμπληρώνοντας ό,τι μπορώ – παρακινώ τα παιδιά να βαφτίσουν σχηματισμούς σταλακτιτών. Wir müssen immer nicht bewegen, τους θυμίζω καθ’ οδόν. Ο Χάρων βάζει κόντρα στους σταλαγμίτες με το ένα του κουπί – κι άλλοτε με τα ιδρωμένα απ’ την προσπάθεια χέρια του, γραπώνεται απ’ τους σταλακτίτες των τριών εκατομμυρίων ετών – δεν ισχύει το «μην αγγίζετε», λοιπόν;;; Σε άλλα σημεία, σε περάσματα στενά, η καρίνα της βάρκας βρίσκει στους πανάρχαιους σχηματισμούς αφήνοντας στο πέρασμά της μπλε μπογιά. Παλεύω να μην προδώσω πως είμαι ψυχαναγκαστικιά. Δεν λέω τίποτα. Επιτρέπεται το κολύμπι; Ρωτώ τον άχαρο Χάροντα. Ε, κανονικά όχι, μου λέει. Αν ήμασταν η τελευταία βάρκα μπορεί να σας άφηνα, συμπληρώνει. Αυτό δεν το μεταφράζω. Στο τέλος μου λέει ο Χάροντας, είσαι τρομερή, εγώ από γλώσσες δεν. Ελλάδα 2.0. Επιστρέφοντας στην έξοδο, μεγάλος ντόρος: στο επόμενο γκρουπ, ο πρίγκηψ του Μονακό! Πω πω πω πω! Γαμώτο. Σε λάθος βάρκα μπήκα να εκτελέσω χρέη ξεναγού / διερμηνέα. Σπουδαία! Τώρα με τη Γη της Ελιάς, λέει η κυρία που εξυπηρετεί στην καντίνα, φτάσαμε ίσαμε τρακόσιους επισκέφτες το μήνα! Δουλειά να υπάρχει και υγεία! Αμήν.

Η εις Άδου κάθοδος μας φέρνει πείνα. Ψάχνουμε κάτι με καλές κριτικές, και να: 4,9. ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΑΛΓΕΡΙ ΜΕΖΕΔΟΠΩΛΕΙΟ ΚΑΡΑΒΟΣΤΑΣΙ ΜΑΝΗ. Καλαμαράκια, οχταπόδι, παγωμένη μπύρα Σπάρτα, βλίτα, σκορδαλιά. Πατάτα τηγανιτή; Φέρ’ τη κι αυτή. Επιτέλους, κάτι προσεγμένο, ευγένεια, εξυπηρέτηση, σβελτάδα. Υπάρχει κι αυτή η Ελλάδα. Μας κερνούν και ρακή, παγωτίνια (φρέσκα!), λικέρ μαστίχα. Κάτω απ’ τη μουριά, ανάβουμε τσιγάρο. Ανάσα βαθιά.

Επόμενη στάση; Ψάχνουμε για κανένα μοναστήρι. Όχι πολύ μακριά, πήγε αργά. Δεν προλαβαίνουμε να πάμε Καρδαμύλη. Κι η έπαυλη του Φέρμορ είναι σήμερα κλειστή. Ιερά Μονή Ντεκουλών – φύγαμε λοιπόν. Από τον 16ο αιώνα είναι εκεί, ας ελπίσουμε να είναι ανοιχτή. Κατηφορίζουμε έναν στενό δρόμο μες στο πουθενά. Φτάνουμε στο τέλος του δρόμου – μονή πουθενά. Μόνο ένα πέτρινο δίπατο σπίτι σαν όλα τ’ άλλα – κι ένας σκύλαρος δεμένος μπροστά στη σιδερένια σκάλα. Μόλις μας βλέπει, αφιονίζεται – ο Πίπης (ο Μαλτέζος) θα του φαίνεται λουκούμι, κάνει να σπάσει την αλυσίδα του ενός μέτρου, μια γυναίκα μας φωνάζει απ’ τη βεράντα με σπαστή προφορά – δεν ακούμε τί μας τσαμπουνά. Πλησιάζουμε κι αφουγκραζόμαστε σηκώνοντας στα χέρια το λουκούμι, ο σκύλαρος παλεύει να λυθεί, κι η γυναίκα μας λέει να φύγουμε από εκεί – της λέμε ήρθαμε για τη Μονή – αααα, κάνει, κατεβαίνει τη σκάλα βγάζοντας μέσα απ’ τα φουστάνια της ένα κλειδί, να με συμπαθάτε, λέει, να σας ανοίξω – μόνο προσέχτε το σκυλί – μια φορά έφαγε την αλυσίδα του κι ένα μικρό σκυλάκι τουριστών! Τί υποδοχή. Μας ανοίγει τη μονή – ένα παμπάλαιο εκκλησάκι, δίχως μοναχούς ή μοναχές, μονάχα με ένα παμπάλαιο επίχρυσο τέμπλο κι έναν αναλυτικό ζωδιακό κύκλο στην οροφή γύρω από τον Παντοκράτορα. Και μια ταμπέλα ευρωπαϊκής επιχορήγησης για την συντήρησή του στην αυλή. Δεν λειτουργεί η μονή; Ρωτάμε τη γυναίκα. Όχι καλέ, μας απαντά, ένα εκκλησάκι είναι οικογενειακό. Άμα έρχεται κανείς του το ανοίγω εγώ. Προσέχτε το σκυλί – θα του πετάξω λίγο φαΐ, γρήγορα να μην σας δει!

