Οι ανόητοι ζουν χωρίς να χαίρονται τη ζωή (Δημόκτριτος)

«Οι ανόητοι ζουν χωρίς να χαίρονται τη ζωή» Δημόκριτος (απ. 200)

Γνωρίζουμε τον Δημόκριτο ως «προσωκρατικό» φιλόσοφο, παρά το γεγονός ότι έζησε την ίδια εποχή με τον Σωκράτη (αλλά και τον Ιπποκράτη και τον Θουκυδίδη). Ο όρος (εξ αρχής προβληματικός) δηλώνει κυρίως την εμβριθή ενασχόληση του φιλοσόφου με τη φυσική φιλοσοφία και ειδικότερα με το πρόβλημα της δομής του κόσμου, που τον οδήγησε στη σύλληψη του κόσμου ως αποτελούμενου από άτομα και κενό. Η ατομική θεωρία ήδη από την αρχαιότητα επισκίασε τις ηθικές αντιλήψεις του Αβδηρίτη, αν και το ηθικό του έργο καταλαμβάνει πολύ μεγάλο μέρος της έρευνάς του, που -εφόσον είμαστε βέβαιοι ότι ο Σωκράτης δεν έγραψε τίποτε- κανένας έως τότε δεν είχε κατορθώσει. Έτσι ο Δημόκριτος γίνεται ο πρώτος φιλόσοφος που έχει μία συγκροτημένη θεωρία για το ευ ζην, την «ευθυμία».

Η φυσική θεωρία του Δημόκριτου -όσο κι αν ήταν ρηξικέλευθη- σίγουρα δεν πέρασε απαρατήρητη, μολονότι είχε περισσότερους πολέμιους παρά υποστηρικτές. Την υιοθέτησε μόνο ο Επίκουρος ο οποίος και την εξέλιξε, έως ότου γίνει αποδεκτή έπειτα από τις επιστημονικές ανακαλύψεις που επιβεβαίωσαν (προς το παρόν) την εγκυρότητά της. Τι συνέβη όμως με τη ηθική του θεωρία, η οποία προηγείται των άλλων φιλοσόφων; Τα ηθικά έργα του Δημόκριτου (από τα οποία ξεκινάει ο Διογένης Λαέρτιος τον κατάλογο της εργογραφίας του φιλοσόφου) δηλώνουν ότι ο συγγραφέας ενέκυψε στο ζήτημα της ευδαιμονίας, θέτοντας την «ευθυμία» σκοπό της ζωής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μία συλλογή από «αξιώματα» (γνῶμαι) που, παρά το παραποιημένο (δηλώνοντας τις πολιτικές του απόψεις;) όνομα του συγγραφέα («Δημοκράτους γνῶμαι») αποδίδεται στον Δημόκριτο. Δεν είναι η πρώτη φορά που συναντούμε στην αρχαιοελληνική γραμματεία παραινέσεις και εντολές υπό τη μορφή αποφθεγμάτων. Το Μαντείο των Δελφών, ο Ησίοδος αλλά και ο Πυθαγόρας και ο Ηράκλειτος έχουν προηγηθεί. Ωστόσο, οι δημοκρίτειες «γνῶμαι» σκοπό έχουν να «θεραπεύσουν» τον κόσμο από τη νόσο της κακής ζωής, γι’ αυτό και παροτρύνει τους ανθρώπους να τον ακολουθήσουν. Η εισαγωγή αποσαφηνίζει και τον σκοπό του Δημόκριτου:

«Αν ακούσει κανείς αυτές εδώ τις διδασκαλίες μου («γνῶμαι») με σύνεση, θα επιτύχει πολλά πράγματα αντάξια ενός καλού ανθρώπου και θα αποφύγει πολλά ανάξια» (απ. 35)

Η θεωρία του Δημόκριτου, ακόμη και με τη μορφή αξιωμάτων, αποτελεί μία συγκροτημένη θεωρία («Περί ευθυμίας») η οποία, παρόλο που δεν έτυχε προσοχής, δεν είναι υποδεέστερη όλων εκείνων που θα ακολουθήσουν. «Η τύχη είναι γενναιόδωρη αλλά αβέβαιη, ενώ η φύση είναι αυτάρκης…» (Στοβαίος ΙΙ, 9, 5), θα υποστηρίξει για να το θέσει πιο ποιητικά: «Η τύχη παραθέτει ένα πολυτελές τραπέζι, αλλά η σωφροσύνη την αυτάρκεια» (απ. 210). Ο Δημόκριτος θα αποκλείσει τον παράγοντα τύχη από την ευτυχία στην οποία θα προσδώσει ένα νέο όνομα που ανταποκρίνεται καλύτερα στον σκοπό της ζωής.

