

Υ

Κοιτάζω έξω από το παράθυρο και παρατηρώ έναν παππούλη, μόλις που στέκεται όρθιος με τη βοήθεια ενός μπαστουνιού. Για κάποιο λόγο το βλέμμα μου στάθηκε σε εκείνον και για κάμποση ώρα παρατήρησα τις κινήσεις του μέχρι που απόφασισα να κατέβω κάτω στον δρόμο να τον συναντήσω. Ο παππούλης προσπαθούσε να σταματήσει ένα ταξί αλλά δυσκολευόταν ακόμη και να κάνει σινιάλο. Έτσι αφού στάθηκα στην απέναντι μεριά για λίγο, αποφάσισα να καλέσω ένα ταξί για εκείνον.
- «Ράδιο Ταξί Ηρακλείου παρακαλώ».
- «Ναι παρακαλώ ένα ταξί θα ήθελα Αγίου Μήνα και Κατεχάκη».
- «Για που;»
- «Μισό λεπτό να ρωτήσω γιατί δεν είναι για μένα».
- «Παππούλη που πηγαίνεις; Έχω καλέσει ταξί για σένα».
- «Μασταμπά πάω παιδί μου. Εσυ;»
Ο οδηγός θα έφτανε σε 3 λεπτά οπότε έκατσα να κάνω παρέα στον παππούλη και να μου προσφέρω ένα μικρό μάθημα ζωής. - «Πως σε λένε παππού;»
- «Μηνά Ευτυχίδη.. Ευτυχίδη» μου απάντησε σα να ήθελε τόσο πολύ να μου πει το όνομα του!
- «Είσαι καλα;»
- «Δόξα τω Θεω παιδί μου, έζησα 94 υπέροχα χρόνια! Δεν στερήθηκα τίποτα και ταξίδεψα σε όλο τον κόσμο…», είπε με μια γλυκιά νοσταλγία στο βλέμμα του «…αλλά η ζωή είναι γλυκιά και πάντα κάτι παραπάνω θα θέλεις για να είσαι ευτυχισμένος».
- «94; Ζωή να έχεις παππού. Να είσαι γερός!»
- «Ε παιδί μου δεν είναι καλό»
- «Δεν είναι καλό;»
- «Ναι δεν είναι καλό να ζει κανείς πολλά χρόνια. Έχω χάσει όλους τους φίλους μου, όλοι έχουν φύγει»..
- «Εντάξει παππού αλλά έζησες όμορφα χρόνια»
- «Δεν έχω παράπονο. Αλλά η ζωή είναι γλυκιά και πάντα κάτι παραπάνω θα θέλεις για να είσαι ευτυχισμένος».
Την ίδια ακριβώς φράση την επανέλαβε μέσα σε λίγα λεπτά σα να ήθελε να του κάνω την ερώτηση που ακολούθησε, - «Εσύ τι θέλεις για να είσαι ευτυχισμένος παππού;»
- «Ε να παιδι μου, ένα εγγόνι.. άλλοι στα 70 έχουνε δισέγγονα και εγώ ούτε ένα εγγόνι. Βλέπεις παντρεύτηκα μεγάλος γιατί ήθελα να ζήσω τη ζωή μου! Και την έζησα! Δυό φορές παντρεύτηκα…»
- «Παιδιά έχεις παππού;»
- «Έχω μια κόρη 32 χρόνων. Μόλις αρραβωνιάστηκε» είπε σα να της είχε παράπονο και συνέχισε «πρέπει να παντρεύεσαι μικρός, να κανείς μικρός παιδιά!»
- «Γερός να είσαι παππού και σύντομα θα σου χαρίσει η κόρη σου το εγγονάκι» του απάντησα ενθαρρυντικά.
Ο Κυρ Μηνάς με κοίταξε χαμογελώντας ελαφρά και κουνώντας το κεφάλι σα να άφηνε την απάντηση να τη δώσει ο Θεός.
Το ταξί καθυστερούσε. Είπαμε κι αλλά πολλά. Για την καταγωγή του, την επαγγελματική του καριέρα… μιλήσαμε σα να γνωριζόμασταν. Σα να είχαμε ανάγκη και οι δύο αυτό τον διάλογο, ο καθένας για τους λόγους του.
Το ταξί έφτασε. Αφού άνοιξα την πόρτα στον παππούλη ζήτησα στον οδηγό να ανοίξει το παράθυρο. Του έδωσα λίγα περισσότερα χρήματα από το αναμενόμενο κόστος της διαδρομής.
«Τι έκανες εκεί;» μου λέει ο παππούς.
«Δώρο από εμένα κύριε Μηνά, να είσαι καλά!
Ο παππούλης με κοιτάει απορημένος και ευχάριστα έκπληκτος… Ο οδηγός επιταχύνει και ο παππούλης που ήθελε να ξέρει ποιόν να ευχαριστήσει μόλις που πρόλαβε να ρωτήσει καθώς απομακρυνόταν:
«Πώς σε λένε……;;;;»
Να είσαι καλά παππούλη και δεν έχει σημασία πως με λένε. Άλλωστε οι ψυχές μας γνωρίζονται γιατί αυτή η συνάντηση δεν ήταν τυχαία·
Έφυγα από το σημείο γαλήνιος και ανάλαφρος σα να είχα κάνει τον πιο όμορφο διαλογισμό.
Via: Stylianos Rouvakis
Λίμνη Μόρνου


