Θα ‘ρθει μία μέρα, που η απληστία της ιδιοκτησίας, του πλούτου και της έπαρσης, θα αποθηκευτεί στις Τράπεζες, στις πολυεθνικές και σε τόσο λίγους, που οι πολλοί μη κατέχοντες, θα ξεσπάσουν σαν θεομηνία που θα κάνει τη ζωή των ολίγων κατεχόντων κόλαση

Ωνάσης

Ο Ολυμπιονίκης που έκανε χαρακίρι έχοντας δίπλα του το χάλκινο μετάλλιο

Το αποχαιρετιστήριο μήνυμα στους γονείς του

Κόκιτσι Τσουμπουράγια: Ο Ολυμπιονίκης που έκανε χαρακίρι έχοντας δίπλα του το χάλκινο μετάλλιο

Για να είναι κάποιος αυστηρός με τους άλλους θα πρέπει πρώτα από όλα να είναι αυστηρός με τον εαυτό του, καλό θα είναι όμως να υπάρχει και ένα όριο σε αυτή την αυστηρότητα γιατί σε διαφορετική περίπτωση προκύπτουν ιστορίες σαν κι αυτή του Κόκιτσι Τσουμπουράγια, του Ιάπωνα μαραθωνοδρόμου που αυτοκτόνησε πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες 1968 επειδή δεν θα είχε τη δυνατότητα να διορθώσει το «λάθος» του σε αυτούς του 1964.

Γεννηθείς στις 13 Μαΐου 1940 ο Τσουμπουράγια είχε δείξει από μικρό παιδί την αγάπη του για τον στίβο και ειδικά για τις μεσαίες ή μεγάλες αποστάσεις, με τις επιδόσεις του να βελτιώνονται καθώς μεγάλωνε. Δεν προκάλεσε έκπληξη, επομένως, το γεγονός ότι στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1964, στο Τόκιο, ήταν ένα από τα φαβορί για το χρυσό μετάλλιο στον μαραθώνιο. Σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν το πρώτο φαβορί και κάπως έτσι το έβλεπαν και οι συμπατριώτες του, οι οποίοι περίμεναν να πανηγυρίσουν τον θρίαμβό του.

Στις 21 Οκτωβρίου 1964, επομένως, ήταν η μέρα του, ήταν η μέρα που… έπρεπε να νικήσει στον μαραθώνιο. Τα πράγματα, όμως, δεν πήγαν όπως ήθελε. Ο Αμπέλε Μπικίλα από την Αιθιοπία, ο άνθρωπος που είχε νικήσει στους Ολυμπιακούς Αγώνες 1960 τρέχοντας ξυπόλητος, θριάμβευσε και στο Τόκιο το 1964. Για τον Τσουμπουράγια, επομένως, το καλύτερο αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι η 2η θέση και όντως ήταν σε αυτή όταν μπήκε στο στάδιο για τον τερματισμό, τελικά όμως έμεινε 3ος αφού τον πέρασε ο Άγγλος Μπέιζιλ Χέιτλι για έξι κλάσματα του δευτερολέπτου.

Κοκίτσι Τσουμπουράγια

Για οποιονδήποτε αθλητή, η 3η θέση, το χάλκινο μετάλλιο σε Ολυμπιακούς Αγώνες, είναι επιτυχία. Ή τουλάχιστον δεν είναι αποτυχία. Για τον Κόκιτσι Τσουμπουράγια, όμως, ήταν, όπως αποδείχθηκε, λόγος για να αυτοκτονήσει… Ο Ιάπωνας είναι απαρηγόρητος, τονίζει ότι έκανε ένα ασυγχώρητο λάθος και τονίζει ότι θα επανορθώσει στους Αγώνες του 1968 κάνοντας υπερήφανο τον λαό της Ιαπωνίας. Στα τέλη του 1967, όμως, θα διαγνωστεί με πρόβλημα στη μέση, με λουμπάγκο και θα υποβληθεί σε επέμβαση.