Δημόκριτος – Hendrick ter Brugghen – 1628

Οι τραγωδίες διδάσκουν μέσα από τις συμφορές, αλλά για τον Δημόκριτο δεν χρειάζεται να μάθουμε από τα παθήματά μας: «Οι ανόητοι συνετίζονται με τις δυστυχίες» (απ. 54) και έχουν λανθασμένες απόψεις για τη ζωή. Οι ανόητοι δε γνωρίζουν πώς να ζήσουν, και παρόλο που δεν είναι ευχαριστημένοι από τη ζωή τους (απ. 200), επιθυμούν τη μακροβιότητα (απ. 201), ευχαριστιούνται από τα γερατειά, γιατί φοβούνται τον θάνατο (απ. 205) και δεν μπορούν να ευχαριστήσουν κανέναν (απ. 204).

Αλλά ο Δημόκριτος δεν θα κατακρίνει μόνο αλλά θα συστήσει και έναν τρόπο ζωής για να πετύχουμε την αταραξία της ψυχής. «Οι περισσότεροι γίνονται αγαθοί με την άσκηση παρά από τη φύση» Στοβαίος ΙΙΙ, 29, 66. (απ. 242), επομένως δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε τη φύση του ανθρώπου, που αποζητάει ολοένα και περισσότερα σε αντίθεση με τα ζώα. «Τα ζώα γνωρίζουν πόσο χρειάζονται, ο άνθρωπος όχι» (απ. 198). Άρα, δεν είναι δύσκολο λοιπόν να καταλάβουμε ποιος διάγει έναν ευτυχισμένο βίο:

«Ευτυχής είναι αυτός που αισθάνεται γαλήνη με λίγα χρήματα, ενώ δυστυχής είναι εκείνος που ακόμα και με τα πολλά δυσθυμεί» Στοβαίος ΙV, 39,17 (απ. 286)

Ο Δημόκριτος έχει εμπιστοσύνη στην παιδεία που διαμορφώνει τον άνθρωπο. «Η παιδεία είναι στολίδι για τους ευτυχισμένους, ενώ για τους δυστυχισμένους καταφύγιο από τις συμφορές» Στοβαίος ΙΙ, 31, 58 (απ. 180). Η παιδεία, η μάθηση, η φρόνηση θα συμμετρήσουν τη ζωή, επιλέγοντας το ευχάριστο με τον ορθό τρόπο. Διότι:

«Ζωή χωρίς γιορτές είναι μακρύς δρόμος χωρίς πανδοχείο» (απ. 230)

Η δρ. Έλσα Νικολαΐδου είναι συγγραφέας του βιβλίου Φιλοσοφία για όλουςΦιλοσοφία για όλους: Γιατί να διαβάζουμε τους αρχαίους Φιλοσόφους, Μεταίχμιο 2022

[email protected]  

by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Όταν δουλεύει ένας καλλιτέχνης
ζει. Όταν δεν δουλεύει ζει το χάος.

Takis*

*Ο Παναγιώτης Βασιλάκης, ευρύτερα γνωστός κυρίως με το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο Takis (Αθήνα, 29 Οκτωβρίου 1925 – 9 Αυγούστου 2019) ήταν Έλληνας γλύπτης.

