Σιδηροδρομικός Σταθμός Βόλου: Ένα αρχιτεκτονικό στολίδι

Ως ένα σπουδαίο κτίριο με μία απαράμιλλη αρχιτεκτονική έχει χαρακτηριστεί ο σιδηροδρομικός σταθμός του Βόλου, που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της πρωτεύουσας της Μαγνησίας. Κάθε χρόνο τον επισκέπτονται χιλιάδες κόσμου, όχι μόνο ταξιδιώτες που μετακινούνται με τα τρένα, αλλά και τουρίστες που βρίσκονται στην περιοχή.

Το μοναδικής αρχιτεκτονικής και ομορφιάς κτίριο σχεδίασε ο ιταλός μηχανικός Εβαρίστο Ντε Κίρικο, πατέρας του σπουδαίου υπερρεαλιστή ζωγράφου Τζόρτζιο Ντε Κίρικο. Η ιδέα ξεκίνησε όταν μπήκαν στα σκαριά οι εργασίες για την κατασκευή του περίφημου Θεσσαλικού Σιδηροδρόμου που θα συνέδεε το λιμάνι του Βόλου με τη Λάρισα, τον θεσσαλικό κάμπο και όλη τη Δυτική Θεσσαλία.

Τα έργα ξεκίνησαν αμέσως μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881 και το κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού του Βόλου ολοκληρώθηκε κι εγκαινιάσθηκε στις 22 Απριλίου 1884 από τον Βασιλιά Γεώργιο Α’. Η λειτουργία του Θεσσαλικού Σιδηροδρόμου ήταν η βασική αιτία για την εκρηκτική ανάπτυξη της πόλης του Βόλου.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Κώστα Αδαμάκη, «το εκπληκτικά όμορφο κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού του Βόλου, σχεδιαστικά εμφανίζει τη νεοκλασική τυπολογία κι έναν πειθαρχημένο στις κλασικές μορφές σχεδιασμό, εκφράζοντας τη μνημειακότητα μιας συγκεκριμένης αρχιτεκτονικής που ακολουθείτο τότε σε συγκεκριμένα κτίρια. Χαρακτηριστικά αναδεικνύονται στο κτίριο οι όγκοι του με τα κατακόρυφα ανοίγματα και την εξέχουσα δίρριχτη στέγη, που διαθέτει πλούσιο ξύλινο διάκοσμο στο περίγραμμά της και με τον σχεδιασμό αυτό δημιουργείται μια μοναδική πλαστική ομοιογένεια και ισορροπία στο κτίριο. Στο κτίριο διακρίνονται εφαρμογές σπουδαίων διακοσμητικών στοιχείων στις δύο βασικές ζώνες που το περιβάλλουν, αλλά και την γαλήνια επιβλητικότητα της πρόσοψης που τόνιζε έντονα τον τότε ανερχόμενο αστικό χαρακτήρα του Βόλου».

Με τον σιδηροδρομικό σταθμό του Βόλου ο Εβαρίστο Ντε Κίρικο ανέδειξε το εξαιρετικό ταλέντο του, πέρα από τις άλλες εξαίρετες δημιουργίες του, όπως και το τρένο του Πηλίου που θα ακολουθούσε λίγα χρόνια αργότερα με τη μοναδικότητά του. Ακόμη κι εκείνα τα πρώτα χρώματα που διακόσμησαν το υπέροχο κτίριο το 1884, εξακολουθούν να παραμένουν τα ίδια και σήμερα, δηλαδή 140 χρόνια αργότερα, αποτελώντας ένα ξεχωριστό μνημείο και σημείο αναφοράς για την πρωτεύουσα της Μαγνησίας.Το 1884 που εγκαινιάσθηκε ο σιδηροδρομικός σταθμός του Βόλου, μαζί με τη λειτουργία της μετρικού εύρους τότε γραμμής Βόλου-Λάρισας, ένα ακόμη σπουδαίο στοιχείο είδαν οι παρόντες επίσημοι και ανεπίσημοι στο χώρο. Ήταν το μεγάλων διαστάσεων μνημειακό άγαλμα της θεάς Αθηνάς, έργο του Ιταλού γλύπτη I. Πρεβιζάν, που εξακολουθεί να στέκει μέχρι και σήμερα στο ίδιο σημείο και δένει αρμονικά με το πανέμορφο και επιβλητικό κτίριο.