Επόμενη στάση; Για σήμερα είδαμε αρκετά. Γυρνάμε στο κατάλυμα, για εκείνο το πολυπόθητο μπανάκι – κι ύστερα θ’ αράξουμε στην αυλή. Μα τελικά, φαίνεται πως ο θερμοσίφων υπολειτουργεί. Ζεσταίνω το λιγοστό νερό με το κατσαρολάκι. Όπως έκανε κάποτε η γιαγιά μου, τότε που ζούσαν σ’ ένα δωματιάκι εφτά ανθρώποι. Δεν αλλάζουν οι τόποι. Καθόμαστε στη βεράντα παύλα αυλή, που μετά το ξαράχνιασμα με τη σκούπα δείχνει πιο φιλική. Κι όπως σηκώνεται πίσω από το βουνό ένα κόκκινο, υπερμέγεθες φεγγάρι – η πανσέληνος της φράουλας, διαβάζω σκρολάροντας στο κινητό – και το καθρέφτισμά του απλώνει πάνω στο κυματιστό νερό, είναι σα να σηκώνεται με μίαν αόρατη τροχαλία κι όλος ο εκνευρισμός των τόσο ασήμαντων απογοητεύσεων της μέρας – ορίστε, είχε πρόγραμμα η host, όλα κι όλα. Παραμονή Δευτέρας. Λίγο ουίσκι με πάγο, ένα πουράκι Montechristo, η σελήνη γυαλί, που λέγαν κάποτε και οι Ματ Σε Δύο Υφέσεις, κι ορίστε, γράψαμε και ποίημα. Και ένα χρονικό της συμφοράς. Μου λες: μια μέρα θα το διαβάζεις και θα γελάς. Αύριο θα πάμε στο Μαρμάρι. Θα μείνουμε εκεί όλη μέρα – μπάνιο, διάβασμα, γράψιμο, ύπνος στην παραλία. Θα ’ρθουμε εδώ μόνο για ύπνο. Θα ξεχάσουμε την ταλαιπωρία, τί κι αν τα οχτώ βράδια των διακοπών γίναν τρία; Μεθαύριο θα ’μαστε πίσω στη δουλειά. Καταλαβαίνω τώρα την αρθρογράφο της Καθημερινής. Τη Μάνη ή την λατρεύεις ή τη μισείς. Ή και τα δύο, θα συμπληρώσω. Εσείς;

Το σαπιοκάραβο

•Δεν αποκλείω καθόλου να υπήρξαν επιχειρησιακές αστοχίες.Ενδεχομένως κακή εκτιμηση της κατάστασης.Ισως κακό ρεφλεξ.Ένα πράγμα αποκλείεται.Ο δόλος.Το γεγονός όμως ότι στα νερά μας,ουσιαστικά και όχι νομικά,βρήκαν φρικτό θάνατο 600 ανθρωποι άγνωστης ως τώρα ταυτότητας είναι συγκλονιστικό γεγονός.Τα πάντα πρέπει να διερευνηθούν κυρίως για το μέλλον των σωστικών επιχειρήσεων.Κανένας μηχανισμός δεν είναι αλάθητος.Κανείς δεν είναι τέλειος.Πέρασε και στα ψιλά ότι την ίδια μέρα σώθηκαν 80 άνθρωποι από πνιγμό σε ένα ιστιοφόρο ανοιχτά της Κρήτης.Όμως μακριά σπο μένα η εύκολη,η ανέξοδη κριτική όσων πασχίζουν στο πεδίο.Έξω από το χορό πολλά τραγούδια λες.Ιδιως όταν επιχειρούν σε συνθήκες κυβερνητικού κενού με μια κυβέρνηση που δεν ξέρει που πατάει και που βρίσκεται.Και οταν τα κυκλώματα οσμίζονται το κενο και εφορμούν όλα μαζί σαν όρνεα.Από καιρό το λέω πως ένας μήνας στις σημερινές συνθηκες είναι πολύς καιρός για μια κυβέρνηση τρέχα γύρευε.Μέσα σε ένα μήνα μπορεί να συμβούν τα πάντα.Και συνέβησαν ήδη πολλά λόγω της παράλυσης.Η διερεύνηση πρέπει να γίνει από ειδικούς όχι από μένα η όποιον αυτόκλητο «πραγματογνώμονα».


