Τα λεφτά θα σου αγοράσουν ένα σκύλο, αλλά όχι το κούνημα της ουράς του.Josh Billings, 1818-1885, Αμερικανός χιουμορίστας

Η φράση του Josh Billings ηχεί απλή, σχεδόν λαϊκή. Κι όμως, μέσα στην απλότητά της κρύβει μια ολόκληρη ανθρωπολογία.

Τα χρήματα μπορούν να αγοράσουν το αντικείμενο της επιθυμίας — όχι όμως την ουσία της σχέσης. Μπορούν να σου φέρουν στο σπίτι έναν σκύλο: ράτσας εκλεκτής, με pedigree και πιστοποιήσεις. Δεν μπορούν όμως να εξαγοράσουν εκείνο το αυθόρμητο κούνημα της ουράς, που δεν αποτελεί μια μηχανική κίνηση, αλλά μια πηγαία έκφραση χαράς, αναγνώρισης και δεσμού.

Το κούνημα της ουράς είναι η απάντηση στην παρουσία σου. Είναι η επιβεβαίωση ότι κάποιος σε περιμένει όχι για αυτό που έχεις, αλλά για αυτό που είσαι.

Στον κόσμο των συναλλαγών, όλα έχουν τιμή. Στον κόσμο των σχέσεων, όμως, υπάρχουν πράγματα που έχουν μόνο αξία. Και η αξία δεν αποτιμάται σε νομίσματα· σμιλεύεται με χρόνο, συνέπεια και φροντίδα. Χτίζεται με την καθημερινή παρουσία, την αξιοπιστία και τη σιωπηλή αφοσίωση.

Η εποχή μας συγχέει συχνά την κατοχή με την αγάπη. Νομίζουμε ότι επειδή μπορούμε να αποκτήσουμε κάτι, μπορούμε και να το οικειοποιηθούμε συναισθηματικά. Μα η εμπιστοσύνη, η φιλία, η αφοσίωση —όπως ακριβώς και το κούνημα της ουράς— είναι δωρεές. Δεν πωλούνται.

Ίσως τελικά ο Billings, με το ιδιότυπο χιούμορ του, να μας υπενθυμίζει κάτι βαθύτερο: ότι η πραγματική επιρροή δεν αγοράζεται· κερδίζεται. Όπως και η χαρά που νιώθεις όταν κάποιος σε υποδέχεται όχι ως ιδιοκτήτη, αλλά ως τον δικό του άνθρωπο.

Ο θρίαμβοςτης άγνοιας

Η εμπορική επιτυχία της ταινίας του Γιάννη Σμαραγδή με θέμα τον Ιωάννη Καποδίστρια άνοιξε μια συζήτηση σχετικά με τη δημόσια ιστορία. Η ουσία της αφορά το χάσμα που χωρίζει τις απόψεις των «ειδικών» από τη μία, είτε είναι επαγγελματίες ιστορικοί είτε κριτικοί κινηματογράφου, και μιας μεγάλης μάζας θεατών από την άλλη, που συγκινήθηκε και επευφήμησε την ταινία. Η συζήτηση για την ταινία ξεφεύγει από τα στενά όρια του κινηματογράφου και της ιστοριογραφίας: αφορά ένα κεντρικό ζήτημα του καιρού μας, τη θέση της γνώσης στην κοινωνία.

Προφανώς ο «Καποδίστριας» είναι μια μυθοπλαστική ταινία· ούτε ντοκιμαντέρ είναι ούτε επιστημονικό έργο. Δεν μπορεί, λοιπόν, να κριθεί με βάση τα κριτήρια της επιστημονικής ιστορίας. Το κεντρικό πρόβλημα της ταινίας, ωστόσο, δεν είναι η κινηματογραφική της αφέλεια, το γεγονός δηλαδή πως παρουσιάζει τους πρωταγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης σαν «καρτουνίστικες καρικατούρες». Αλλωστε, ο Σμαραγδής ούτε ο πρώτος είναι ούτε και ο μόνος που επιλέγει μια τέτοιου είδους προσέγγιση. Το πρόβλημα της ιστορικής αυθαιρεσίας είναι σύμπτωμα ενός ευρύτερου προβλήματος: η οπτική που υιοθετεί η ταινία είναι απλουστευτική και διαπαιδαγωγεί τους θεατές με βάση το παραπλανητικό δίπολο «άγιοι και δαίμονες», «ήρωες και προδότες».

