Αν οι Ουκρανοί είχαν ρεφλεξ

•Δεν έχουν Δυσκίνητη,εγκλωβισμένη ηγεσία.Γιατι αν είχαν το ποιος εναι ισχυρός και ποιος ανίσχυρος θα γινόταν πολύ σχετικό ,όπως συχνά συμβαίνει στην ιστορία αλλά και στη φύση.Θα μπορούσαν εύκολα να πουν στον Τραμπ.Δεν χρειαζόμαστε τη βοήθεια σου,αφού το πας έτσι,για να παραδοθούμε.Το κάνουμε και μόνοι μας.Μας φτάνει ένας εχθρός δεν θέλουμε και δεύτερο.Αντε γεια σου.

Μεινε με..τη μπουλντοζα..στο χέρι.Γιατι αν το κάνουμε μόνοι μας θα περισώσουμε κάποια από τα πολύτιμα ασημικά, τα ορυκτά μας ,τα οποία θες να μας πάρεις τζάμπα και να μας υποδουλώσεις.Οι Ρώσοι είναι πιο συμφερτικοι κατακτητές.Θα γλιτώσουμε τη διπλή προσάρτηση που επιδιώκεις.Το 20% στους Ρώσους και το υπόλοιπο προτεκτοράτο της πλάκας στα χέρια του Τραμπ;Δεν το θέλουμε αυτό.Γιατι μετά από 10 χρόνια που ξέρεις.Μπορει να μπούμε και στην ΕΕ αν υπάρχει.Το ΝΑΤΟ μπορεί να μην υπάρχει.Οι καιροί αλλάζουν.Και για να το βάλουμε κάτω στο ψυχρόαιμο ζύγι αυτό το 20%.Ποιο 20%;
•Η Κριμαία έπεσε αμαχητί το 2014.Με υγιεινό περίπατο του Ρωσικού στρατού.Η Δύση είχε αφωνία.Είχα πάει εκεί προ του 2014.Ομορφο μέρος ως φύση.Στη Σεβαστούπολη ναυλοχουσε με ειδικό καθεστώς ο Ρωσικός στόλος.Οι Ρώσοι ναύτες έκοβαν βόλτες και έτρωγαν μπλινι.Η αντιπαλότητα Ρωσόφωνων και Ουκρανοφωνων ήταν φανερή στους δρομους
και υπόκωφη.Η Σβετλάνα ,Ρωσίδα της Κριμαιας,έβγαζε αφρούς με τους Ουκρανούς.Μίσος.Δεν άκουγε κουβέντα.Κτηνη,αμόρφωτοι,ναζί και άλλα κοσμητικά.Στην αναμνηστική πλάκα στη Γιάλτα είχαν βάλει πρώτο τον Στάλιν και μετά τον Ρουσβελτ.Και για να μη χαλάσουν την αλφαβητική σειρα έγραψαν Ctalin και όχι Στάλιν.Ετσι ο Στάλιν απέκτησε το αλφαβητικό πλεονέκτημα στο μνημείο.Ειχαμε γελάσει με αυτό.Στα υψώματα όμως αγαστή σύμπνοια Ρωσων και Ουκρανων.Κοινο πολιτιστικό background .Κατι επαύλεις που δεν είχα ξαναδεί πουθενά .Απιστευτης χλιδής, άλλες αρχιτεκτονικά ενδιαφέρουσες και άλλες η αποθέωση του κιτς.Ουτε στο Χόλυγουντ ούτε στο Μαιαμι τέτοια χλιδα.Οι Ουκρανοί και Ρώσοι ολιγάρχες είχαν γειτονιά τρόπος του λέγειν και αρμονική συμβίωση.