Κωνσταντίνος Δ. Μπερτσιάς (1886-1977)


Είναι αδύνατο για έναν άνθρωπο να μάθει αυτά που νομίζει ότι ήδη ξέρει..*
*Επίκτητος, ήταν ο αρχαίος στωικός που μας δίδαξε να παλεύουμε με το χάος της ζωής οπλισμένοι μόνο με τη λογική και την αυτοπειθαρχία.
Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις
<<Σήμερα σκέφτηκα να μεταφέρω κάποια δέντρα στο άλλο περιβόλι, που έχω πιο ψηλά, στης Σωτήρος το μνήμα, κάτω από τον Άγιο Γεώργιο. Τα λυπάμαι, πρέπει να τα σώσω. Ξεκίνησα με αυτή την ελιά, είναι δεκαπέντε χρόνων, οι ελιές είναι αιωνόβιες, κρίμα να χαθούν…>>.
Ένα χρονικό για την κατασκευή της τεχνητής λίμνης του Μόρνου και για τις αναμνήσεις των ανθρώπων που ζούσαν εκεί, μέχρι που το κράτος τούς διέταξε να φύγουν και να αφήσουν πίσω τους το χώμα, που καλλιεργούσαν, και τα βουνά, που αγκάλιαζαν την καθημερινότητά τους.
Είναι ο ξεριζωμός με τη γνώση ότι ποτέ δεν θα μπορέσεις να επιστρέψεις στον τόπο σου, αφού σύντομα δεν θα υπάρχει. Ο συγγραφέας καταγράφει μικρές καθημερινές στιγμές των απλών ανθρώπων του χωριού, τις μεταξύ τους σχέσεις, τις στιγμές με τα αγαπημένα τους ζώα, ενώ <<φωτογραφίζει>> νοερά την ομορφιά της φύσης με την επιθυμία να κρατήσει ζωντανή την ανάμνηση ενός εξαφανισμένου τόπου.
Ο Κωνσταντίνος Μπερτσιάς με στρωτή καθαρή γραφή, με όμορφες περιγραφές και με σωστή οικονομία στον λόγο του, μας δίνει μια ολοκληρωμένη εικόνα μιας άλλης εποχής, άγνωστης για τους νεότερους και καλά φυλαγμένης μέσα στην ψυχή των πιο παλιών.
Πρόκειται για στιγμές πολύτιμες, που άλλοτε συνδέονται με την ιστορία ενός μικρού τόπου αλλά και μιας χώρας, και άλλοτε με τις μικρές στιγμές μιας απλής καθημερινότητας, που συνθέτουν και εξηγούν τη μετέπειτα πολύπλοκη, πλέον, ζωή μας.
Κυρίως, όμως, μας μεταδίδει την ιστορία του νερού, που ξεδίψασε την Αθήνα, μέσα από μία άλλη οπτική γωνία. Μέσα από μια θυσία των λίγων για να έχουν νερό οι πολλοί…
Ας το έχουμε και αυτό στο νου μας…
Και, αν συχνά ταυτίζουμε την ομορφιά της χώρας μας με τη θάλασσα, ο συγγραφέας μάς υπενθυμίζει τη γοητεία των βουνών περιγράφοντας ξανά και ξανά με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά τους ορεινούς όγκους και τις ιστορίες που κρύβουν σε κάθε γωνιά τους.
<<Η τοποθεσία, τοπόσημο για την περιοχή, ήταν εντυπωσιακή. Από τη μία πλευρά ο πυραμοειδής λόφος, που ήταν η νότια απόληξη των Βαρδουσίων, ενός από τα ψηλότερα βουνά της Ελλάδας, και από την άλλη πλευρά, τη νότια, το έντονα βραχώδες τελείωμα της μακρόστενης βουνοσειράς της Στόχοβας και του Πύρνου. Φαίνεται ότι εκατομμύρια χρόνια πριν οι δύο βουνοσειρές αποτελούσαν ένα ενιαίο, συμπαγές σύνολο και κάποιος μεγάλος σεισμός δημιούργησε αυτή την εκτεταμένη, σχεδόν κατακόρυφη σχισμή και άφησε ελεύθερη την πορεία του Μέγα ποταμού ή Δαφνούντα όπως ήταν οι παλιότερες ονομασίες του Μόρνου>>.

Πηγή:https://wordpress.com/post/konstantinakoraki.wordpress.com/1469





