Η ιστορία της θρυλικής Γερακίνας που έγινε δημοτικό τραγούδι

Στα 1854 η Νιγρίτα βρίσκεται κάτω από τον τουρκικό ζυγό. Σ΄ ένα από τα πιο φτωχικά σπίτια της πόλης στην περιοχή «Τσακαλάδες» γεννιέται από την οικογένεια Ροκάνη ένα κορίτσι και του δίδεται το όνομα Γερακίνα. 

Η ζωή του κοριτσιού δε διαφέρει απ΄ αυτή των συνομηλίκων του, της εποχής εκείνης. Η Γερακίνα γίνεται γνωστή για την ομορφιά της, αλλά και για την καλοσύνη της.

Βρισκόμαστε πλέον στο 1870. Η Γερακίνα, 16 ετών ερωτεύεται τον Νιγριτινό Τριαντάφυλλο Γκοστίνου, ο οποίος διέμενε επίσης στους Τσακαλάδες. Το μεσημέρι της 6ης Αυγούστου του 1870 η Γερακίνα πάει για νερό στο πηγάδι της γειτονιάς. Το πηγάδι ήταν περιφραγμένο με σανίδες, οι οποίες είχαν μεγάλα κενά μεταξύ τους.

Η περίφραξη ήταν χαμηλή. Η Γερακίνα στην προσπάθειά της να σύρει στην επιφάνεια τον κουβά χάνει την ισορροπία της και χωρίς να προλάβει να αντιδράσει βρίσκεται στον πυθμένα του πηγαδιού. Η απελπισμένη κραυγή της ακούγεται σ΄ όλη την περιοχή. Οι γείτονες τρέχουν να βοηθήσουν ανάμεσά τους κι ο Τριαντάφυλλος, ο οποίος κατεβαίνει στο πηγάδι, αλλά μάταια, η Γερακίνα είναι ήδη νεκρή.

Το συγκεντρωμένο πλήθος ξεσπά σε εκδηλώσεις λατρείας και πόνου. Όλη η Νιγρίτα έκλαψε την άτυχη κόρη και τη συνόδεψε στην τελευταία της κατοικία, αφού τη στόλισε με φλουριά και βραχιόλια.

Το τραγικό τέλος της Γερακίνας συγκλονίζει τον Τριαντάφυλλο που πεθαίνει από τη θλίψη του έπειτα από 3 μήνες. Το περιστατικό έγινε θρύλος και μεταδόθηκε από στόμα σε στόμα στις επόμενες γενιές, τις οποίες και συγκινούσε πάντοτε. 

Αργότερα μια παρέα Νιγριτών μουσικόφιλων συνέθεσε το τραγούδι «Γερακίνα» με το γνωστό περιεχόμενο.

Σιδηροδρομικός Σταθμός Βόλου: Ένα αρχιτεκτονικό στολίδι

Ως ένα σπουδαίο κτίριο με μία απαράμιλλη αρχιτεκτονική έχει χαρακτηριστεί ο σιδηροδρομικός σταθμός του Βόλου, που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της πρωτεύουσας της Μαγνησίας. Κάθε χρόνο τον επισκέπτονται χιλιάδες κόσμου, όχι μόνο ταξιδιώτες που μετακινούνται με τα τρένα, αλλά και τουρίστες που βρίσκονται στην περιοχή.

Το μοναδικής αρχιτεκτονικής και ομορφιάς κτίριο σχεδίασε ο ιταλός μηχανικός Εβαρίστο Ντε Κίρικο, πατέρας του σπουδαίου υπερρεαλιστή ζωγράφου Τζόρτζιο Ντε Κίρικο. Η ιδέα ξεκίνησε όταν μπήκαν στα σκαριά οι εργασίες για την κατασκευή του περίφημου Θεσσαλικού Σιδηροδρόμου που θα συνέδεε το λιμάνι του Βόλου με τη Λάρισα, τον θεσσαλικό κάμπο και όλη τη Δυτική Θεσσαλία.