Μετα το 2014 οι Ουκρανοί ολιγάρχες πήραν των ομματιών τους.Πανε οι επαύλεις.Μεγα δράμα.Λιγο πιο βόρεια το συμπαθές έθνος των Ταταρων με το ,δηλωτικό της ταυτότητας του ,παλάτι του Χαν στο Μπαχτσισαραι όπου και το συντριβάνι των δακρύων που ενέπνευσε τον Πούσκιν.Οι Ταταροι δεν γούσταραν ούτε τους Ουκρανούς ούτε τους Ρώσους.Ζητω το Ταταρσταν.Μονο εμεις δεν έχουμε διεκδικήσεις αν και αρχαία Ταυριδα.Στην Οδησσό,εκτός Κριμαιας,μας έλεγαν οι Ελληνες του συλλόγου για τον ξεριζωμό από τον Στάλιν στη Σιβηρια και τον διπλό νόστο.
•Όσο για το Ντονμπάς;φριχτό μέρος να ζεις.Ορυχεια ,μόλυνση και φτώχεια.Μεγαλο μέρος του το είχαν οι Ρώσοι ως γνωστόν και πριν το πόλεμο με παλαιοκομμουνιστικες ηγεσίες.Λαικη Δημοκρατια του Ντόνετσκ και Λαϊκή Δημοκρατία του Λουγκανσκ.Δεν το προσαρτούσαν για να έχουν τους Ουκρανούς σε μόνιμη εμφύλια μπριζα.Τωρα το θέλουν όλο.Δυστυχως πήραν την ιστορική Μαριούπολη,Μελιτοπολη κλπ ελληνικά τοπωνύμια.
•Ποιο 20% επομένως;Κόψτε κάτι.
•Νίκη η ηττα;Οταν σου επιτίθεται μια υπερδύναμη με στόχο σε μια βδομάδα να κατακτήσει το Κιέβο και να εγκαταστήσει κυβέρνηση αχυρανθρώπων ,ελέγχοντας το σύνολο της Ουκρανίας και αντέχεις 3 χρόνια,έχεις διαολοστείλει την τεράστια φάλαγγα των αρμάτων,διατηρείς την ανεξαρτησία σου και έχεις την παγκοσμιότητα υπέρ σου έχεις νικήσει δεν έχεις χάσει.
•Αρκεί να έχεις ρεφλεξ και διορατικότητα.Γιατι αν δεν έχεις η νίκη μετατρέπεται σε ήττα.Γιατι αυτό συνέβη.Τη στιγμή που έπρεπε το μέτωπο να κλείσει οι Ουκρανοί άκουσαν τους Αμερικανούς και τον Τζόνσον που ανέξοδα τους εξώθησαν για να αποδυναμώσουν τη Ρωσία.Τωρα πληρώνουν τα επίχειρα της ανοησίας.Μιας ακόμα άθλιας αμερικανικής αδυναμίας να κάνουν τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης.Τα ανίκανα γιαπακια της C.I.A. και του Πενταγώνου που νομίζουν ότι οι συγκρούσεις λύνονται με ασκήσεις επί χαρτου και ότι παίζουν σκάκι.Δυστυχως όμως τη νύφη την πληρώνει ο δυτικός κόσμος εν τω συνολω του και η Ευρώπη περισσότερο.Δεν είναι τόσο το έδαφος που τρομάζει.Τρομαζει η νίκη του αυταρχισμού κατά της δημοκρατίας και το νέο του μέτωπο.Pax Ρώσο Αμερικάνα.

Πάνος Μπιτσαξής

Ὁ ἀλ­λή­θω­ρος κα­θη­γη­τής -διήγημα-

ΟΤΑΝ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ποὺ γνώ­ρι­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴν κτη­νώ­δη ὄψη τῆς ζω­ῆς. Τὸ ἐνο­ρια­κὸ σχο­λεῖο λει­τουρ­γοῦ­σε σὲ ἕνα κα­κά­σχη­μο καὶ πα­λιὸ σπί­τι, ποὺ τὸ ἀπο­τε­λοῦ­σαν με­γά­λες πα­γω­μέ­νες αἴ­θου­σες. Ἡ αὐ­λή, ἂν καὶ με­γά­λη, ἐπει­δὴ ἦταν πε­ρι­κυ­κλω­μέ­νη ἀπὸ ψη­λοὺς τοί­χους, ἦταν πιὸ κρύα καὶ πε­ρί­ερ­γη ἀπὸ τὶς αἴ­θου­σες. Ἐπι­πλέ­ον ἦταν σὰν πλα­κω­μέ­νη ἀπὸ τὴ σκιὰ τῆς δι­πλα­νῆς ἐκ­κλη­σί­ας. Ἡ φυ­σιο­γνω­μία αὐ­τῆς τῆς αὐ­λῆς θὰ εἶ­ναι γιὰ πάν­τα ἀναλ­λοί­ω­τη στὴ μνή­μη μου. Ἀπὸ ἐκεί­νη τὴν ἐπο­χὴ ἔχω μό­νο ἀνα­μνή­σεις ἀπὸ εἰ­κό­νες. Ἴσως μᾶς δί­δα­σκαν καὶ κά­τι. Ὁ κα­θη­γη­τὴς ἦταν ἕνα ἄτο­μο ξαν­θό, ἀλ­λή­θω­ρο, χα­μη­λοῦ ἀνα­στή­μα­τος, ἀπο­λύ­τως πα­γε­ρό. Πά­τα­γε μὲ τὴ μύ­τη τῶν πο­διῶν του καὶ φώ­να­ζε ἀκα­τά­παυ­στα. Δὲ χα­μο­γε­λοῦ­σε οὔ­τε γιὰ ἀστεῖο. Τί ἐξαί­ρε­τος δε­σμο­φύ­λα­κας θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει.