•Τι ψάχνουμε;18 πλόες έκανε είπαν χτες το δουλεμπορικό κύκλωμα με σαπιοκάραβα για να αυξήσουν το κερδος.Το συγκεκριμένο είχε και βλάβη σιγά μη γνοιαστουν.Τζίρος 100εκ ευρώ σε δυο μηνες.Ορμητήριο το Τομπρουκ.Τι εστι Τομπρουκ;Εκεί όπου διοικεί ο «φίλος»της Ελλάδος Χαφταρ.Στο ελεος συμμοριών και λαϊκών συνελεύσεων.Ανατολική Λιβύη.Ασύντακτη χώρα,no man’s land.Ιστορικό όμως λιμάνι δίπλα στην Αίγυπτο.Δεν θέλει φιλοσοφία.Με αυτά τα λεφτά και το λοιπό κοντραμπάντο θα ζήσουν και τα εγγόνια των φυλάρχων και της διεφθαρμένης ελίτ.Σιγά μη σκιαχτούν για τους νεκρους που δεν είναι καν δικοί τους.Υπηρεσίες transit παρέχουν.Ας οψονται οι ελσφρομυαλοι αναλυτές της Αμερικής για το χάλι της Λιβυης και όχι μόνο.


•Δεν μπορούμε να λύσουμε τα προβλήματα της ανθρωπότητας.Ένα καθήκον έχουμε ηθικό και νομικό.Να σώζουμε ζωες χωρίς να γίνει η χώρα κέντρο διερχόμενων.Δύσκολη άσκηση.Θα γίνουν και λάθη.Και τα λάθη πρέπει να διορθώνονται.Ομως όσοι λένε ότι η απάντηση είναι άρατε πυλας και όποιος θέλει ας έρθει είναι επιπόλαιοι.Νομιζουν άραγε πως όποιος θέλει να ζήσει στο Τομπρουκ παίρνει μια πτηση και πάει;Θα τον περάσουν τα σαραντα κύματα οι «αρχές».Ακόμα και το Τομπρουκ έχει μεταναστευτικους νομους.


•Και πάντως δεν αξίζει να πυροβολούμε την Ελλάδα σε κάτι που δεν της αναλογεί.Άλλο η επιχειρησιακή ευθύνη,αν υπάρχει,και άλλο η
επίθεση κατα της χωρας για τα δεινα της ανθρωπότητας.

Πάνος Μπιτσαξής

Γιατί’ ναι μαύρα τα βουνά;

Κείμενο:Κατερίνα Λομβαρδέα

«Επειδή δεν μπορώ να σας χωρέσω όλους σπίτι μου για να ακούσουμε μουσική, θα το κάνουμε μαζί εδώ», είπε ο βραβευμένος με Γκράμι μουσικός παραγωγός και εθνομουσικολόγος Κρίστοφερ Κινγκ στον κόσμο που ήταν μαζεμένος στον κήπο της Χάμκως στην Κόνιτσα. Και πράγματι, αυτός και οι φίλοι του από τα νότια Βαλκάνια έπαιξαν μουσική για όλους, με τη στήριξη της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση και του δήμου Κόνιτσας.

Επί τρεις ημέρες το μουσικό φεστιβάλ «Γιατί’ ναι μαύρα τα βουνά: Οι μουσικές κουλτούρες των νότιων Βαλκανίων» στην Κόνιτσα κατάφερε -έστω και ελάχιστα- να μετατοπίσει τη (συντηρητική) κοινωνία της ευρύτερης περιοχής.