Τα έργα ξεκίνησαν αμέσως μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881 και το κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού του Βόλου ολοκληρώθηκε κι εγκαινιάσθηκε στις 22 Απριλίου 1884 από τον Βασιλιά Γεώργιο Α’. Η λειτουργία του Θεσσαλικού Σιδηροδρόμου ήταν η βασική αιτία για την εκρηκτική ανάπτυξη της πόλης του Βόλου.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Κώστα Αδαμάκη, «το εκπληκτικά όμορφο κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού του Βόλου, σχεδιαστικά εμφανίζει τη νεοκλασική τυπολογία κι έναν πειθαρχημένο στις κλασικές μορφές σχεδιασμό, εκφράζοντας τη μνημειακότητα μιας συγκεκριμένης αρχιτεκτονικής που ακολουθείτο τότε σε συγκεκριμένα κτίρια. Χαρακτηριστικά αναδεικνύονται στο κτίριο οι όγκοι του με τα κατακόρυφα ανοίγματα και την εξέχουσα δίρριχτη στέγη, που διαθέτει πλούσιο ξύλινο διάκοσμο στο περίγραμμά της και με τον σχεδιασμό αυτό δημιουργείται μια μοναδική πλαστική ομοιογένεια και ισορροπία στο κτίριο. Στο κτίριο διακρίνονται εφαρμογές σπουδαίων διακοσμητικών στοιχείων στις δύο βασικές ζώνες που το περιβάλλουν, αλλά και την γαλήνια επιβλητικότητα της πρόσοψης που τόνιζε έντονα τον τότε ανερχόμενο αστικό χαρακτήρα του Βόλου».

Με τον σιδηροδρομικό σταθμό του Βόλου ο Εβαρίστο Ντε Κίρικο ανέδειξε το εξαιρετικό ταλέντο του, πέρα από τις άλλες εξαίρετες δημιουργίες του, όπως και το τρένο του Πηλίου που θα ακολουθούσε λίγα χρόνια αργότερα με τη μοναδικότητά του. Ακόμη κι εκείνα τα πρώτα χρώματα που διακόσμησαν το υπέροχο κτίριο το 1884, εξακολουθούν να παραμένουν τα ίδια και σήμερα, δηλαδή 140 χρόνια αργότερα, αποτελώντας ένα ξεχωριστό μνημείο και σημείο αναφοράς για την πρωτεύουσα της Μαγνησίας.Το 1884 που εγκαινιάσθηκε ο σιδηροδρομικός σταθμός του Βόλου, μαζί με τη λειτουργία της μετρικού εύρους τότε γραμμής Βόλου-Λάρισας, ένα ακόμη σπουδαίο στοιχείο είδαν οι παρόντες επίσημοι και ανεπίσημοι στο χώρο. Ήταν το μεγάλων διαστάσεων μνημειακό άγαλμα της θεάς Αθηνάς, έργο του Ιταλού γλύπτη I. Πρεβιζάν, που εξακολουθεί να στέκει μέχρι και σήμερα στο ίδιο σημείο και δένει αρμονικά με το πανέμορφο και επιβλητικό κτίριο.

Με την πάροδο των χρόνων και παρά την παρακμή και στη συνέχεια κατάργηση του Θεσσαλικού Σιδηρόδρομου, το επιβλητικό κτίριο περιήλθε στην ιδιοκτησία του ΟΣΕ και σήμερα αποτελώντας τον τερματικό σταθμό της γραμμής Βόλου-Λάρισας εξακολουθεί να στέκει και να εντυπωσιάζει τους επισκέπτες του.

Στον πρώτο όροφο του κτιρίου λειτουργεί το Σιδηροδρομικό Μουσείο Θεσσαλίας, όπου εκτίθενται πλούσια και σπάνια κειμήλια σχετικά με την ιστορία των σιδηροδρόμων. Στους χώρους ο επισκέπτης μπορεί να δει παλιές φωτογραφίες, τηλεγράφους, ρολόγια σταθμού, στολές εποχής, εκδοτήρια εισιτηρίων, εξαρτήματα μηχανών, σιδηροδρομικά αρχεία, βιβλία για την αρχιτεκτονική των σιδηροδρόμων και σχέδια του Εβαρίστο Ντε Κίρικο, που αποτελούν σημαντικά ιστορικά ντοκουμέντα για την πορεία του σιδηροδρόμου της περιοχής μέσα από μία πορεία 140 χρόνων.

Το κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού Βόλου είναι ένα από τα λιγοστά σπουδαία κτίρια που σώθηκαν μετά τους καταστρεπτικούς σεισμούς που ισοπέδωσαν τον Βόλο τη διετία 1955-1956 κι έχει διατηρήσει αναλλοίωτα τα βασικά του χαρακτηριστικά.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/