       Μό­λις χτύ­πα­γε τὸ κου­δού­νι, ὁ βα­σα­νι­στὴς ἐμ­φα­νι­ζό­ταν στὴν αὐ­λὴ τρί­βον­τας τὰ χέ­ρια. Στοι­χι­ζό­μα­σταν βια­στι­κὰ καὶ πη­γαί­να­με στὴν αἴ­θου­σα τρέ­μον­τας γιὰ αὐ­τὸ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ συμ­βεῖ. Τὸν μι­σού­σα­με μὲ ἐν­θου­σια­σμὸ καὶ ἐξα­σκού­σα­με τὸ μυα­λὸ εὐ­χό­με­νοι γιὰ αὐ­τὸν τὰ πιὸ εἰ­δε­χθῆ δυ­στυ­χή­μα­τα· ἀλ­λὰ ὁ βάρ­βα­ρος ἦταν πάν­τα ὄρ­θιος, ρο­δα­λός, εὐ­κί­νη­τος καὶ μὲ μιὰ προ­κλη­τι­κὴ ὑγεία. Στὴν αἴ­θου­σα βα­σί­λευε νε­κρι­κὴ σι­γή… Κοι­τα­ζό­μα­σταν μὲ βλέμ­μα γε­μᾶ­το εὐ­λά­βεια καὶ με­τά, ἀκί­νη­τοι καὶ μὲ τὴν καρ­διὰ νὰ σπά­ει, πε­ρι­μέ­να­με τὸ τρο­με­ρὸ λε­πτό.

       Ὁ ἀλ­λή­θω­ρος ἴσιω­νε τὰ ξαν­θὰ μαλ­λιά του καὶ κοί­τα­ζε μὲ προ­σο­χή. Με­τὰ ἄρ­χι­ζε νὰ λέ­ει τὸ μά­θη­μα μὲ τὸ κε­φά­λι σκυμ­μέ­νο πά­νω στὸ τε­τρά­διο ση­μειώ­σε­ων. Συ­νή­θι­ζε νὰ βή­χει· πο­τὲ ὅμως τό­σο ὥστε νὰ συμ­με­τέ­χουν σὲ αὐ­τὸ οἱ πνεύ­μο­νες.

       Ἄτυ­χο ἦταν τὸ παι­δὶ ποὺ δὲν εἶ­χε κά­νει τὴν ἐρ­γα­σία του. Ὁ ἀλ­λή­θω­ρος, χω­ρὶς νὰ κα­τσου­φιά­σει κα­θό­λου, ἀλ­λὰ καὶ χω­ρὶς νὰ ἀκού­σει καὶ κα­μιὰ δι­καιο­λο­γία, τὸ διέ­τα­ζε νὰ πά­ει μπρο­στὰ στὸν πί­να­κα καὶ αὐ­τὸ ἄρ­χι­ζε νὰ πα­ρά­γει ὅλους τοὺς τό­νους τοῦ κλα­ψου­ρί­σμα­τος. Καὶ ἐμεῖς αἰ­σθα­νό­μα­σταν κυ­ριευ­μέ­νοι ἀπὸ τὴν πιὸ ἀβά­στα­χτη τῶν ἀνη­συ­χιῶν.

       Ὁ βα­σα­νι­στής μας ἄνοι­γε τὸ γρα­φεῖο του καὶ ἔψα­χνε. Ἀνα­κά­τευε τὰ χαρ­τιὰ μὲ τὴν ἄνε­ση κά­ποιου ποὺ βρί­σκε­ται μό­νος· ἀλ­λὰ ὅταν ἔβρι­σκε τὸ γάν­τι, στὸ πρό­σω­πό του ἐμ­φα­νι­ζό­ταν μιὰ σκιὰ ἱκα­νο­ποί­η­σης.

       Ὁ με­τα­νιω­μέ­νος, ὅσο χρό­νο κρά­τα­γε ἡ ἀνα­ζή­τη­ση, κλα­ψού­ρι­ζε μὲ συγ­κε­κρι­μέ­νο τρό­πο. Ὅταν ὁ τό­νος κα­τέ­βαι­νε καὶ ἔμοια­ζε νὰ σβή­νει, ἦταν σί­γου­ρο ὅτι στὴν ψυ­χή του δυ­νά­μω­νε ἡ ἐλ­πί­δα νὰ σω­θεῖ.

