Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις!

Τώρα και στα αγγλικά από το Amazon ..

Έγραψαν για το βιβλίο:

Από την εφημερίδα ΒΗΜΑ,

Το ξερίζωμα

1990.

Δυο φίλοι, με τις συζύγους τους, ξεκινούν με το αυτοκίνητο από την Αθήνα και, μετά από ένα ταξίδι τεσσάρων ωρών, φτάνουν στη λίμνη του Μόρνου. Όμως δε βλέπουμε όλοι τα ίδια πράγματα, ακόμη και όταν αντικρίζουμε κάτι όμορφο. «Στα δικά μου μάτια, αυτή η πανέμορφη εικόνα, που εσείς θαυμάζετε, μοιάζει σαν τεράστιο νεκροταφείο στο οποίο έχει θαφτεί ένα ειδυλλιακό τοπίο, μια παραδεισένια κοιλάδα και, να προσθέσω το σημαντικότερο, ό,τι πιο πολύτιμο μπορεί να έχει ο άνθρωπος: Οι αναμνήσεις και τα βιώματά του. Μην ξεχνάτε ότι στον βυθό αυτή της λίμνης ήταν το σπίτι που γεννήθηκα και μεγάλωσα, σε αυτό το βυθό έχουν θαφτεί τα πρώτα 18 χρόνια της ζωής μου..».

Εν προκειμένω, στο πρώτο διήγημα της συλλογής Θαμμένα όνειρα, Ζωντανές αναμνήσεις, ο αφηγητής ταυτίζεται με τον συγγραφέα Κωσταντίνο Γ. Μπερτσιά. Η τεχνητή λίμνη που καλύπτει μία έκθεση 16 τετρ. χιλιομέτρων στο κέντρο σχεδόν του νόμου Φωκίδος, άρχισε να κατασκευάζεται το 1972 και από το 1981 εξασφάλισε την υδροδότηση σε εκατομμύρια κατοίκους της Αττικής και όχι μόνο.

Το βιβλίο αυτό διερευνά το τίμημα που έχει το συγκεκριμένο έργο για εκείνο τον τόπο και τους ανθρώπους του, ένα τίμημα, πολιτισμικό και υπαρξιακό, πέραν της οικολογικής παραμέτρου. Έχουν μεγάλο ενδιαφέρον οι αφηγήσεις αυτές, όχι μόνο επειδή εποπτεύουν το ιστορικό υπόβαθρο αλλά και γιατί δείχνουν πως ένα δεδομένο τραύμα, ένα ξερίζωμα σκεπασμένο από νερό, διαμορφώνει ταυτότητες, ατομικές και συλλογικές.

Ο Γιώργος Σεφέρης διαποτίζει τις σελίδες: «να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό».

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΕΚΟΣ

Το ΒΗΜΑ /ΒΙΒΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗ 26/12/2021.

Διήγημα του Γιάννη Σκαρίμπα: ο θείος από την Γκιώνα.

Ο άλλος χαμογέλασε, ρίξαντας μια ντροπερή ματιά προς τα μένα.

— Ο θείος μου, μου κάνει, απ’ την Γκιώνα. Είχ’ έρθει να μας δει και τώρα φεύγει. Τάχει με τον Δήμαρχο!

Απομείναμε οι δυο μας… Αραιοί οι επιβάτες και διάσπαρτοι, ενώ και η «Ταχεία» ξεκινούσε. Αυτός σταυροκοπήθηκε: «Αϊλιά μ’»… τον άκουσα.

Κοίταξα τον άνθρωπό μου καλύτερα. Στην κεφάλα του αψηλά – ίδια η υδρόγειος! – χρέη καπέλου του εξετέλαε μια σκούφια. Δεν ήταν μεγαλύτερη απόνα πιατέλο του τσαγιού. Μόνο ότι ήταν μέσ’ στη λίγδα… Στο κούτελό του, έως τα φρύδια του, μαυρόπυκνη έπεφτε των μαλλιών του η απλάδα. Και κάτω από τη μύτη του (τέλεια ρυθμού ελληνικού) έπεφτε – κατωφερώς στο πιγούνι του – η μουστάκα. Το «όλον» του σου ‘φερνε στην ιδέα σου μαντρόσκυλους, απ’ αυτούς που γυροφέρνουν και βαδίζουνε στις στρούγκες.

Μα γι’ αυτόν αλλού έβρεχε. Στηρίχτηκε με τις φούχτες στην γκλίτσα του κι άρχισε να σιγοτραγουδάει ένα χαβά του:

«… Κιτρουλεϊμουνιά, ορέ κιτρουλεϊμουνιά

κιτρουλεϊμουνιά κι μαντζουράνα μου…»

Για ιδές, λέω, κόσμος που ούδε τον υποπτευόμαστε καν. Τούτος ο άνθρωπος ζη τουλάχιστον στον αιώνα που πέρασε και ζη ευχαριστημένος. Ενώ εμείς…

***

— Για πού με το καλό; τον αρωτάω.