Όλες τις τρεις ημέρες που βρέθηκα στο τριήμερο μουσικό φεστιβάλ «Γιατί ‘ναι μαύρα τα βουνά» στην Κόνιτσα, είχα στο μυαλό παραλλαγές της ίδιας σκέψης: είτε έβλεπα στη σκηνή το συγκρότημα Vasil Ziu από την Κεντρική Αλβανία με τη ζωώδη ενέργεια, είτε άκουγα το κορυφαίο βιολί του Κώστα Καραπάνου, είτε χόρευα με τον Νέγρο του Μοριά και τα «πειραγμένα» τραπ κομμάτια του με samples από 78άρια των νότιων Βαλκανίων, είτε έμενα με ανοικτό το στόμα μπροστά στην τσιγγάνα Bajsa Arifovska από τη Βόρεια Μακεδονία που παίζει πέντε όργανα το ένα καλύτερα από το άλλο, είτε χτυπιόμουνα με το παραδοσιακό γκρουπ με τη ροκ ενέργεια «Εβρίτικη Ζυγιά» (το boy band του τριημέρου, για καλό το λέω), σκεφτόμουν πως, αυτό που κατάφερε η παραγωγή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάσηκαι ενορχήστρωσε ο εθνομουσικολόγος Κρίστοφερ Κινγκ, μόνιμος πλέον κάτοικος της Κόνιτσας, ήταν να μετατοπίσουν την (συντηρητική) κοινωνία της ευρύτερης περιοχής. Τόσο ελάχιστα, όσο μετατοπίζονται οι κοινωνίες από τις μικρές αλλαγές, που έρχονται χωρίς πολλές φανφάρες – αλλά συσσωρεύονται και φέρνουν τις πιο μεγάλες.

Προς τα πού την πήγαν; Ίσως προς την αναγνώριση και αποδοχή των πολλαπλών στρωμάτων της, στον χρόνο και στον χώρο, όπως αυτά αντανακλώνται στο μωσαϊκό των ήχων που ακούσαμε. Σε μία εξερεύνηση του εαυτού της, χωρίς ενοχές και περιττά βαρίδια. Ο λόγος της αισιοδοξίας ήταν μεταξύ άλλων και τα αμέτρητα χαρούμενα νεαρά πρόσωπα που είδα μπροστά μου, που ήταν μάλλον η πλειοψηφία του κοινού.

Το Άγαλμα της Ελευθερίας

Το Άγαλμα της Ελευθερίας (1900)

Το Άγαλμα της Ελευθερίας (1900)

Είναι ίσως το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο στον κόσμο, το σύμβολο της ελευθερίας και του αμερικάνικου ονείρου, που επί 100 και πλέον χρόνια υποδεχόταν τα εκατομμύρια των μεταναστών που έφταναν στο Έλις Άιλαντ.

Εμπνευστής του ήταν ο γάλλος ιστορικός Εντουάρ ντε Λαμπουλέ, που πρότεινε την κατασκευή του μετά τον αμερικανικό εμφύλιο, προς τιμήν της γαλλοαμερικανικής φιλίας. Οι Γάλλοι έπρεπε να φροντίσουν για το άγαλμα και οι Αμερικανοί για τη βάση του. Το 1874, ο Φρεντερίκ Μπαρτολντί, έμπειρος γλύπτης σε κατασκευές μνημείων, άρχισε να εργάζεται στο Παρίσι με τη χρηματοδότηση ενός γαλλοαμερικανικού ιδρύματος, ενώ τη στατική δομή του μελέτησε ο Γκιστάβ Άιφελ.

Δέκα χρόνια αργότερα, το άγαλμα ολοκληρώθηκε και στη συνέχεια αποσυναρμολογήθηκε σε 350 κομμάτια για να σταλεί ατμοπλοϊκώς στη Νέα Υόρκη, όπου τοποθετήθηκε -κατόπιν απόφασης του αμερικάνικου κογκρέσου- στην είσοδο του λιμανιού, στη νησίδα Μπελντόε, που σήμερα ονομάζεται Λίμπερτι Άιλαντ. Τα εγκαίνιά του έγιναν στις 28 Οκτωβρίου του 1886.

Το Άγαλμα της Ελευθερίας ζυγίζει 225 τόνους και καλύπτεται από ένα περίβλημα χαλκού. Το ύψος του χωρίς τη βάση είναι 46,5 μέτρα, ενώ με τη βάση διπλασιάζεται. Στο εσωτερικό του, 168 σκαλιά επιτρέπουν την άνοδο στο κεφάλι και άλλα 54 στο χέρι, που κρατάει τον πυρσό.

Από το 1972 η βάση του Αγάλματος της Ελευθερίας φιλοξενεί το Μουσείο Μετανάστευσης, που είναι αφιερωμένο στην ιστορία της μετανάστευσης στις ΗΠΑ. Η επιγραφή στην είσοδο γράφει:

Δώστε μου τους κουρασμένους σας, τους φτωχούς σας,
τις άμορφες μάζες σας που λαχταράνε να αναπνέουν ελεύθερα,
τα άθλια απορρίμματα που βρίθουν στις ακτές σας.
Στείλτε μου τους άστεγους, τους θαλασσοδαρμένους.
Σηκώνω τον πυρσό μου δίπλα στην χρυσή πύλη.