Μπορεῖ κανεὶς νὰ μεθύσει ἀπὸ φῶς; Κι ὅμως ἐγὼ καθὼς ἀκουμπῶ πάνω στὸ βουβὸ κανόνι εἶμαι μεθυσμένος ἀπὸ φῶς καὶ διάφανο γαλάζιο, ἀπ’ ὁλοκάθαρες γραμμὲς ποὺ τὶς χαράζει σὰ μὲ μαχαίρι ὁ ἥλιος γιὰ νὰ σημαδέψει τὰ σύνορα τοῦ βουνοῦ καὶ τ’ οὐρανοῦ, τῆς στεριᾶς καὶ τῆς θάλασσας. Εἶν’ ἕνα λεπτό, ἡδονικὸ μεθύσι. Σὰ ν’ ἀρχίζω νὰ διαχέομαι στὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ γαλάζιου.

Γιώργης Μανουσάκης

Γράμ­μα­τα σὲ συρ­τά­ρι…(Διήγημα)

ΠΡΟΣΕΧΕ τὴν ἄρρωστη μαμά της. Ὅ­λη τὴν βδο­μά­δα, κά­θε μέ­ρα. Καὶ ὅ­ταν δὲν ἦ­ταν νο­σο­κό­μα στὸ σπί­τι της, θὰ ἔ­κα­νε τὴν νο­σο­κό­μα στὴν κοι­νω­νι­κὴ πρό­νοι­α. Φρόν­τι­ζε κά­θε πι­κρα­μέ­νο, κά­θε πα­ρα­τη­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν μοί­ρα, ἀ­πὸ τοὺς συγ­γε­νεῖς του ἄν­θρω­πο. «Συγ­γε­νὴς πρώ­του βαθ­μοῦ!» «Ἀ­στεῖ­ο», σκε­φτό­ταν, «ἂν δὲν ἦ­ταν κα­κό­γου­στο, θὰ μπο­ροῦ­σε καὶ νὰ ἦ­ταν ἀ­στεῖ­ο».

Μὰ δὲν ἦ­ταν, δὲν γε­λοῦ­σε κα­νείς. Ἦ­ταν σω­στὸ δρά­μα . «Σι­γὰ τὴν σχέ­ση», ἔ­λε­γε ἀ­πὸ μέ­σα της, καὶ θύ­μω­νε μὲ τοὺς ἀν­θρώ­πους κι ἄλ­λο, κι ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. «Συγ­γε­νὴς ἐ­σχά­του βαθ­μοῦ» ἔ­λε­γε, πὼς θύ­μι­ζαν οἱ σχέ­σεις στὸ οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο, μιὰ γέν­να στὴν τύ­χη, σὰ βα­ρι­ε­στη­μέ­νη ζα­ριά, καὶ ἔ­πει­τα; Ἔ­πει­τα δὲν γνω­ρι­ζό­μα­στε. Πο­λὺ ἁ­πλά.

       Κά­θε Κυ­ρια­κὴ ὅ­μως ζοῦ­σε μό­νο γιὰ τὴν ἴ­δια. Οὔ­τε γιὰ τὴν μά­να της ποὺ ἦ­ταν στὰ τε­λευ­ταῖ­α της, οὔ­τε γιὰ κα­νέ­ναν.

       Πή­γαι­νε στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Ἐ­κεῖ ἀ­νά­σαι­νε. Ἐ­κεῖ τὸν συ­ναν­τοῦ­σε. Τὸ πρω­ι­νὸ φῶς ἔ­πε­φτε πά­νω στὸ παμ­πά­λαι­ο τέμ­πλο, καὶ τὸ χρῶ­μα ἀ­πὸ ξύ­λο τρι­αν­τα­φυλ­λιᾶς ἄ­νοι­γε. Ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς σκα­λι­στὲς λε­πτο­μέ­ρει­ες, ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς ἀ­να­πα­ρα­στά­σεις τῶν φυλ­λω­μά­των, ἔμ­παι­νε τὸ φῶς καὶ τὰ δι­α­περ­νοῦ­σε ὅ­λα, σὰν ἕ­να λυ­τρω­τι­κὸ συ­ναί­σθη­μα, σὰν νὰ ἔ­βλε­πε τὴν ἀ­γά­πη.

       Ἐ­κεῖ κά­που, ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς ἀ­νά­λα­φρες αὐ­τὲς σκέ­ψεις, ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὸ ζων­τά­νε­μα τῆς μέ­ρας, καὶ ἐκείνη τὴν ἐρώτηση, τὴν ἀ­δύ­να­το νὰ ἀ­πο­δει­χτεῖ πέ­ραν ἀ­πὸ τοὺς χτύ­πους τῆς καρ­διᾶς της, ποὺ ἀ­πο­δει­κνυ­ό­ταν ἁ­πλὰ καὶ μό­νο θαυ­μά­ζον­τας ὅ­λα αὐ­τὰ σκε­πτό­με­νη γιὰ ὅ­λα αὐ­τά, ἡ ἐ­ρώ­τη­ση λοι­πόν, πού, ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ ἀ­πο­δει­χτεῖ, πέ­ρα καὶ ξέ­χω­ρα ἀ­πὸ τοὺς χτύ­πους τῆς καρ­διᾶς της, ἐ­κεῖ ἔ­παιρ­νε τὴν ἀ­πάν­τη­σή της. Καὶ ἦ­ταν πει­στι­κή. Ἀρ­κε­τὰ πει­στι­κή.

