
Ιντεραμέρικαν δεκαετία 90

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.

Ιντεραμέρικαν δεκαετία 90
«Ο ζωγράφος ζωγραφίζει ό,τι πουλάει. Ο καλλιτέχνης πουλάει ό,τι ζωγραφίζει». — αποδίδεται στον Πάμπλο Πικάσο
Και έχει ενδιαφέρον ότι η σκέψη αυτή δεν αφορά μόνο τη ζωγραφική. Αφορά κάθε δημιουργό — ακόμη και τον συγγραφέα: γράφεις αυτό που πιστεύεις ή αυτό που πιστεύεις ότι θα αρέσει; Εκεί βρίσκεται ολόκληρο το δίλημμα ανάμεσα στη δημιουργία και στην αγορά.
Στις 25 Φεβρουαρίου 1956, σε κλειστή συνεδρίαση του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, ο Νικίτα Χρουστσόφ εκφώνησε την περίφημη «Μυστική Ομιλία», καταγγέλλοντας τη σταλινική προσωπολατρία, τις μαζικές διώξεις, τα βασανιστήρια και τις εκτελέσεις στελεχών του κόμματος. Ήταν πράγματι μια ιστορική τομή.
Κάποιος από τους συνέδρους τού έστειλε ανώνυμα την ερώτηση «Και εσύ τι έκανες όταν ο Στάλιν διέπραττε αυτά τα εγκλήματα;».
Ο Χρουστσόφ ζήτησε από τον συντάκτη της ερώτησης να σηκωθεί και να δηλώσει το όνομά του. Κανείς δεν σηκώθηκε.
Και τότε είπε το αμίμητο: «Αυτό ακριβώς έκανα κι εγώ».






Παράδοξο πράγμα η φήμη. Κάποιοι —πάρα πολλοί— κάνουν το παν για να την αποκτήσουν. Κυνηγούν την αναγνώριση, τη δημοσιότητα, το χειροκρότημα, πιστεύοντας πως, όταν έρθουν, θα τους χαρίσουν κάτι από την ευτυχία που τους λείπει. Κι ύστερα υπάρχουν εκείνοι που την έχουν ήδη κατακτήσει και αγωνίζονται να την τιθασεύσουν. Γιατί ανακαλύπτουν πως η φήμη μοιάζει με αφηνιασμένο άλογο: δύσκολα το καβαλικεύεις, ακόμη δυσκολότερα το κρατάς σταθερό και, αν χάσεις τα χαλινάρια, μπορεί να σε γκρεμίσει και να σε ποδοπατήσει.
Απόσπασμα από κείμενο του Χ. Χωμενίδη.
Με πρώτη ύλη τις παραπάνω ιδέες μια συνέχεια για τη φήμη και την ελευθερία .
Η φήμη έχει μια παράξενη ιδιότητα: στην αρχή υπηρετεί τον άνθρωπο και ύστερα απαιτεί από τον άνθρωπο να την υπηρετεί. Εκείνος που έγινε γνωστός για κάτι καλείται διαρκώς να αποδεικνύει ότι εξακολουθεί να αξίζει την εικόνα που δημιούργησαν οι άλλοι γι’ αυτόν. Δεν του επιτρέπεται εύκολα η αποτυχία, η αδυναμία, μερικές φορές ούτε καν η αλλαγή. Γίνεται, χωρίς να το καταλάβει, αιχμάλωτος του ίδιου του ειδώλου του.
Ίσως γι’ αυτό η μεγαλύτερη δοκιμασία δεν είναι να αποκτήσεις φήμη, αλλά να μην πιστέψεις υπερβολικά σ’ αυτήν. Να θυμάσαι ότι ο έπαινος είναι δανεικός και το χειροκρότημα προσωρινό. Το πλήθος που σήμερα σε ανεβάζει ψηλά μπορεί αύριο, με την ίδια ευκολία, να στρέψει αλλού το βλέμμα του — ή ακόμη και να σε γκρεμίσει.
Η πραγματική ελευθερία αρχίζει όταν ο άνθρωπος μπορεί να ξεχωρίζει αυτό που είναι από αυτό που λένε οι άλλοι ότι είναι. Να χαίρεται την αναγνώριση χωρίς να εξαρτάται από αυτήν και να αντέχει την αφάνεια χωρίς να αισθάνεται ότι μικραίνει.
Δεν έχει τόση σημασία πόσοι γνωρίζουν το όνομά σου. Σημασία έχει, όταν σταματήσουν τα χειροκροτήματα, να εξακολουθείς εσύ να αναγνωρίζεις τον εαυτό σου.
Η οικειότητα είναι ένα πολύτιμο δώρο της φιλίας, αλλά δεν πρέπει να συγχέεται με την ασέβεια. Το να προσέχουμε τη γλώσσα μας όταν είμαστε με φίλους δεν είναι δείγμα υποκριτικής συστολής, αλλά μια έμπρακτη απόδειξη αγάπης και εκτίμησης. Γιατί, σε τελική ανάλυση, οι λέξεις που επιλέγουμε να πούμε στους ανθρώπους μας έχουν τη δύναμη είτε να χτίσουν γέφυρες είτε να υψώσουν αόρατα τείχη.
Το 1955, όταν ανακοινώθηκε ότι το εμβόλιο του Jonas Salk κατά της πολιομυελίτιδας ήταν αποτελεσματικό, εκατομμύρια άνθρωποι ένιωσαν ότι απαλλάσσονταν από έναν εφιάλτη. Η ασθένεια θέριζε κυρίως παιδιά, αφήνοντας πίσω της παράλυση, αναπηρίες και θάνατο.
Ο Salk θα μπορούσε να είχε μετατρέψει την ανακάλυψή του σε μια τεράστια προσωπική περιουσία. Δεν το έκανε.
Όταν τον ρώτησαν σε τηλεοπτική συνέντευξη ποιος κατείχε την πατέντα του εμβολίου, απάντησε με μια φράση που έμεινε στην ιστορία:
«Οι άνθρωποι, θα έλεγα. Δεν υπάρχει πατέντα. Θα μπορούσατε να πατεντάρετε τον ήλιο;»
Μερικές φορές μια φράση είναι αρκετή για να φανερώσει ολόκληρη τη φιλοσοφία ενός ανθρώπου.
Ο Salk δεν υποτίμησε ούτε το χρήμα ούτε την αξία της επιστημονικής εργασίας. Έβαλε όμως πάνω από αυτά κάτι μεγαλύτερο: την πεποίθηση ότι υπάρχουν ανθρώπινα επιτεύγματα που αποκτούν το πραγματικό τους νόημα μόνο όταν γίνονται κοινό κτήμα.
Ζούμε σε μια εποχή όπου σχεδόν τα πάντα αποκτούν τιμή. Οι ιδέες κατοχυρώνονται, η γνώση εμπορευματοποιείται, ακόμη και η ανθρώπινη προσοχή αγοράζεται και πουλιέται. Και ασφαλώς η έρευνα χρειάζεται κεφάλαια, οι ερευνητές πρέπει να αμείβονται και η καινοτομία να επιβραβεύεται. Όμως η ιστορία του Salk μάς θυμίζει ότι άλλο η τιμή και άλλο η αξία.
Υπάρχουν πράγματα που μπορεί να αξίζουν πολύ περισσότερο από όσο μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα.
Ίσως τελικά αυτή να είναι και μια από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες της επιτυχίας: όχι μόνο τι καταφέραμε να αποκτήσουμε χάρη σε αυτήν, αλλά και τι είχαμε τη δύναμη να μη διεκδικήσουμε αποκλειστικά για τον εαυτό μας.