Τρεις μικρές ιστορίες

Τρεις μικρές ιστορίες

Ο μπάρμπα – Γκίκας

Όταν ήμουν στη Γαλάτ’στα, περνούσε κάθε πρωί μπροστά από το σπίτι ο μπάρμπα Γκίκας με το γαϊδούρι τ’. Και τραγουδούσε τούρκικα. Πεταγόμουνα έξω να τον ακούσω. Κι όλοι. Όσοι μάζευαν καπνά σκυμμένοι, έτσι, ανασηκωνόντουσαν κι έμεναν μάρμαρο, να ακούνε το τραγούδ’. Πολλή ώρα, όσο να περάσει ο μπάρμπας πέρα.
*

Η σύναξη των γερόντων

Στα Δουμπιά το σπίτι μας ήταν κομμάτι ενός μεγάλου Τούρκικου. Δηλαδή, όταν έφυγαν οι Τούρκοι το μοιράστηκαν κάμποσες οικογένειες, δικοί μας. Είχε μια μεγάλη εσωτερική αυλή, με δέντρα κι ένα πηγάδι. Εκειδά στο πηγάδι γύρω, κάθε πρωί κατά τις δέκα μαζευόντουσαν πεντέξι γεροντάκια, μ’ ένα τόσο δα τσιπουράκι ή και χωρίς. Κι άρχιζαν να τραγουδάνε. Άρχιζαν με δημοτικά, μετά επειδή κάποιοι ήταν και ψαλτάδες έριχναν και μερικά τροπάρια. Έλεγαν και πολλά τούρκικα. Μια μέρα ένας παππούς με κυνήγησε με τη μαγκούρα, δεν ξέρω γιατί. Από τότε βρήκα κι εγώ άλλο κόλπο. Ήταν μια μεγάλη τριανταφυλλιά στον τοίχο, ανέβαινα εκεί πάνω χωρίς να με δούνε, μικρό παιδάκι ήμουνα, μια σταλιά, και τους άκουγα κρυφά. Τρελαινόμουνα να τους ακούω.
*
Στρώσε το στρώμα σου για δυο

Η μάνα μ’ μ’ έστειλε στο μπακάλικο του χωριού να της ψωνίζω. Μικρός ήμαν, έξι εφτά χρονών, χάζεψα και λίγο στην πλατεία κι όταν πήρα το δρόμο για το σπίτι άρχιζε να σουρουπώνει. Ξάφνου ακούω τραγούδι από παραδίπλα, στρίβω να δω τι είναι και βλέπω δυο παιδιά του χωριού μεγάλα να περπατάνε και να τραγουδάνε ένα που δεν το είχα ξανακούσει κι έλεγε «στρώσε το στρώμα σου για δυο, για σένα και για μένα…» Μαγεύτηκα και τους ακολούθησα, αυτοί μπροστά, εγώ ξοπίσω με δυο σακούλες στα χέρια, να περπατάω ήσυχα, μη με καταλάβουν και σταματήσουν… Και τα παράθυρα από τα σπίτια άνοιγαν, οι γυναίκες κοιτούσαν ξαφνιασμένες κι έλεγαν «μπράβο παιδούδια μ’, μπράβο σας!» και δεν έκλειναν ξανά, μέχρι να περάσουν οι δυο τραγουδιστές πέρα – κι εγώ ξοπίσω, ουρά τους. Τότε δεν είχαμε ραδιόφωνα στο χωριό, τα μόνα τραγούδια που είχα ακούσει ήταν τα δημοτικά.
Όταν έφτασα κάποτε στο σπίτι, μετά βίας γλίτωσα το καταχέρισμα, μάλλον γιατί φαινόμουν ακόμα αλλοπαρμένος και η μάνα μπερδεύτηκε. Ρώτησε μετά να μάθει ποιοι ήταν αυτοί οι νεαροί τραγουδιστάδες και της είπα. Ο Θανάσης ο Ακριβόπουλος και ο Μανώλης ο Μητσιάς.

(Την ιστορία, όπως και τις δύο προηγούμενες, μου την αφηγήθηκε ο μικρός ακόλουθος των τραγουδιστών. Πρέπει να συνέβη στα μέσα της δεκαετίας του ’60, ίσως λίγο πριν τη Χούντα. Το χωριό ήταν τα Δουμπιά της Χαλκιδικής και ο ένας από τους δυο τραγουδιστές ο νεαρός Μανώλης Μητσιάς, αυτός που γνωρίζουμε)