       Νὰ ἐ­κεῖ: Λί­γο με­τὰ τὴν λει­τουρ­γί­α ἔμ­παι­νε μέ­σα το γε­ρον­τά­κι… θὰ ‘λε­γες πιά, κον­τὰ στὰ ἑ­βδο­μῆν­τα, ἴ­σως καὶ πα­τη­μέ­να κά­πως. Ἔμ­παι­νε μέ­σα το γε­ρον­τά­κι, ὁ πα­λιός της ἀ­νεκ­πλή­ρω­τος ἔ­ρω­τας, καὶ πή­γαι­νε καὶ κα­θό­ταν σχε­δὸν δί­πλα της. Τί ἀ­νεκ­πλή­ρω­τος δη­λα­δή; Ἁ­πλὰ εἶ­χε ἀρ­γή­σει νὰ ἐκ­δη­λω­θεῖ.

       Καὶ κά­θε Κυ­ρια­κὴ βλε­πόν­του­σαν, πα­ρά­νο­μα βέ­βαι­α, ὅ­μως φα­νε­ρά, τό­σο φα­νε­ρὰ θὰ ἔ­λε­γες, στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Καὶ εἶ­χαν καὶ οἱ δύ­ο κα­θα­ρὴ τὴν συ­νεί­δη­σή τους. Καὶ τὰ γράμ­μα­τα ποὺ εἶ­χαν κά­πο­τε ἀλ­λά­ξει δὲν θυ­μό­ταν κα­νείς τους σὲ πιὸ συρ­τά­ρι ἦ­ταν πλέ­ον ξε­χα­σμέ­να. Ἴ­σως νὰ τὰ εἶ­χαν κι­ό­λας πε­τά­ξει. Ἴ­σως νὰ ἦ­ταν πλέ­ον ἄ­χρη­στα μιᾶς καὶ εἶ­χε ὁ ἕ­νας τώ­ρα τὸν ἄλ­λο, σὲ ἀ­πό­στα­ση ἀ­να­πνο­ῆς.

Κί­μων Κα­λα­μά­ρας

Πριν από την Αρχή της πρώτης Δημιουργίας που ονομάζουμε Θεόν, το μόνον που υπήρχε ήταν δυο τεράστιοι αόρατοι και Άπειροι κολοσσοί με απόλυτη ησυχία, γαλήνη, ηρεμία και αρμονία..

Ο ένας κολοσσός ήταν ο αγέννητος Άπειρος Χρόνος (όπως τον είχε περιγράψει πρώτος ο Έλλην φιλόσοφος και μαθηματικός Δημόκριτος) εκφραζόμενος ως  Μηδέν (0) και ο δεύτερος ο Άπειρος Κενός Χώρος (όπως τον είχε περιγράψει ο Αναξίμανδρος) εξ ίσου εκφραζόμενος ως Μηδέν (0).

Οιστρηλατημένος από την ακένωτη φιλοδοξία του και αφού φλερτάρισε καιροσκοπικά προηγουμένως με τους Δημοκρατικούς και άλλα σχήματα, ο Ντόναλντ Τραμπ καβατζάριζε σχεδόν τα 70 όταν επιτέλους κατάλαβε ότι για να γίνει πρόεδρος, που ήταν εξ αρχής ο σκοπός του, ένας μόνο δρόμος υπήρχε. Να εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι τους μισούς τουλάχιστον Αμερικανούς το πολιτικό σύστημα δεν τους εκπροσωπεί.

Και τότε συνέβη το εκπληκτικό. Αυτός ο υπερνάρκισσος μεγιστάνας, αυτός ο Νεοϋορκέζος πλεϋμπόυ, αυτός ο θεομπαίχτης κερδοσκόπος, αυτός ο σκανδαλοποιός τηλεαστέρας, για τα ωραία μάτια της εξουσίας τα έβαλε με τους ομοίους τους και έγινε η φωνή της… βαθιάς Αμερικής, της θρήσκας, συντηρητικής επαρχίας και των αγνοημένων εργατικών στρωμάτων στις «ζώνες της σκουριάς»! Που πίνουν σήμερα νερό στο όνομά του και είναι πρόθυμοι να τον ακολουθήσουν σε κάθε του βήμα. Ειρωνικό; Τις συνηθίζει αυτές τις ειρωνείες η ιστορία…

Έκανε όμως ένα πελώριο λάθος. Αν έμενε στα MAGA και στα Pro Life και τα ηχηρά παρόμοια, θα ήταν ένας ακόμη RINO, ένας Ρεπουμπλικάνος κατ’ όνομα αντιπαθής στους liberals μεν, αλλά καθ’ όλα συμβατός με το σύστημα. Από υπερβολική αυτοπεποίθηση, νομίζω, θέλησε ωστόσο να αντιμετρηθεί και με το βαθύ κράτος, έθιξε το Ιερό Δισκοπότηρο του μεταψυχροπολεμικού consensus, τη ρητορική του επεμβατισμού υπέρ της «Δημοκρατίας», και τη μεσσιανική λογική των διαρκών πολέμων.

Συσπείρωσε έτσι εναντίον του τα δύο ισχυρότερα παραθεσμικά συμπλέγματα ισχύος του πλανήτη: το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα του Άικ, και το «πληροφοριακό σύμπλεγμα», το κογκλομεράτο δηλαδή των ΜΜΕ-Υπηρεσιών Ασφαλείας-παντοίας φύσεως Ιδεολογικών Μηχανισμών που ελέγχουν την «ενημέρωση».

Τώρα βρίσκεται στη θέση που βρισκόταν κάποτε ο Ερντογάν. Ή θα εξοντώσει το βαθύ κράτος ή το βαθύ κράτος θα εξοντώσει εκείνον. Η έκβαση αυτή τη στιγμή είναι ακόμη ανοιχτή, το παιχνίδι παίζεται. Όμως το πρώτο είναι πολύ πολύ πιο δύσκολο απ’ το δεύτερο

Πηγή: neoplanodion.gr/κωστας Κουτσουρέλης