Με την πάροδο των χρόνων και παρά την παρακμή και στη συνέχεια κατάργηση του Θεσσαλικού Σιδηρόδρομου, το επιβλητικό κτίριο περιήλθε στην ιδιοκτησία του ΟΣΕ και σήμερα αποτελώντας τον τερματικό σταθμό της γραμμής Βόλου-Λάρισας εξακολουθεί να στέκει και να εντυπωσιάζει τους επισκέπτες του.

Στον πρώτο όροφο του κτιρίου λειτουργεί το Σιδηροδρομικό Μουσείο Θεσσαλίας, όπου εκτίθενται πλούσια και σπάνια κειμήλια σχετικά με την ιστορία των σιδηροδρόμων. Στους χώρους ο επισκέπτης μπορεί να δει παλιές φωτογραφίες, τηλεγράφους, ρολόγια σταθμού, στολές εποχής, εκδοτήρια εισιτηρίων, εξαρτήματα μηχανών, σιδηροδρομικά αρχεία, βιβλία για την αρχιτεκτονική των σιδηροδρόμων και σχέδια του Εβαρίστο Ντε Κίρικο, που αποτελούν σημαντικά ιστορικά ντοκουμέντα για την πορεία του σιδηροδρόμου της περιοχής μέσα από μία πορεία 140 χρόνων.

Το κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού Βόλου είναι ένα από τα λιγοστά σπουδαία κτίρια που σώθηκαν μετά τους καταστρεπτικούς σεισμούς που ισοπέδωσαν τον Βόλο τη διετία 1955-1956 κι έχει διατηρήσει αναλλοίωτα τα βασικά του χαρακτηριστικά.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/

Αμπελώνες

Ὁ τὸν ἀμπελῶνα φυτεύσας, καὶ
τοὺς ἐργάτας καλέσας, ἐγγὺς
ὑπάρχει Σωτήρ, δεῦτε οἱ τῆς Νη-
στείας ἀγωνισταί, μισθὸν ἀπο-
λαύσωμεν, ὅτι πλούσιος ὑπάρχει, ὁ
δοτήρ καὶ ἐλεήμων, μικρὸν ἐργα-
σάμενοι, κομισώμεθα, τὸ τῆς ψυχῆς
ἔλεος..

Μακαρέντζος-Μακαρέντζος!!

Μαθητές γυμνασίου στο Λιδωρίκι Δωρίδας το 1969

Είκοσι μια Απριλίου σήμερα.…57 χρόνια πριν 

Μακαρέντζος-Μακαρέντζος!! (Διήγημα)

Από το 1966 μέχρι το 1972 ήμουν μαθητής του εξαταξίου γυμνασίου μιας όμορφης και ήσυχης επαρχιακής κωμόπολης κτισμένης στις υπώρειες της δυτικής πλευράς μιας μεγάλης οροσειράς, έχοντας αντίκρυ έναν επίσης ορεινό όγκο. Στην έξοδο της κωμόπολης ξεκίναγε μια μικρή πανέμορφη κοιλάδα εκτεινόμενη και προς τα αριστερά και προς τα δεξιά, που προσομοίαζε σαν μια καλοφτιαγμένη αυλή για την μικρή αυτή πόλη διαμορφωμένη ένα επίπεδο κάτω από τα τελευταία σπίτια της.

Ένας μικρός χείμαρρος, που ξεκίναγε από τα ανατολικά, διέσχιζε την μικρή κοιλάδα και στο τέρμα του συναντούσε τον Μέγα ποταμό που έρεε τα νερά του προς τα νοτιοδυτικά αφού περνούσε μέσα από ένα πολύ μικρό στένωμα. Ουσιαστικά ήταν μια βραχοσχισμή περίπου 50 μέτρων όπου από παλιά οι κάτοικοι είχαν φτιάξει ένα πέτρινο μονότοξο γιοφύρι για να διαβαίνουν χωρίς να διακινδυνεύουν από τα ορμητικά νερά του ποταμιού.