— Για του Μπράλλου.

— Κατάγεσαι αποκεί;

— Πιο ζερβά, απ’ την Γκιώνα. Θες να μάθ’ς; Απ’ τη Σ’κιά άιν τ’ν ξέρεις. Δωριέας είμι.

— Κοντά στην Αμφισσα;

— Πώς μου τ’ν είπες;

— Μαθές απ’ τα Σάλωνα;

— Ε, πιο πάν’ λ’γάκι. Σ’ είπα, απ’ την Γκιώνα.

— Κι επαγγέλλεσαι;

– Πώς μ’ τόπες;

— Δηλαδή τι δουλειά κάνεις;

— Δ’λειά; Να, τσοπάνος.

— Είσαι τσέλιγκας;

— Δεν έχου τόσα, μα με φτάν’ ν.

— Είσαι παντρεμένος;

— Ιέχου τη Γιουργούλα μ’.

— Παιδιά έχεις;

— Ιέχου ανηψούδια. Το π’δί που κατέβηκε ανηψούδι μ’ είνι.

— Κι είχες έρθει να τον δεις;

— Ιγώ τουν χάλεψα να με βάλ’ σε μια θέσ’.

— Και δε σ’ έβαλε;

— Αστα!, άστα!, μην τα μουλουγάς… Και μην τα κραίν’ς.

Την ίδια στιγμή μπαίνει ο κοντρολέρ των εισιτηρίων με το «τρυπησιόν» του στο χέρι: «Παρακαλώ, τα εισιτήρια».

Τρύπησε το δικό μου και μου τόδωσε. Πήρε και του φίλου… «Μα το εισιτήριό σας, του κάνει μετά γοργή παρατήρηση, είναι για την “τακτική” αμαξοστοιχία! Αυτή εδώ είναι η “Ταχεία”!. Θα πληρώστε τη διαφορά!».

Ο άνθρωπός μου τον τήραξε. Ηταν κάτι τις το απερίμεντο. «Θαύμα ατραξιόν!»… συλλογίστηκα.

— Θα πληρώστε τη διαφορά, ξαναλέει. Κι άνοιξε να το συμβουλευτεί ένα κιταπάκι.

— Μαθές;… κάνει ο άμοιρος. Π’δής τρέχει αυτό θέλ’ς να μ’ πεις;

— Φυσικά.

— Ορέ π’δί μ’ ποιος του βιάζ’; Θέλ’ κι τρέχει. “Ας πααίνει αγαλιώτερα… τι ευκή, πααίνει σαν να του βάλαν νέφτ’ στουν κώλου;

— Τι λες, ρε μπάρμπα! του κάνει ο υπάλληλος. Δε βιάζεσαι συ, βιάζονται οι άλλοι.

— Ας πλερώσουν αυτοίνοι!. τι με φουρτών’ς ιμένα;

Τελοσπάντων τα κανόνισα εγώ. Πλήρωσα εγώ τη διαφορά. Κι ο υπάλληλος έφυγε. Ο συνταξιδιώτης μου βόλεψε ήσυχα – ήσυχα το στο πλάι του τράστο του κι απέ, ως νάχε βρει εκειδά το δίκιο του: «Αμ δι σφάξανε! μου κάνει. Για κορόιδο μι πέρασε;»

***

–(…)Μα τι απόγινε για τη θέση σου δε μου πες.

— Αφ’ σι να φάω ψμι και σ’ λέω.

Κι άρχισε να ματσουλάει κάμποση ώρα…

…– «Θ’νά τ’ γάμαγα τ’ μάνα!, κάνει ως απόφαγε, αλλά ας έχει χατήρ’ τ’ ανηψουδιού μου. Τη “θέσ'” ιγώ τη διάλεξα, αλλά το ανηψούδι μ’ το θ’ κο του: “Δε σ’ κάνει αυτήνη η δ’λειά, θείγιε μ'”, επίμενε. “Ουόχι, τ’ λέου. Είσι ή δεν είσι ανηψούδι μ’; Ιγώ αυτήνη θέλου!.”. Μίλησε του κυρ – Δήμαρχου κι του προυί πάω μπονώρα. Στέκουμαι στη σιδερένια ανέμη κι όποιους έμπαινε μέσα – χαρτάκι: ένα κομμάτ’ ιγώ ιφημερίδα – μια δραχμούλα αυτός στο χέρι μ’. Σ’ λέου δ’λειά κιλεπούρ’!…».