Μια επέμβαση, όμως, που θα είχε ως συνέπεια να μην είναι έτοιμος για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Για τον ίδιο, αυτό είναι το μεγαλύτερο «χτύπημα» όχι της καριέρας του αλλά της ζωής του γενικά. Έτσι, στις 9 Ιανουαρίου 1968 θα αυτοκτονήσει κάνοντας χαρακίρι και έχοντας δίπλα του το χάλκινο μετάλλιο που είχε κατακτήσει το 1964 ενώ το μήνυμα που είχε αφήσει για τους δικούς του ανθρώπους, έκλεινε με την εξής φράση…

«Αγαπητέ μου πατέρα και αγαπητή μου μητέρα, ο Κόκιτσι είναι πολύ κουρασμένος για να τρέχει πια. Σας παρακαλώ να με συγχωρήσετε. Οι καρδιές σας δεν πρέπει να είχαν ηρεμήσει ποτέ ανησυχώντας για μένα. Αγαπητοί μου γονείς, ο Κόκιτσι θα ήθελε να ζήσει δίπλα σας».

Πηγή:newsbeast.gr

Ἀνε­μι­στῆ­ρας (διήγημα του Κ Πούλου)

ΟΔΗΓΩ ἕνα σα­ρά­βα­λο ποὺ δὲν ἔχει κα­λὰ φρέ­να σὲ ἕναν δρό­μο γε­μᾶ­το λακ­κοῦ­βες καὶ εἶ­μαι ἀπελ­πι­σμέ­νος. Τὸ πορ­τμ­παγ­κὰζ εἶ­ναι γε­μᾶ­το ροῦ­χα καὶ βι­βλία ποὺ δὲν ἔχω δια­βά­σει καὶ ἔχω ἔν­το­νες ἀμ­φι­βο­λί­ες ἂν τὸ ρε­ζερ­βουὰρ πε­ριέ­χει τὴν πο­σό­τη­τα βεν­ζί­νης ποὺ θὰ χρεια­στῶ γιὰ νὰ φτά­σω στὸν προ­ο­ρι­σμό μου. Στὴ θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ εἶ­ναι ὁ ἀγα­πη­μέ­νος μου ἀνε­μι­στῆ­ρας, ὁ ὁποῖ­ος μοῦ ἔκα­νε ἀπί­στευ­τα κα­λὴ πα­ρέα στὴ διάρ­κεια τοῦ κα­λο­και­ρι­νοῦ καύ­σω­να. Τοῦ ρί­χνω μιὰ μα­τιὰ εὐ­γνω­μο­σύ­νης. Κά­θε­ται ἐκεῖ δί­πλα μου ἤρε­μος καὶ σιω­πη­λός. Δεί­χνει στε­νο­χω­ρη­μέ­νος.

       «Δὲν θὰ πεῖς κά­τι;» τοῦ λέω.

       «Τί νὰ πῶ…» μοῦ ἀπαν­τᾶ. «Χω­ρὶς ρεῦ­μα; Ἐμέ­να ὁ ἠλε­κτρι­σμὸς εἶ­ναι ἡ μά­να μου. Χω­ρὶς αὐ­τὸν δὲν εἶ­μαι πα­ρὰ ἕνα ἄχρη­στο σκου­πί­δι.»

       Ἄχρη­στο σκου­πί­δι! Ὁ φί­λος μου ὁ ἀνε­μι­στῆ­ρας πέ­τυ­χε τὴ σω­στὴ δια­τύ­πω­ση: ἄχρη­στο σκου­πί­δι! Ἔτσι ἀκρι­βῶς νιώ­θω κι ἐγὼ με­τὰ τὸν χω­ρι­σμό μου μὲ τὴν Ἄν­να. Ὁ νοῦς μου ἐπι­κεν­τρώ­θη­κε στὴν ὁδή­γη­ση. Στρο­φές, δέν­τρα, βου­νὰ στὸν ὀπτι­κό μου ὁρί­ζον­τα. Δύο γλά­ροι καὶ ἕνα ἀε­ρό­στα­το ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νὸ κο­ροϊ­δεύ­ουν τὸν Νεύ­τω­να. Ἔχου­με ἤδη μπεῖ στὸ φθι­νό­πω­ρο, ἀλ­λὰ ἡ ζέ­στη ζέ­στη.

       «Δῶ­σε μου τοὐ­λά­χι­στον ἕνα πε­ρι­θώ­ριο με­ρι­κῶν ἡμε­ρῶν», τῆς εἶ­χα πεῖ. «Νὰ βρῶ τοὐ­λά­χι­στον ἕνα σπί­τι νὰ νοι­κιά­σω.»

