Στους λόφους της Franciacorta

Ανάμεσα στο Μπέργκαμο και τη λίμνη Ίζεο, οι λόφοι κυματίζουν σαν ήρεμη θάλασσα από αμπέλια. Το φως του απογεύματος γλιστρά πάνω στα φύλλα, κι ο αέρας μυρίζει γη, σταφύλι και βροχή που έρχεται. Εκεί, σ’ ένα πέτρινο αγρόκτημα που λέγεται Al Rocol, ο χρόνος κυλά πιο αργά — με ρυθμό τρύγου και πατητηριού.

Οι οικοδεσπότες μας υποδέχονται με ένα χαμόγελο και ένα ποτήρι αφρώδες Franciacorta. Οι φυσαλίδες του αναδύονται σαν μικρές υποσχέσεις, κι η γεύση του θυμίζει φως και ασβέστη. Περπατάμε ανάμεσα στα κλήματα· τα σταφύλια κρέμονται βαριά, ώριμα, σαν να γνωρίζουν πως ήρθε η ώρα τους να γίνουν κρασί. Στο κελάρι, η σιωπή είναι πυκνή· μόνο ο ήχος από τις σταγόνες του μούστου που κυλούν αργά στις πέτρες θυμίζει ότι η ζωή δεν σταματά ποτέ.

Στο εστιατόριο, κάτω από τις καμάρες, το τραπέζι στρωμένο λιτά: ένα ριζότο με μανιτάρια, λίγο prosciutto, κι ένα μπουκάλι ακόμα να περιμένει. Από το παράθυρο φαίνονται οι λόφοι να σβήνουν μέσα στο σούρουπο, κι η γη να ανασαίνει, κουρασμένη αλλά ευτυχισμένη.

Όταν φεύγουμε, ο ουρανός έχει γίνει βαθύς, σχεδόν πορφυρός. Κι εγώ σκέφτομαι πως η Franciacorta δεν είναι τόπος για να την περνάς βιαστικά. Είναι τόπος που σε μαθαίνει να σταματάς, να γεύεσαι, να θυμάσαι.

Όπως ένα καλό κρασί που θέλει χρόνο για να φανερώσει την ψυχή του.

Χρόνος

Έμαθες κι εσύ αυτό το μυστικό από το ποτάμι; Ότι δεν υπάρχει αυτό που λέμε χρόνος; Το ποτάμι είναι παντού την ίδια στιγμή: και στην πηγή και στην εκβολή και στον καταρράκτη και στο πορθμείο και στο βουνό, παντού, και ότι το παρόν είναι αυθύπαρκτο, όχι η σκιά του παρελθόντος ούτε η σκιά του μέλλοντος.

Έρμαν Έσσε Γερμανός συγγραφέας Νόμπελ 1946

Μπεργκαμό, Οχτώβρης

Στην άκρη της Λομβαρδίας, το Μπεργκαμό μοιάζει με πόλη που ζει σε δύο χρόνους. Η Άνω Πόλη, κλεισμένη μέσα στα ενετικά της τείχη, σε υποδέχεται με καλντερίμια που τρίζουν κάτω από τα βήματα, με πλατείες που θυμίζουν σκηνές θεάτρου και με το καμπαναριό που χτυπά σαν καρδιά αιώνων. Στην Piazza Vecchia ένιωσα να πίνω καφέ παρέα με την Ιστορία: τουρίστες, ντόπιοι, περαστικοί, όλοι μοιράζονταν τον ίδιο χώρο σαν κομπάρσοι σε ένα αόρατο δράμα που παίζεται ξανά και ξανά.

Το βράδυ, ένα πιάτο casoncelli alla bergamasca — ζυμαρικά γεμιστά με κρέας και μυρωδικά, βουτυρωμένα με φασκόμηλο — με έφερε πιο κοντά στην ψυχή της Λομβαρδίας. Η γεύση του ήταν σαν να έκλεινε μέσα της την αλπική δροσιά και τη γη του κάμπου.