Η περιέργειά μου ήταν άφταστη!. «… Δεν είχα παράπονο, τον ακώ να συνεχίζει, ούλ’ πλέρωναν. Ούλοι ιβγινείς, ούλ’ κύριοι, κάναν τι κάναν κι απέ φεύγανι».

— Δε μου χαρίζεις τ’ όνομά σου; του λέω, μπάρμπα…

— Γιώργους! μου κάνει.

— Μπαρμπαγιώργο, του λέω, αυτή η δουλειά, αυτό το μαγαζί, πού ακριβώς βρίσκεται;

— Ξέρω να σ’ πω; σε μια πλατέα όμως είνι. Ιέχει κάτι σκαλάκια και κατιβαίνεις ‘σακάτου. Ούλο καθρέφτες κι πορτούλες είνι τ’ άτιμου. Σ’ λέου κιλεπούρ’!…

***

«Ας καθόσουν, του λέω, ας μην έφευγες. Η δουλειά καλή ‘ταν» του κάνω.

— Ιγώ έφυγα για μι σκόλασαν; Και θ’ να τ’ γάμαγα τη μάνα, αλλά για χατήρ’…

— Τι συνέβηκε, ρε μπάρμπα;

— Ακ’ ν’ ακούεις.

Κι ήμουν όλος αφτιά. Η «ιστορία» έγιν’ έτσι:

Σε κάνα δυο ώρες – λέει – η περιέργεια δεν τον άφηνε. Δεν κύτταε να δει το μαγαζί; Δεν άνοιγε μια πορτούλα να δει μέσα; «Ανοίγου ένα καμαρίνι – λέει – Και τι να ιδώ; Εναν θεουκιρατά μισοκαθιστόν να κάνει εκεί το… χοντρό του!»

Η καταπλαή του – λέει – δε λέγονταν. «Τι κάν’ς αυτού ρε;» τ’ λέου. Λέει. «Τ’ν ανάγκη μ’!».

— Κι ήρθις ιδώ να βγάλ’ς το σβέρκου σ’; του κραίνω. «Αμ’ πού να πάω;» μ’ αποκρίνιτι.

— Χάθ’καν όρε, του λέου, τα γρασίδια;

Και τον αρπάζει απ’ τον σβέρκο. «Οξου όρε θεουκιρατά… παλιοτόμαρου!».

Και τον αρχινάει στις κλωτσιές. Ξεκουμπίστηκε αυτός, φοβερίζοντας ότι θα διαμαρτυρηθεί του Δημάρχου.

— Πού θα μ’ πας; του λέου. στον κυρ-Δήμαρχου; Αμ’ ιμένα ποιος μ’ έβαλι ορέ όρνιου εδωδά; Ο κυρ – Δήμαρχος δε μ’ έβαλι; Χάι-Χάι ορέ χαϊβάνι!.

«… Αχ!- Αχ!.. Αχ!.. Και κοντά;» Θα τρελαίνομαν…

Μα αυτός αλλού βρέχει. Είχε εξαγριωθεί τώρα κι άστραφταν μαύρες στράψες τα μάτια του, ενώ και τη μουστάκα του – στρίβοντας – την είχε κάμει ως τσιγκέλι!.

… «Στο παρακάτω, λέει, καμαρίνι πάλ’ τα ίδια!». Αλλον φουκαρά εκεί άρπαξε σαν «κισέμ’» από τον σβέρκο!. «Μάιδε τα σουρέλα του, λέει, δεν πρόφτασε να συμμάσει ο θεοτούμπης!»… τον έσυρε ως πάνω στο πεζοδρόμιο, σαν – προς σφαγή – κάνα κριάρι!.. Εκεί στο ρείθρο τον προυμούτισε!.

— Τι του πέρασις ιδώ ορέ… (του «φούγιαζε»). Για χισαριό ορέ γ’ρούν’; Στραβουμάρα είχες να ιδείς τι γράφει πάνω;

— Τι γράφει; κάνει (ανάσκελα) ο άλλος.

– Τι γράφ’; τρομάρα σ’… Αποχωρητήρια!.. γράφ’ ορέ αγράμματι… Καθρέφτις γυροβουλιά ‘χει μέσα και βρυσούλες!.

Τι θες, τι γυρεύεις… Κόσμος μαζεύτηκε, χάζι γύρω οι μάγκες. Και νάσου ένας πόλισμαν: «τι συμβαίνει; τι έγινε;».

–Μα…

— Μπρος, στο Τμήμα.

— Θα…

— Σκασμός!

Να μη μου τα «πουλυλουγάει» τον απέλυσαν. Δυόμισι ώρες ήταν η «υπερεσία» του όλη-όλη. Ο κυρ – Δήμαρχος… και θ’ να τ’ γάμαε τη μάνα!..

