


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.





Το 1982 έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του Αθανασίου Μ. Κακούρη, “Software Ηλεκτρονικών Υπολογιστών”. Ήταν η πρώτη μου απόπειρα να γνωρίσω πώς λειτουργούσε ο τότε “μυθικός” κόσμος της πληροφορικής.
Σήμερα, εν έτει 2026, εντυπωσιαζόμαστε καθημερινά από τις δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης. Κι όμως, διαβάζοντας τον πρόλογο του βιβλίου από το 1981, συνειδητοποιεί κανείς πως το όραμα υπήρχε ήδη: προγράμματα που έγραφαν ποιήματα, έπαιζαν σκάκι και ανέλυαν τη φυσική γλώσσα!
Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις πώς οι βάσεις για όσα ζούμε σήμερα είχαν τεθεί τουλάχιστον πριν από 45 ολόκληρα χρόνια!
Αντιγραφή από το βιβλίο :
Αντί Προλόγου
Για αιώνες τώρα φιλόσοφοι και επιστήμονες έχουν κάνει διάφορες υποθέσεις και θεωρίες για το αν ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι βασικά μια μηχανή.
Θα μπορούσε επομένως να σχεδιασθεί μια μηχανή που να “σκέπτεται”.
Δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι περισσότερο απ’ όλα τα τεχνικά δημιουργήματα του ανθρώπου ο υπολογιστής προσεγγίζει το “κατ’ εικόνα και ομοίωση”.
Η μηχανή αυτή, αν και σχεδιάστηκε για εκτέλεση αριθμητικών υπολογισμών, έχει εξελιχθεί σ’ ένα ευέλικτο εργαλείο προσαρμοσμένο εις την εκτέλεση εργασιών εις το συμβολικό επίπεδο με στοιχεία που αντιπροσωπεύουν λέξεις, λογικές υποθέσεις και άλλες γνωστικές μεταβλητές.
Σήμερα υπάρχουν ηλεκτρονικά προγράμματα που παίζουν σκάκι, γράφουν ποιήματα, συνθέτουν μουσική, διαβάζουν περιγραφές αλγεβρικών προβλημάτων σε μια φυσική γλώσσα και από την γλωσσική ανάλυση αυτής της περιγραφής παράγουν τη μαθηματική έκφραση του προβλήματος, της εξίσωσης, κ.λπ.