Προφανώς το δίπολο αυτό διαθέτει μια εγγενή δύναμη, γι’ αυτό και το συναντάμε στην καρδιά πολλών μύθων από τις απαρχές της ανθρωπότητας έως τις ταινίες του Χόλιγουντ. Θα περίμενε όμως κάποιος πως η ισχύς του θα υποχωρούσε παράλληλα με την αυξημένη επίδραση της επιστήμης και τη γενικότερη πρόοδο της ανθρωπότητας. Ποτέ στο παρελθόν, για να δώσω ένα απλό παράδειγμα, δεν είχε ο μέσος πολίτης τόσο μεγάλη πρόσβαση στην πληροφορία όσο σήμερα. Και όμως, οι θεωρίες συνωμοσίας, η μαγική σκέψη και τα απλουστευτικά, διπολικά σχήματα όχι μόνο δεν υποχωρούν, αλλά κερδίζουν έδαφος – όπως και η δυσπιστία απέναντι στην επιστήμη. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Εως σχετικά πρόσφατα, ο κόσμος αποδεχόταν κάποιες επίσημες εκδοχές της Ιστορίας (εθνικές ή κομματικές) ως έγκυρες, χωρίς πολλές σκέψεις, όπως άλλωστε αποδεχόταν και τα πορίσματα της επιστήμης (π.χ. την αναγκαιότητα των εμβολίων). Με άλλα λόγια, η άποψη των «ειδικών» μετρούσε. Προφανώς οι ειδικοί διαφωνούσαν μεταξύ τους, έκαναν πολλές φορές σφάλματα και άλλαζαν γνώμη. Ενίοτε υπέκυπταν και στον πειρασμό της διαφθοράς. Το σημαντικό όμως ήταν πως οι πολίτες σέβονταν, σε γενικές γραμμές, την ιεραρχία της γνώσης. Το να φέρει κανείς τον τίτλο του καθηγητή πανεπιστημίου ήταν σπάνιο και είχε μεγάλο κύρος. Το αξιακό αυτό σύστημα άρχισε να ξηλώνεται σταδιακά μετά τον Μάη του ’68 και την αμφισβήτηση των ιεραρχιών στο όνομα της δημοκρατίας και της ατομικότητας. Η αμφισβήτηση αυτή δεν ήταν απαραιτήτως αρνητική, καθώς οι ιεραρχίες συνοδεύονταν συχνά από επιβολή και σκουριά, ωστόσο με τον καιρό απέκτησε τεράστια δυναμική. Οι θεωρίες της αποδόμησης κυριάρχησαν στις ανθρωπιστικές επιστήμες, ενώ τα μίντια (κυρίως η ιδιωτική τηλεόραση) άρχισαν σταδιακά να επικροτούν τις απόψεις των «απλών ανθρώπων» έναντι της γνώμης των ειδικών. Η ψηφιακή επανάσταση έδωσε τη χαριστική βολή: τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επέτρεψαν και στους πιο αδαείς να αποκτήσουν ένα βήμα αντίστοιχο (ή και πιο ισχυρό) από αυτό των ειδικών. Και καθώς το συναίσθημα συχνά υπερτερεί της λογικής, η απλούστευση είναι πιο πειστική από την περιπλοκότητα και η «κοινή λογική» μπορεί να αποδειχθεί παραπλανητική, το παιχνίδι χάθηκε. Η ισοπέδωση βαφτίστηκε ισότητα και οι μεγάλοι αριθμοί των αδαών κατατροπώνουν τους ειδικούς. Παράλληλα, η μαζική άγνοια έγινε πανίσχυρο εργαλείο στα χέρια των πιο κακόβουλων δυνάμεων. Πώς όμως μπορεί να υπάρξει δημοκρατία υπό τέτοιες συνθήκες; Οι πολιτικές εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ίσως μια πρόγευση του τι έρχεται. Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτή την απειλή; Στο επόμενο κείμενό μου διατυπώνω κάποιες σχετικές σκέψεις.

Στάθης Καλύβας ιστορικός

Η Μεταμφίεση της Απερισκεψίας σε «Ανάγκη»

Σε περιβάλλοντα εξουσίας, η αποτυχία ενός ρίσκου σπάνια αναγνωρίζεται ως λάθος εκτίμηση. Αντίθετα, βαφτίζεται «αναγκαία θυσία» ή «αστάθμητος παράγοντας». Ο ηγέτης που στερείται της ταπεινότητας (που θεωρείται ως πυλώνα της ηγεσίας) θα χρησιμοποιήσει το ρίσκο ως άλλοθι για την έλλειψη προετοιμασίας του..