Κατεβαίνοντας στην Κάτω Πόλη, τα φώτα έπεφταν στα νεοκλασικά κτίρια και στις στοές, καθρεφτίζοντας το παλιό και το καινούργιο σε μια σιωπηλή συμφιλίωση. Εκεί η πόλη έδειχνε το σύγχρονο πρόσωπό της — ζωηρό, πολύβουο, αλλά πάντοτε με τη σκιά της ιστορίας να την αγκαλιάζει.

Κι έτσι, φεύγοντας, συνειδητοποίησα πως το Μπεργκαμό δεν είναι τόπος που τον βλέπεις· είναι τόπος που τον κουβαλάς. Σαν μυστικό, σαν ανάμνηση που μένει άσβεστη.

Καφέ της Αθήνας με διανοουμενίστικη ιστορία!

Φλόκας, Φωκίωνος Νέγρη

Οι τοίχοι του Φλόκα είναι ακόμα ποτισμένοι από ιδέες, πνευματικές αντιπαραθέσεις και μουσικές που παίζονταν στο ομώνυμο πατάρι. Η Φωκίωνος Νέγρη ήταν το αντιπροσωπευτικό δείγμα της «αμαρτωλής» διανόησης που πάσχιζε να αποκηρύξει τον καθωσπρεπισμό, αλλά δεν απαρνιόταν την αστική καταγωγή της. Εδώ έγραφε τα ημερολόγιά του ο Ζαν Ζενέ και κρατούσε σημειώσεις ο Τάσος Λιγνάδης. Αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς μερικές σελίδες από το Παλίμψηστο, την αυτοβιογραφία του Γκορ Βιντάλ, για να δει τον Φλόκα να στολίζει τις περισσότερες από τις αναφορές του. Στο πατάρι του μαζεύονταν οι «ροκάδες» και οι μουσικοί της εποχής, εδώ συναντιόταν καθημερινά ο Βαγγέλης Παπαθανασίου με τους φίλους του, ενώ τις σκάλες του ανεβοκατέβαιναν τα μέλη των Φόρμιξ.

Θαμώνες: Το διάσημο προφιτερόλ του γεύτηκαν από τον Ανδρέα Μπάρκουλη και την Αλίκη Βουγιουκλάκη μέχρι τον Κώστα Καζάκο και την Τζένη Καρέζη. Ο Εγγονόπουλος περνούσε από εδώ καθημερινά και ο Νίκος Τσιφόρος καθόταν στα τραπεζάκια του, σημειώνοντας όσα έβλεπε. Στα πρώτα χρόνια της καθόδου του στην Αθήνα την περαντζάδα από τα έξω τραπεζάκια χαίρονταν ο Γιώργος Χειμωνάς με τη Λούλα Αναγνωστάκη.

Χαρακτήρας: Από την είσοδο του πιο ονομαστού και δοξασμένου πεζόδρομου της Αθήνας, ο Φλόκας –υπάρχει ακόμα ως Φλοκαφέ– έδινε το στίγμα της μοντέρνας πολυτέλειας και της ποιητικής μοναξιάς. Ως καφέ υπήρξε συνώνυμο με το μοντέρνο lifestyle της δεκαετίας του ’60. Αν τα υπόλοιπα καφέ της Αθήνας φιλοξενούσαν κατεξοχήν φιλήσυχους θαμώνες, ο Φλόκας δεν μπορούσε παρά να αποτελέσει το μεταίχμιο ανάμεσα στους αλανιάρηδες των πρώτων απογευματινών ωρών και στους νυχτόβιους που συναπάρτιζαν τις φυλές της Φωκίωνος. Λένε πως το «Κορίτσια, ο Μπάρκουλης» ξεπήδησε από εδώ.

Πηγή: Τίνα Μανδηλαρά/lifo.gr