Στον αρχαίο κόσμο, σε μια εποχή πριν τους Περσικούς Πολέμους, ο μέγας προσωκρατικός Ηράκλειτος ο Εφέσιος είχε αποφανθεί: «ὕβριν χρὴ σβεννύναι μᾶλλον ἢ πυρκαϊήν» (πιο πολύ κι απ’ την πυρκαγιά είναι ανάγκη να σβήνεται η αλαζονεία).
Το 480 π.Χ. η αλαζονεία του Μεγάλου Βασιλιά Ξέρξη συντρίβεται στα Στενά της Σαλαμίνας. Καθισμένος σε θρόνο στο όρος Αιγάλεω, βλέπει ένα ένα τα πλοία του να τσακίζονται από τις αθηναϊκές τριήρεις και να βυθίζονται αύτανδρα.
Το 472 π.Χ., επτά χρόνια μετά το τέλος των περσικών πολέμων, ο Αισχύλος παρουσιάζει στα Μεγάλα Διονύσια τους «Πέρσες» του. Στο ιστορικό αυτό δράμα του, το μοναδικό που διασώζεται, ο Αθηναίος ποιητής δεν ασχολείται με τους ελληνικούς θριάμβους εναντίον του εχθρού, αλλά με την περσική πανωλεθρία. Η μεγαλοφυΐα του τον οδηγεί να προσεγγίσει τα γεγονότα με εκπληκτική κατανόηση του «Άλλου» χωρίς ίχνος μικροψυχίας.
Μπορεί ο ίδιος να έχει πολεμήσει τους Πέρσες, μπορεί να έχει χάσει τον αδελφό του στον Μαραθώνα, μπορεί να βίωσε τρεις φορές την περσική απειλή στην πατρίδα του, αλλά η μεγαλειώδης σκέψη του τρέχει έξω από τη στενότητα του δικού του κόσμου και τρυπώνει στον κόσμο εκείνου του Άλλου. Και δεν είναι τυχαίο που η ώριμη αθηναϊκή κοινωνία του δίνει το πρώτο βραβείο. Οι περσικοί πόλεμοι την έχουν ενηλικιώσει.
O χορός της τραγωδίας αποτελείται από Πέρσες γέροντες που μαζί με τη βασίλισσα Άτοσσα, τη μητέρα του Ξέρξη και χήρα του Δαρείου, περιμένουν με αγωνία τα νέα της εκστρατείας. Όταν ο αγγελιαφόρος κομίζει την είδηση της φοβερής καταστροφής στη Σαλαμίνα, ο χορός επικαλείται το πνεύμα του νεκρού βασιλιά. Το φάντασμα του Δαρείου εμφανίζεται από τον Άδη, ερμηνεύοντας τη συμφορά ως συνέπεια της άμετρης υπεροψίας του Ξέρξη και προφητεύοντας την κορύφωση του δράματος των Περσών μέσα σε απώλειες, πένθος και θρήνους:
«…ὕβρις γὰρ ἐξανθοῦσ᾽ ἐκάρπωσεν στάχυν
ἄτης, ὅθεν πάγκλαυτον ἐξαμᾷ θέρος.
τοιαῦθ᾽ ὁρῶντες τῶνδε τἀπιτίμια
μέμνησθ᾽ Ἀθηνῶν Ἑλλάδος τε, μηδέ τις
ὑπερφρονήσας τὸν παρόντα δαίμονα
ἄλλων ἐρασθεὶς ὄλβον ἐκχέῃ μέγαν.
Ζεύς τοι κολαστὴς τῶν ὑπερκόμπων ἄγαν
φρονημάτων ἔπεστιν, εὔθυνος βαρύς.»
(στ.821-828)
Δηλαδή:
‘Οταν ανθίσει η αλαζονεία καρπίζει το στάχυ της τύφλωσης
και απ’ αυτό μόνο δάκρυα μπορεί να κανείς να θερίσει
Αυτά να βλέπετε εσείς και να μην ξεχνάτε την Αθήνα,
ούτε την Ελλάδα, και κανείς να μην περιφρονεί τη μοίρα του
ποθώντας άλλη και σκορπώντας τη μεγάλη ευτυχία του.
Γιατί ο Δίας παραμονεύει τιμωρός των παραφουσκωμένων φιλοδοξιών
ελέγχοντάς τες αυστηρά.
Δυο δεκαετίες μετά τον Αισχύλο, ο Ηρόδοτος γράφει για τα Περσικά με τον δικό του τρόπο. Παρουσιάζει την αλαζονεία του Ξέρξη μέσα από τον λόγο που εκφωνεί προς τους Πέρσες ευγενείς. Θα κάνει λέει την Περσία τόσο μεγάλη, που θα συνορεύει με τη γειτονιά του Διός. Ο ήλιος δεν θα βλέπει καμμιά χώρα της γης που να μη συνορεύει με τη δικιά του. Θα διασχίσει την Ευρώπη προς κάθε κατεύθυνση και όλη την οικουμένη θα την κάνει κράτος δικό του:
«γῆν τὴν Περσίδα ἀποδέξομεν τῷ Διὸς αἰθέρι ὁμουρέουσαν. οὐ γὰρ δὴ χώρην γε οὐδεμίαν κατόψεται ἥλιος ὁμουρέουσαν τῇ ἡμετέρῃ, ἀλλά σφεας πάσας ἐγὼ ἅμα ὑμῖν μίαν χώρην θήσω, διὰ πάσης διεξελθὼν τῆς Εὐρώπης…» (Ηροδότου Πολύμνια, 8γ 2, 3)
Η «ύβρις» ήταν βασική έννοια στην ηθική αντίληψη του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Η διαρκής αυθάδης και αλαζονική συμπεριφορά, με κομπασμό και απώλεια του μέτρου, θεωρείτο σοβαρή παραβίαση της ηθικής τάξης. Ο υβριστής προκαλεί με την πλεονεξία του καθώς αρνείται να παραδεχθεί τα όριά του και να ρυθμίσει αναλόγως τη δράση του. Οι πράξεις του επιφέρουν την «νέμεσιν» και την «τίσιν», δηλαδή την οργή των θεών και τη συντριβή του.
Ποιος είναι σήμερα ο Ξέρξης; Σε ποια πρόσωπα ενσαρκώνεται; Και τι θα μας προφήτευε το φάντασμα του Δαρείου; Ας το ανακαλύψει ο καθένας μας ανάλογα με τον νου και την παιδεία που διαθέτει.
Πάντως, όσοι εγχώριοι εκφράζουν άγρια χαρά για την κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή, όσοι ικανοποιούνται με τις καταστροφές και τον θάνατο στις χώρες των άλλων, όσοι βλέπουν την αναμέτρηση αυτή σαν video game όπου οι «κακοί» του παιχνιδιού εξαερώνονται στον Αρμαγεδώνα, δεν είναι υπέρμαχοι της ελευθερίας. Και η στάση τους δεν είναι προϊόν ελληνικής παιδείας. Είναι βαρβαρότητα.

Από αριστερά: Μάκης Ρουχωτάς, Δημήτρης Κοντομηνάς, πίσω αριστερά Γιώργος Φωτόπουλος, πίσω δεξιά Σπύρος Αλεξανδράτος, μπροστά του ο Δημήτρης Φωτόπουλος.