       Ἀπὸ τὰ θρα­νία μας μπο­ρού­σα­με νὰ ἀκο­λου­θή­σου­με μὲ ἀπό­λυ­τη ἀκρί­βεια τὶς κι­νή­σεις τοῦ κα­θη­γη­τῆ. Ἡ ψυ­χι­κή μας σύμ­πνοια ἦταν ἐκ­πλη­κτι­κή. Ἐὰν οἱ κι­νή­σεις του ἦταν με­τρη­μέ­νες, ἡ κλά­ψα τοῦ θύ­μα­τος ἔπαι­ζε σὲ χα­μη­λὲς νό­τες καὶ ὁ ρυθ­μὸς τῆς καρ­διᾶς μας ὀμα­λο­ποιεῖτο. Ἀλ­λά, ἂν τὸ χέ­ρι τεν­τω­νό­ταν μὲ ὁρ­μὴ μέ­χρι τὸ βά­θος τοῦ συρ­τα­ριοῦ, ἡ κλά­ψα φού­σκω­νε τὸ στῆ­θος τοῦ μα­θη­τῆ καὶ κέρ­δι­ζε χῶ­ρο χω­ρὶς νὰ σέ­βε­ται κα­μιὰ ἐν­διά­με­ση νό­τα καὶ ἐμεῖς παύ­α­με νὰ ἀνα­πνέ­ου­με.

       Γιὰ τὸν ἀλ­λή­θω­ρο ἦταν λό­γος με­γά­λης τα­ρα­χῆς, με­τὰ ἀπὸ τὴν ἐσπευ­σμέ­νη προ­ώ­θη­ση τῶν δα­κτύ­λων του, νὰ μὴ βρεῖ τὸ ἐρ­γα­λεῖο. Εἶ­ναι σί­γου­ρο ὅτι στὸ τέ­λος κα­τά­φερ­νε νὰ ἐπι­βλη­θεῖ, ἀλ­λὰ οἱ ἀμ­φι­βο­λί­ες τὸν ἐμ­πό­δι­ζαν.

       Δὲν ξέ­ρω ἂν ἀπὸ ὑπο­κρι­σία ἢ γιὰ ἀν­τι­πε­ρι­σπα­σμό, ἀνα­φω­νοῦ­σε μὲ δυ­να­τὴ φω­νή:

       — Τε­λι­κά… τὸ γάν­τι ἔχει ἐξα­φα­νι­στεῖ.

       Καὶ πα­ρέ­με­νε σκε­φτι­κός.

       Ὁ μα­θη­τὴς πα­ρα­κα­λοῦ­σε μὲ τὴ σει­ρά του

       — Κύ­ριε…Συγ­χω­ρεῖ­στε με… σᾶς ὁρ­κί­ζο­μαι ὅτι…

       Ἐπέ­στρε­φε ὁ ἀλ­λή­θω­ρος ἀπὸ τὸν κό­σμο του χτυ­πῶν­τας μὲ τὴν ἄκρη τῶν δα­κτύ­λων του τὸ μέ­τω­πο:

       — Ἄ…, χτὲς ὅμως τὸ φύ­λα­ξα στὸ ἄλ­λο συρ­τά­ρι!

       Ὅταν πλη­σί­α­ζε μὲ τὸ γάν­τι, ὁ μα­θη­τὴς ἔσκου­ζε, ἔκλει­νε τὰ μά­τια, χτυ­πιό­ταν. Ἔβγα­ζε κραυ­γὲς ποὺ ἔσκι­ζαν τὰ σω­θι­κά. Ἔκρυ­βε τὰ χέ­ρια του στὴν πλά­τη, γο­νά­τι­ζε, ζη­τοῦ­σε συγ­χώ­ρε­ση, με­τερ­χό­ταν κά­θε ἔκ­φρα­ση ἀνημ­πο­ριᾶς. Δυ­στυ­χῶς ἀνώ­φε­λα. Ὁ ἀλ­λή­θω­ρος, ἀπτόη­τος καὶ ψυ­χρός, τὸν διέ­τα­ζε νὰ δεί­ξει τὸ χέ­ρι ἀνοι­χτό.

       Καὶ τὸ γάν­τι ἀνέ­βαι­νε καὶ χτυ­ποῦ­σε…

       Οἱ κραυ­γὲς δο­νοῦ­σαν τὰ τζά­μια, ἀν­τη­χοῦ­σαν στοὺς τοί­χους τῆς αὐ­λῆς καὶ σι­γὰ-σι­γὰ ἔσβη­ναν στοὺς ἔρη­μους δρό­μους.

ΧΟ­ΣῈ ΣΆΝ­ΤΟΣ ΓΚΟΝ­ΖΆ­ΛΕΣ ΜΠΈ­ΡΑ 

Πηγή: neoplanodion.gr

Στρατηγέ το τανκς σου
Είναι δυνατό μηχάνημα
Θερίζει δάση ολόκληρα
Κι εκατοντάδες άνδρες αφανίζει
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα
χρειάζεται οδηγό

Στρατηγέ το βομβαρδιστικό
Είναι πολυδύναμο
Πετάει πιο γρήγορα απ’ τον άνεμο
Κι απ’ τον ελέφαντα σηκώνει βάρος πιο πολύ
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα
χρειάζεται πιλότο

Στρατηγέ ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ
Ξέρει να πετάει
Ξέρει και να σκοτώνει
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα
ξέρει να σκέφτεται…