





«Καθηγητές τρεις κι εχάθη η πατρίς»
Αφιερωμένο σε βαρουφακηδες, φαραντούρηδες και λοιπούς ..
Ένα μικρό δοκίμιο πάνω σε μια σκληρή αλλά διαχρονική ρήση
Η φράση που αποδίδεται στον Όττο φον Μπίσμαρκ —«καθηγητές τρεις κι εχάθη η πατρίς»— ακούγεται εκ πρώτης όψεως άδικη, σχεδόν προσβλητική για τον κόσμο της γνώσης. Κι όμως, δεν στρέφεται κατά της επιστήμης, αλλά κατά της αυταπάτης ότι η θεωρητική επάρκεια αρκεί από μόνη της για τη διακυβέρνηση των ανθρώπων.
Ο Μπίσμαρκ, πολιτικός της πράξης και της ισορροπίας, γνώριζε πως η πολιτική δεν είναι σεμινάριο, ούτε εργαστήριο καθαρών ιδεών. Είναι πεδίο συγκρούσεων, συμβιβασμών, πιέσεων, ανθρώπινων αδυναμιών και απρόβλεπτων γεγονότων. Εκεί όπου η ακαδημαϊκή σκέψη επιδιώκει τη λογική συνέπεια και την καθαρότητα των εννοιών, η πολιτική απαιτεί χρόνο, ένστικτο, εμπειρία και –κυρίως– επίγνωση του εφικτού.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι οι «καθηγητές», αλλά η μεταφορά της ακαδημαϊκής νοοτροπίας αυτούσια στην άσκηση εξουσίας. Όταν η πολιτική γίνεται πεδίο θεωρητικών πειραμάτων, όταν οι κοινωνίες αντιμετωπίζονται ως αφηρημένα μοντέλα και όχι ως ζωντανοί οργανισμοί, τότε οι καλές προθέσεις καταλήγουν συχνά σε κακά αποτελέσματα. Η ιστορία βρίθει παραδειγμάτων όπου λαμπρά μυαλά απέτυχαν όχι από έλλειψη γνώσης, αλλά από έλλειψη πρακτικής σοφίας.
Από την άλλη, η ρήση δεν δικαιώνει τον αντιδιανοουμενισμό. Οι κοινωνίες χρειάζονται τη σκέψη, την ανάλυση, τη βαθιά κατανόηση. Χωρίς θεωρία, η πράξη γίνεται τυφλή. Χωρίς αξίες, η πολιτική εκφυλίζεται σε κυνισμό. Το ζητούμενο δεν είναι να αποκλειστούν οι ακαδημαϊκοί από τη δημόσια ζωή, αλλά να μεταμορφώσουν τη γνώση σε πολιτική φρόνηση.
Ίσως, τελικά, το νόημα της φράσης να είναι προειδοποιητικό:
Όχι ότι οι καθηγητές δεν πρέπει να κυβερνούν, αλλά ότι κανείς δεν πρέπει να κυβερνά μόνο ως καθηγητής. Γιατί η πατρίδα δεν χάνεται από τη σκέψη, αλλά από τη σκέψη που δεν έμαθε ποτέ να περπατά μέσα στην πραγματικότητα.
«Είμαι 90 ετών, και πιστέψτε με μέχρι σήμερα, έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους που έγιναν πολύ πλούσιοι στη ζωή τους αλλά δεν ήταν επιτυχημένοι. Έχω γνωρίσει ανθρώπους διάσημους αλλά δεν ήταν επιτυχημένοι. Όμως ποτέ δεν γνώρισα έναν άνθρωπο που έφτασε την ηλικία έστω των 70 που να τον αγαπούσαν όλοι όσοι ήθελαν να τον αγαπούν. Όποιος το έχει καταφέρει αυτό, αυτό είναι πραγματική επιτυχία.»
Warren Buffett

2003

«Ο μόνος τρόπος για να αποφύγεις τη διαβρωτική ισχύ του επαίνου είναι να συνεχίσεις να εργάζεσαι»
Η φράση που αποδίδεται στον Αϊνστάιν δεν λειτουργεί ως ηθικό απόφθεγμα· λειτουργεί ως προειδοποίηση. Ο έπαινος, όσο καλοπροαίρετος κι αν είναι, έχει μια ύπουλη ιδιότητα: τείνει να «παγώνει» τον άνθρωπο στη στιγμή της επιτυχίας του. Τον μετατρέπει από δημιουργό σε μνημείο του ίδιου του του εαυτού.
Ο έπαινος καθησυχάζει. Λέει σιωπηρά: «Έφτασες». Και μόλις ο άνθρωπος πιστέψει ότι έφτασε, παύει να πορεύεται. Η εργασία, αντίθετα, δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού. Σε υποχρεώνει να αμφισβητείς, να διορθώνεις και να αποδέχεσαι ότι αυτό που πέτυχες χθες, μπορεί αύριο να είναι ανεπαρκές. Η συνεχής εργασία δεν είναι φυγή από τον έπαινο· είναι άμυνα απέναντί του.
Ο έπαινος έχει ισχύ γιατί αγγίζει το πιο ευάλωτο σημείο του ανθρώπου: την ανάγκη για αναγνώριση. Όταν όμως η αξία μετατοπίζεται από το έργο στο χειροκρότημα, η δημιουργία χάνει τον πυρήνα της. Η εργασία, ως καθημερινή πράξη πειθαρχίας και ταπεινότητας, επαναφέρει το κέντρο βάρους εκεί όπου ανήκει: στη διαδικασία και όχι στο αποτέλεσμα.
Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το νόημα: ο έπαινος δεν είναι κακός, είναι όμως επικίνδυνος όταν του επιτρέπουμε να μας ορίζει. Η συνεχής εργασία δεν είναι απλώς τρόπος παραγωγής έργου· είναι τρόπος διαφύλαξης του χαρακτήρα. Και ο χαρακτήρας, περισσότερο από το ταλέντο, είναι αυτός που αντέχει στον χρόνο.



Επαρχιακό μπακάλικο

Κρανιά Γρεβενών 2012