Η επόμενη στάσις το Μπράλλο… ακούστηκε η φωνή απ’ το μεγάφωνο: οι εκ των κυρίων κυρίων επιβατών…

Στο άκουσμα ο Μπαρμπαγιώργος βρέθ’κε όρθιος κι άρπαξε το ταγάρι του απ’ τον γάντζο. «Μη βιάζεσαι, του κάνω, έχουμ’ ώρα».

— «Αν’τρο δε θα τ’ς μείν’ τση Γιουργούλας μου, π’ να τση μουλουγάω για του τραίνου… Τραίνου ιμάς ικεί είν’ τα π’δάρια μας!»

— Και πώς θα της το περιγράψεις, ρε Γιώργο;

– Αντίσκαστου όπως είν’ και του γλέπ’ς: «Μιαν αράδα κ’τάκια, κ’τάκια, κ’τάκια κι μπρουστά ένα μαγερειό πού τα πααίνει!».

«Φτάνει, για το θεό!.» κάνω κι έπιασα σφιχτά την κοιλιά μου. Χιουμοριστικώτερη, σε δέκα λέξεις, παράσταση δε θα μπορούσε να υπάρξει – του τραίνου. Η διαφορά ήταν ότι δεν έκανε χιούμορ ο άνθρωπος, αλλά ανήξερα, σαν του Μολλιέρου τον χωριάτη, έκανε πρόζα. Επεσα χάμω και …κλώτσαγα. Θα μ’ έπαιρνε στον λαιμό του ο θεοτούμπης!.

Βιογραφικό Του Γιάννη ΣΚΑΡΙΜΠΑ

Γεννήθηκε το 1897 στην Αγία Ευθυμία Παρνασσίδας. Ξεκίνησε να σπουδάζει φιλοσοφία στην Αθήνα, αλλά εγκατέλειψε το Πανεπιστήμιο για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του έζησε στη Χαλκίδα όπου εργάστηκε ως εκτελωνιστής. Αρχισε να δημοσιεύει διηγήματα σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής και σε ένα διαγωνισμό που διοργάνωσε το λογοτεχνικό περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα» κέρδισε το πρώτο βραβείο για το διήγημά του «Ο Καπτάν Σουρμελής και ο Στουραΐτης». Υπήρξε πολυγραφότατος και εκκεντρικός. Μέσα από τη γραφή του καυτηρίαζε τα κακώς κείμενα και τα πνευματικά ήθη της εποχής του. Εγραψε διηγήματα, ποιήματα, δοκίμια και θέατρο. Τα πιο αντιπροσωπευτικά του έργα είναι: «Μαριάμπας», «Εαυτούληδες», «Το σόλο του Φιγκαρό», «Το Βατερλώ δύο γελοίων», «Το θείο τραγί», «Το 1821 και η αλήθεια». Τα θεατρικά: «Η Γυναίκα του Καίσαρος», Τα καγκουρώ», «Η κυρία του τραίνου» κ.ά. Πέθανε στη Χαλκίδα το 1985.

Η νέα αριστερά ή κεντροαριστερά και η φυσική

•Για να ερμηνεύσεις τα δρώμενα στην Νέα Αριστερά,του 1,λίγο %,το μόνο καταφύγιο είναι ο Αϊνστάιν.Ειναι ο νόμος της διεμπλοκης.Δυο σωματίδια μπορούν να παραμένουν συνδεδεμένα παρά το ότι απέχουν πολύ μεταξύ τους.
•Στην ευρύτερη κεντροαριστερά τα πράγματα είναι πιο σύνθετα,πιο φιλοσοφικά,πιο ποιητικά.Εκει το καταφύγιο είναι η θεωρία του χάους.Το χάος δεν είναι αναρχία.Ειναι υψηλής πολυπλοκοτητος τάξη διδάσκει η σύγχρονη φυσική και όχι μόνο.Ειναι και ο Νίτσε.Αν δεν έχεις μέσα σου το χάος πως να γεννήσεις ένα άστρο που χορεύει.
•Πάσχα οσονουπω.Εν αρχή ην ο λόγος μας παραδίδει η Γένεση.Δηλαδη η νόηση,η λογική.Εμεις θα επιμένουμε στην ελληνική παράδοση.Την θεογονία του Ησιόδου.Εν αρχή ην το χάος,το απροσμέτρητον.Εξ αυτού δημιουργήθηκε η Γαία,ο Έρως,και ο Ταρταρος.Ειμαστε στο στάδιο της Γαίας.Ο έρως επεται.Υπομονη.

Πάνος Μπιτσαξής