Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από δω, έχασα κι από κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι από την απροσεξία μου.

Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.

Κική Δημουλά

Γράφοντας ποίηση κάνει, χωρίς να το ξέρει, μια μάχη, σώμα με σώμα, με το θάνατο. Κι όταν λέμε θάνατο δεν εννοούμε μόνο τον φυσικό, αλλά και όλες τις μορφές κοινωνικού θανάτου. Η καταπίεση, η σκλαβιά, οι επιθυμίες που δεν εκπληρώνονται, όλα αυτά είναι μια καθημερινή εκτέλεση, ένας θάνατος.

Κι όσο θα υπάρχει θάνατος, θα υπάρχει και αντίσταση στο θάνατο. Μια αναμέτρηση μ’ αυτή τη μορφή θανάτου είναι η πολιτική ποίηση (τουλάχιστον η δική μου πολιτική ποίηση), μια μάχη για να φτάσουμε στο «αταξικό γαλάζιο», όπως γράφω σε ένα ποίημά μου για τον Νερούντα.

— Γιάννης Ρίτσος, συνέντευξη στο περιοδικό «Η λέξη», 1981

Είναι λάθος να χωρίζουμε την ποίηση σε κατηγορίες. Η ποίηση είναι απέραντη σαν τη ζωή, ένα διαρκές γίγνεσθαι. Στο χώρο της δεν υπάρχουν όρια, δεν υπάρχουν απαγορεύσεις. Σε μια ομιλία του ο Ελυάρ είχε πει ότι, ενώ παλιότερα πίστευε πως υπάρχουν λέξεις απαγορευμένες για την ποίηση, αργότερα πείστηκε πως δεν ίσχυε κάτι τέτοιο. Μέσα και πάνω στις λέξεις του ποιητή αποτυπώνονται πολιτιστικές μνήμες αιώνων, αποθησαυρίζεται η παγκόσμια ιστορία.

Το ποίημα ξεπηδάει από μιαν ανάγκη να αποδοθεί η σιωπή, από μιαν εντολή της ανθρώπινης προϊστορίας, ιστορίας και μεθιστορίας. Με εντολή που δίνεται στον ποιητή άθελά του κι εκφράζεται μέσα από αυτόν.

Γιάννης Ρίτσος, συνέντευξη στο περιοδικό «Η λέξη», 1981

Ο μύθος του «γαργάλατα…»

Στον Γεώργιο Αθανασιάδη – Νόβα πρωθυπουργό της αποστασίας το 1964 αποδίδεται το τετράστιχο:

«Κι ήταν τα στήθια σου / άσπρα σαν τα γάλατα / και μού λεγες / γαργάλατα»,

εξού και το προσωνύμιο Γαργάλατας, που του είχαν «κολλήσει» οι πολιτικοί του αντίπαλοι.

Όμως, όπως αναφέρει σ’ ένα άρθρο του στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» ο Λευτέρης Παπαδόπουλος (φ. 17902/30-3-04), το τετράστιχο γράφτηκε με σκωπτική διάθεση από τον δημοσιογράφο της εφημερίδας Κώστα Σταματίου.

Είμαστε υπεύθυνοι για την ιστορία μας…

Γιατί οι Έλληνες, που
σκοτώνονταν εννέα χρόνια, για να
απελευθερωθούν από τους Τούρκους,
θέλησαν αμέσως μετά έναν Βασιλιά;

Και γιατί, αφού έδιωξαν τον Όθωνα,
έφεραν τον Γεώργιο; Και γιατί μετά
ζητούσαν ”ελιά, ελιά και Κώτσο Βασιλιά”;

Σύμφωνα με την ”αριστερή” άποψη
όλα αυτά τα επέβαλαν η Δεξιά,
οι κυρίαρχες τάξεις και η μαύρη αντίδραση.

Μπορούμε όμως σήμερα να πούμε ότι
όλα αυτά τα επέβαλαν στον ελληνικό λαό
ερήμην του ελληνικού λαού;

Μπορούμε να πούμε ότι ο ελληνικός λαός
δεν καταλάβαινε τι έκανε;
Δεν ήξερε τι ήθελε, τι ψήφιζε, τι ανεχόταν;

Σε μια τέτοια περίπτωση αυτός ο λαός
θα ήταν ένα νήπιο.