Η θέση που βρισκόταν η κωμόπολη, με το όνομα Λιδωρίκιον, της πρόσφερε μια φυσική απομόνωση, που ήταν πλεονέκτημα για τις παλιότερες εποχές και μεγάλο μειονέκτημα για την σύγχρονη εποχή. Γιαυτό το λόγο ήταν ανάμεσα στις λιγοστές στεριανές πόλεις που είχαν επιλέγει από το στρατιωτικό καθεστώς της 21ης Απριλίου ως ιδανικός τόπος εκτοπισμού των αντιφρονούντων …

Η φοίτηση στο Γυμνάσιο των παιδιών, που καταγόντουσαν από τα απομακρυσμένα χωριά της πέριξ περιοχής απαιτούσε αναγκαστική εσωτερική μετανάστευση από την ηλικία των δώδεκα ετών.

Σε αυτή την πόλη, σε ένα μικρό δωμάτιο, μια χαμοκέλα, που η οικογένεια μου είχε νοικιάσει, έζησα τις έξι σχολικές χρονιές.

Τα δυο πρώτα χρόνια ήμουν μόνος μου και τα επόμενα χρόνια με τα δυο μικρότερα αδέλφια μου.

Δεν ήταν εύκολη βέβαια η διαβίωση των νεαρών μαθητών, που πέρα από τις σχολικές υποχρεώσεις έπρεπε να φροντίζουν και τους εαυτούς τους. Το καθάρισμα, το μαγείρεμα, το πλύσιμο και όλες οι σχετικές εργασίες, που ένα νοικοκυριό, έστω και μικρό, απαιτεί, ήταν αποκλειστική ευθύνη του νεαρού μαθητή.

Η έλλειψη της γονικής εποπτείας γεννούσε και άλλους κινδύνους για τα νεαρά παιδιά, που έπρεπε να τους διαχειριστούν μόνα τους. Έπρεπε να μάθουν να διαχειρίζονται τον χρόνο, να βάζουν προτεραιότητες, να θέτουν στόχους, να παίρνουν μόνοι τους αποφάσεις και να ασκούνται στην αυτοπειθαρχία και βασικά να διαχειρίζονται την ελευθερία τους. Το τελευταίο μάλιστα ήταν και το πιο δύσκολο, τα περισσότερα τα κατάφερναν και ωρίμαζαν νωρίτερα από συνομηλίκους τους, που μεγάλωναν στις οικογενειακές εστίες τους. Υπήρχαν βέβαια και αποτυχίες, κάποιοι ευτυχώς ελάχιστοι παρασυρόντουσαν και οδηγούνται σε επικίνδυνες παρεκτροπές.

Τα δικά μου σχολικά χρόνια συνέπεσαν με την διακυβέρνηση της χώρας από το στρατιωτικό καθεστώς, που επιβλήθηκε με το πραξικόπημα, τον Απρίλιο του 1967, όταν ήμουν μαθητής της πρώτης τάξης του Γυμνασίου.

Θυμάμαι έντονα το πρωινό της Παρασκευής της 21ης Απριλίου 1967, αν και δεν υπήρχαν κάποια σημάδια, που να το διαφοροποιούν σε κάτι από τα συνήθη σχολικά πρωινά.

Ο ηλεκτρικός σταθμός παραγωγής ρεύματος, που τροφοδοτούσε την κωμόπολη, σταμάτησε να λειτουργεί όπως κάθε μέρα στις έξι. Ο τοπικός ηλεκτρικός σταθμός λειτουργούσε από τις έξι το απόγευμα μέχρι τις έξι το πρωί, μιας και η ΔΕΗ δεν είχε ακόμη παρουσία στην ορεινή επαρχία της Κεντρικής Ρούμελης.

Οι πρώτοι κάτοικοι από τα γύρω χωριά άρχισαν να μπαίνουν στην πόλη με τα υποζύγια τους, άλλοι μετέφεραν διάφορα προϊόντα για πώληση και άλλοι ερχόντουσαν για να κάνουν τις αγορές τους ή να επισκεφθούν τις δημόσιες υπηρεσίες για να διεκπεραιώσουν κάποια υπόθεση τους.

