“Καλως όρισες Αφέντη. Ο τόπος που ήρθες είναι καλός. Αλλά πατάς στα σκ…!”
~Με αυτά τα λόγια υποδέχτηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης τον Ιωάννη Καποδίστρια~
Το ακόλουθο περιστατικό στη Νεμέα, με τον Καποδίστρια και τον Κολοκοτρώνη, δεν είναι απλώς μια ιστορία φιλοξενίας ή λογαριασμών αλλά η απόλυτη εικόνα του ανθρώπου που παρέλαβε μια χώρα στα πρόθυρα του χάους και τόλμησε να βάλει τάξη, να υπερασπιστεί το δίκαιο και να προστατέψει τον λαό από τις αδικίες και την αυθαιρεσία.
Αξίζει να το διαβάσετε όλοι για να καταλάβετε ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά από τότε:
Πλησιάζοντας τη Νεμέα, ο Καποδίστριας ρώτησε τον Κολοκοτρώνη που θα διανυκτερεύσουν και εκείνος του απάντησε ότι θα μείνουν στο σπίτι του Δεσπότη, εννοώντας τον Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου, Κύριλλο.
– Πρέπει να φροντίσω, είπε ο Κυβερνήτης μετά από ολιγόλεπτη σιωπή, να πληρωθούν όλα τα έξοδα.
– Ποια έξοδα; Τον ρώτησε ο Κολοκοτρώνης.
– Της τροφής μας, της τροφής των αλόγων και καθεξής, απάντησε ο Καποδίστριας.
– Και ποιος, υπερεξοχώτατε, πληρώνει τοιαύτα έξοδα; Ρώτησε ο Κολοκοτρώνης με ύφος. Ο Δεσπότης μάλιστα είναι άνθρωπος που αγαπά την καλή βούκαν και θα έχει πολλά και καλά φαγητά να μας δώσει.
Ο Δραγούμης που ήταν μέλος της συνοδείας του Καποδίστρια και ήταν παρών στο περιστατικό, διασώζει την οργισμένη αντίδραση του Κυβερνήτη:
–Δεν τα πληρώνετε εσείς, είπε στον Κολοκοτρώνη και γι’ αυτό παραπονείται εξαιτίας σας ο λαός!
–Και τι έχει να κάνει, υπερεξοχώτατε, ο λαός με το φαγητό του Δεσπότου; Ζήτησε να μάθει ο Γέρος του Μοριά.
–Τι έχει να κάμει! Φώναξε έξω φρενών ο Καποδίστριας, κοιτάζοντας βλοσυρά τον συνομιλητή του. Αύριο, του είπε, μόλις φύγουμε θα κάνουν έρανο στους χωρικούς για τα έξοδα του Κυβερνήτη και το χειρότερο είναι ότι θα πάρουν διπλά, όπως είστε συνηθισμένοι.
Ο Κολοκοτρώνης γέλασε. Εκείνο το γλυκόπικρο γέλιο του ανθρώπου που ξέρει, έχει παλέψει με το “θεριό” και γνωρίζει καλά ότι γλυτωμό δεν έχει από την αρπαγή και την ιδιοτέλεια.
– Ξέρεις πώς το πάει η υπερεξοχότης σου; Ρώτησε τον έξαλλο Καποδίστρια. Μια φορά έπεσε ένας ποντικός μέσα σ’ ένα πιθάρι λάδι και πνίγηκε, είπε. Ο νοικοκύρης τον βρήκε μετά από δυο μέρες και την ώρα που έβγαζε από το πιθάρι η νοικοκυρά του φώναξε: Πρόσεχε μη σταξ’ η ούρα του και βρωμίσει το λάδι.
– Δεν εννοώ, του απάντησε ανυπόμονα ο Καποδίστριας, ποια σχέση έχει ο μύθος σου με τα έξοδα του Δεσπότη.
– Μεγάλη, υπερεξοχώτατε, απάντησε ο Κολοκοτρώνης. Διότι, είτε πληρώσουμε είτε δεν πληρώσουμε, ο Δεσπότης θα συνάξει τα γρόσια. Τα δικά μας έξοδα είναι το λάδι της ουράς του ποντικού.
Ο Καποδίστριας κατάλαβε, σιώπησε. Έφτασαν στη Νεμέα, κατέλυσαν στο σπίτι του Μητροπολίτη Κορίνθου Κύριλλου, έφαγαν, ήπιαν, ο δεσπότης τους υποδέχθηκε με χαρά και τους περιποιήθηκε. Την άλλη μέρα το πρωί, πριν φύγουν, ο Κυβερνήτης, απαίτησε πλήρη λογαριασμό των εξόδων τους.
Μάταια ο Δεσπότης προσπαθούσε να τον πείσει προσβεβλημένος που ο Κυβερνήτης δεν δεχόταν τη φιλοξενία του. Ο Καποδίστριας επέμενε και τα έξοδα πληρώθηκαν.
Αργότερα στη διαδρομή ρώτησε τον στρατηγό Τσώκρη που ήταν μαζί του, αν πληρώθηκαν όλα τα έξοδα όπως είχε δώσει εντολή.
– Μάλιστα, εξοχώτατε, του απάντησε ο στρατηγός, ο οποίος με πίκρα συμπλήρωσε, κι όμως ο Θεός ξέρει ότι μέσα σε μια ώρα θα τα ζητήσουν και με τόκο από τους χωρικούς να τα πληρώσουν…
Για όλους εκείνους που “ελαφρά τη καρδία’ κρίνουν τον Καποδίστρια ως αυταρχικό, αξίζει να θυμόμαστε ότι αυτή ήταν η Ελλάδα του 1827, και αυτός ήταν ο άνθρωπος που την παρέλαβε.