       Ἡ Ἄν­να ἦταν ἀνέν­δο­τη.

       «Δὲν μὲ νοιά­ζει. Νὰ βρεῖς μιὰ σπη­λιὰ νὰ μεί­νεις. Εἶ­ναι τὸ μό­νο σπί­τι ποὺ σοῦ ται­ριά­ζει!»

       Ἔτσι ἀκρι­βῶς τὸ εἶ­πε. Καὶ νά ’μαι τώ­ρα στὸ δρό­μο μὲ τὸν φί­λο μου τὸν ἀνε­μι­στῆ­ρα, ποὺ γιὰ νὰ τοῦ πά­ρεις κου­βέν­τα χρειά­ζε­σαι κα­νο­νι­κὸ συμ­βό­λαιο μὲ τὴ ΔΕΗ. Νό­μι­ζα ὅτι θὰ πε­ρά­σει ὅλη ἡ δια­δρο­μὴ στὰ μουγ­κά, ὅταν ξαφ­νι­κὰ ἄκου­σα πά­λι τὴ γνώ­ρι­μη φω­νή του.

       «Ἔπρε­πε νὰ μὲ ἀφή­σεις στὴν Ἄν­να» εἶ­πε.

       «Καὶ για­τί πα­ρα­κα­λῶ; Μὴν ξε­χνᾶς ὅτι μὲ τὶς οἰ­κο­νο­μί­ες μου σὲ ἀγό­ρα­σα, καὶ μά­λι­στα ἔβα­λα δό­σεις. Τὴν ἑπό­με­νη βδο­μά­δα πρέ­πει νὰ πλη­ρώ­σω τὴν τε­λευ­ταία.»

       «Στὴν Ἄν­να ἔχει ρεῦ­μα, ἐνῷ στὴ σπη­λιά…»

       Εἶ­χε πά­ρει τοῖς με­τρη­τοῖς τὰ λό­για τῆς Ἄν­νας ὅτι θὰ μεί­νω σὲ σπη­λιά. Ἠλί­θια μη­χα­νή­μα­τα!

       «Εἶ­ναι λί­γο πιὸ ἀκρι­βός, ἀλ­λὰ δια­θέ­τει τε­χνη­τὴ νο­η­μο­σύ­νη» μοῦ εἶ­χε πεῖ ἡ ὑπάλ­λη­λος.

       «Δη­λα­δή;» τὴν εἶ­χα ρω­τή­σει.

       «Δη­λα­δὴ τοῦ μι­λᾶ­τε καὶ σᾶς ἀπαν­τᾶ ἢ ἐκτε­λεῖ τὶς ἐν­το­λὲς ποὺ τοῦ δί­νε­τε.»

       Ἀλή­θεια ἦταν.

       «Ἀνε­μι­στῆ­ρα, ἀέ­ρα» τοῦ ἔλε­γα, καὶ αὐ­το­μά­τως ἔμ­παι­νε σὲ λει­τουρ­γία.

       «Μά­λι­στα κύ­ριε» ἀπαν­τοῦ­σε. «Σὲ ποιά σκά­λα θέ­λε­τε;»

       «Στὴ Σκά­λα τοῦ Μι­λά­νου» τοῦ ἀπαν­τοῦ­σα γιὰ νὰ τὸν μπερ­δέ­ψω.

       Σπά­νια μπερ­δευό­ταν.

       «Δὲν ὑπάρ­χει τέ­τοια σκά­λα, κύ­ριε.»

       Στὴν ἀρ­χὴ ἤξε­ρε μό­νο με­ρι­κὲς συγ­κε­κρι­μέ­νες ἐν­το­λές. Μὲ τὸν και­ρὸ ὅμως ἔμα­θε κι ἄλ­λες φρά­σεις. Κά­να­με κα­λὴ πα­ρέα, ὅταν ἡ Ἄν­να ἔλει­πε στὸ γρα­φεῖο. Μέ­χρι συ­ζη­τή­σεις γιὰ γε­ω­τρή­σεις στὸ φεγ­γά­ρι.

       «Σε­λη­νο­τρή­σεις», μὲ διόρ­θω­νε.

       Ἐκεῖ­νος πί­στευε ὅτι ὑπῆρ­χε ἄφθο­νο πλου­τώ­νιο στὸ φεγ­γά­ρι. Εἶ­χε ἀπο­δεί­ξεις. Τὸ εἶ­πα στὴν Ἄν­να καὶ μὲ κοί­τα­ξε σὰν οὖ­φο.