Εάν όμως είναι νήπιο,
τότε ας μη μιλάμε για δημοκρατία.

Εάν ο ελληνικός λαός δεν είναι
υπεύθυνος για την ιστορία του,
τότε, ας του ορίσουμε έναν κηδεμόνα.

Ο ελληνικός λαός – όπως και κάθε λαός –
είναι υπεύθυνος για την ιστορία του,

συνεπώς είναι υπεύθυνος
για την κατάσταση στην οποία
βρίσκεται σήμερα.

Για όποιο κακό συνέβη στην ιστορία μας
ο ελληνικός λαός δε φέρει καμία ευθύνη.

Έτσι, μόλις έρθουν τα δύσκολα
και πάρουμε λάθος αποφάσεις

και ακολουθήσουν οι συνέπειες
των δικών μας λαθών, τι κάνουμε;

Ρίχνουμε τις ευθύνες στους άλλους.
Πάντα φταίει κάποιος άλλος.
Ποτέ εμείς.

Για κάθε καταστροφή
υπεύθυνοι είναι οι άλλοι,

οι οποίοι εισέβαλλαν,
οι οποίοι μας ξεγέλασαν,
οι οποίοι μας εκμεταλλεύτηκαν.

Ως πότε όμως; Ως πότε θα ρίχνουμε
τις ευθύνες στους άλλους;

Δεν δικάζουμε κανέναν. Μιλάμε
για ιστορική και πολιτική ευθύνη.

Ο ελληνικός λαός δε μπόρεσε ως τώρα
να δημιουργήσει μια στοιχειώδη
πολιτική κοινωνία.

Μια πολιτική κοινωνία, στην οποία,
ως ένα μίνιμουμ, θα θεσμισθούν
και θα κατωχυρωθούν στην πράξη

τα δημοκρατικά δικαιώματα τόσο των
ατόμων όσο και των συλλογικοτήτων.

Ο μακαρίτης ο Γιώργος Καρτάλης
έλεγε κάνοντάς μου καζούρα
στο Παρίσι το 1956:

”Κορνήλιε, ξεχνάς ότι στην Ελλάδα
δεν έγινε Γαλλική Επανάσταση.”

Πράγματι, στην Ελλάδα δεν έχει υπάρξει
εποχή που ο λαός να έχει επιβάλλει έστω
και στοιχειωδώς, τα δικαιώματά του.

Και η ευθύνη, για την οποία μίλησα,
εκφράζεται με την ανευθυνότητα
της παροιμιώδους φράσης:

”Εγώ θα διορθώσω το ρωμέικο;”

Ναι κύριε,
εσύ θα διορθώσεις το ρωμέικο,
στο χώρο και στον τομέα που βρίσκεσαι!

Οι λογαριασμοί που έχει κανείς με τον
τόπο που γεννήθηκε, που μεγάλωσε,
που τη γλώσσα του μιλάει,
δεν κλείνουν ποτέ.

Ξέρω ότι χρωστάω στην Ελλάδα
ένα μεγάλο μέρος από αυτό που είμαι.

Και πάντα πονάω απεριόριστα
και τον τόπο και τον λαό – και είμαι
ιδιαίτερα ευαίσθητος απέναντί τους.

Όταν ένας Δανός ή ένας Ολλανδός
πει μια ανοησία ή κάνει μια χυδαιότητα,
γελάω ή σηκώνω τους ώμους.

Αν όμως
την πει ή την κάνει ένας Έλληνας,
γίνομαι έξω φρενών.

Είναι ένα διασκεδαστικό
υπόλοιπο εθνικισμού.

Κορνήλιος Καστοριάδης

.

………………………………………………………………….

Απόσπασμα από τα βιβλία:

”Του Κορνήλιου Καστοριάδη” και
”Είμαστε υπεύθυνοι για την ιστορία μας”Συνεντεύξεις Μεταφράσεις Επιμέλεια
Τέτα Παπαδοπούλου

Το να ξέρεις πιο είναι το σωστό και να μην το κάνεις είναι η μεγαλύτερη δειλία ..