Στις οχτώ, όπως κάθε μέρα, οι μαθητές είχαν πάει στο σχολικό συγκρότημα και περίμεναν να κτυπήσει το κουδούνι, μάλιστα είχαν έλθει κανονικά με το λεωφορείο του ΚΤΕΛ και οι μαθητές που πηγαινοερχόντουσαν καθημερινά από τα διπλανά χωριά.

Το κουδούνι κτύπησε και αντί για προσευχή, τον λόγο πήρε ο Γυμνασιάρχης και μας ανακοινώνει πως έγινε επανάσταση και δεν θα κάνουμε μάθημα, συμπληρώνοντας ότι ούτε αύριο θα γίνει μάθημα. Μας ευχήθηκε καλό Πάσχα, η επόμενη εβδομάδα ήταν η Μεγάλη Εβδομάδα,  και μας έδωσε ραντεβού για την Δευτέρα του Θωμά.

Επακολούθησε πανζουρλισμός από τις φωνές των μαθητών και χαρούμενοι που γλιτώναμε δυο μέρες μαθήματα τρέξαμε στα σπίτια μας και εμείς που ήμασταν από τα γειτονικά χωριά πήραμε τα πράγματα μας και αναχωρήσαμε οι περισσότεροι με τα πόδια για τις οικογενειακές μας εστίες.

Κανένας νομίζω ακόμη και οι μεγάλοι μαθητές και πιθανώς και αρκετοί καθηγητές κατάλαβαν εκείνη την στιγμή σε τι προβλήματα έμπαινε η Πατρίδα μας και φυσικά όλοι οι Έλληνες…

Όμως στο μυαλό μου χαράχτηκε βαθιά μια κουβέντα που άκουσα από ένα περίεργο τύπο, έτσι μου φαινόταν τότε, που συζητώντας με μια κυρία της είπε:

-θα έχουμε προβλήματα κυρά Λένη, εμάς τους αριστερούς θα μα πιάσουν..

Τι πάει να πει αριστερός; γιατί να πιάσουν ένα ήσυχο άνθρωπο σαν τον κύριο Γιάννη, που το μόνο ΅περίεργο΅ ήταν το κομψό λευκό λινό κουστούμι που πάντα φορούσε και το γαρύφαλλο στο πέτο του σακακιού του;

Αυτές οι σκέψεις με βασάνιζαν για αρκετά χρόνια και νομίζω απαντήσεις άρχισα να παίρνω όταν η Βραδυνή του Τζώρτζη Αθανασιάδη άρχισε να γράφει εναντίον της Χούντας, θυμάμαι ακόμη, τα πύρινα άρθρα του Σταματόπουλου, πρώην χουντικού, κατά των Συνταγματαρχών.

Θυμάμαι ως μαθητές του Γυμνασίου κάναμε άθελα μας βέβαια και την πρώτη μας αντιχουντική ενέργεια. Όταν το 1968 επισκέφθηκε την κωμόπολη μας ο Μακαρέζος, (ο επί των οικονομικών της Χούντας). Παραταχθήκαμε όλοι οι μαθητές πάνω από 400, αριστερά και δεξιά του δρόμου, με σκοπό να τον επευφημήσουμε. Το σύνθημα, μας το έδωσε ο γυμναστής αλλά δεν ήταν σαφής με το όνομα…

Αρχίσαμε όλοι με στεντόρεια φωνή να φωνάζουμε:

Μακαρέντζος, Μακαρέντζος αντί Μακαρέζος !!!

Κρύος ιδρώτας έλουσε τον γυμναστή, που προσπαθούσε μάταια να μας διορθώσει!!! Εμείς όμως συνεχίζαμε στο Μακαρέντζος …. 

Αυτή η παραφωνία μας στοίχισε κάποιους παραπάνω γύρους τροχάδην στο γήπεδο την επόμενη ημέρα!!

Πόνημα δημιουργικής γραφής 

Κ. Μ. Μπερτσιάς