       «Τρε­λά­θη­κες τε­λεί­ως;» μοῦ εἶ­πε. «Μι­λᾶς μὲ τὸν ἀνε­μι­στῆ­ρα τώ­ρα;»

       «Ἐκεῖ­νος ἄρ­χι­σε πρῶ­τος», δι­καιο­λο­γή­θη­κα.

       Ἡ ἀλή­θεια εἶ­ναι ὅτι ὁ ἀνε­μι­στῆ­ρας πο­τὲ δὲν μι­λοῦ­σε στὴν Ἄν­να. Ἀπὸ τὴ μιὰ στε­νο­χω­ριό­μουν γι’ αὐ­τό, ἀπὸ τὴν ἄλ­λη ὅμως χαι­ρό­μουν, ποὺ εἶ­χα ἕναν τό­σο κα­λὸ καὶ ἀπο­κλει­στι­κὸ φί­λο. Ὅμως τώ­ρα, ποὺ τὸν εἶ­χα ἀνάγ­κη πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπὸ πο­τέ, κα­θό­ταν σιω­πη­λὸς στὸ κά­θι­σμα τοῦ συ­νο­δη­γοῦ καὶ κοι­τοῦ­σε ἀνέκ­φρα­στος μπρο­στὰ τὸν ἥλιο τοῦ δει­λι­νοῦ νὰ μειώ­νει στα­δια­κὰ τὸ φῶς του κα­τη­φο­ρί­ζον­τας πρὸς τὸν ὁρί­ζον­τα. Οἱ λακ­κοῦ­βες στὸν δρό­μο πολ­λα­πλα­σιά­ζον­ταν, ἀφοῦ οἱ ὑπο­σχέ­σεις τῆς κυ­βέρ­νη­σης γιὰ βελ­τί­ω­ση τοῦ ὁδι­κοῦ δι­κτύ­ου δὲν κα­τά­φε­ραν νὰ με­τα­μορ­φω­θοῦν σὲ πρά­ξεις. Ὁ ἀνε­μι­στῆ­ρας τραν­τα­ζό­ταν δί­πλα μου. Ἀνη­σύ­χη­σα. Κι ἂν τοῦ λα­σκά­ρι­ζε κά­ποια βί­δα;

       Ξαφ­νι­κά, ἔνιω­σα ἕνα εὐ­χά­ρι­στο ἀε­ρά­κι νὰ ἔρ­χε­ται ἀπὸ τὰ δε­ξιά μου. Γύ­ρι­σα καὶ δὲν πί­στευα στὰ μά­τια μου: ὁ φί­λος μου ὁ ἀνε­μι­στῆ­ρας εἶ­χε τε­θεῖ σὲ λει­τουρ­γία, καὶ μά­λι­στα χω­ρὶς κα­μία ἐν­το­λή!

       «Χω­ρὶς ρεῦ­μα;» τὸν ρώ­τη­σα. «Πῶς τὰ κα­τά­φε­ρες;»

       «Ἔ, γιὰ τοὺς φί­λους πρέ­πει πάν­τα νὰ κά­νεις το κά­τι πα­ρα­πά­νω», μοῦ εἶ­πε κλεί­νον­τάς μου τὸ μά­τι.

       Γκά­ζω­σα. Ἔπρε­πε νὰ φτά­σω στὴ σπη­λιὰ πρὶν πέ­σει τὸ βρά­δυ, ὥστε νὰ μπο­ρέ­σω νὰ δια­βά­σω κά­ποιο ἀπὸ τὰ βι­βλία ποὺ δὲν ἔχω δια­βά­σει. Στὴ στρο­φὴ πα­τάω φρέ­νο γιὰ νὰ μὴ φύ­γω στὸ γκρε­μὸ καὶ πά­θει κά­τι ὁ φί­λος μου ὁ ἀνε­μι­στῆ­ρας, ἀλ­λὰ ποῦ φρέ­νο.

Κώ­στας Ποῦ­λος

Πηγή: neoplanodion.gr

Tα πάντα συνδέονται μεταξύ τους και όλα καθορίζονται μέσα από αυτό το σύνολο της σύνδεσης, σύμφωνα με τους στωικούς φιλοσόφους .