


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.





Σε ένα τουρκοκουρδικό εστιατόριο στο Μαρούσι τη Κυριακή,κεμπάπ κλπ,έβαλα στοίχημα με τον πολύπειρο φίλο μου που έχει διανύσει δύσκολες πρεσβείες ως πρέσβυς. Ο Τραμπ θα κάνει πίσω. Κάποιοι αντίπαλοι του το λένε πως he chickens out. Οτι θα δούμε μια νερόβραστη συμφωνία με τους μουλάδες που θα την αθετήσουν πριν αλέκτωρ λαλήσει δις και ο Τραμπ σε άρμα θριάμβου θα λέει ότι νίκησε το τέρας και το παγκόσμιο κακό.
Αν χάσω,πράγμα πιθανό,θα ξαναπάμε στο Σελημ Μπέη.Μειχαν πιλάφι ,κιουνεφε. Τα τρώνε και στη Τεχερανη αυτά.
Πάνος Μπιτσαξής
Η ζωή μοιάζει με αμπελοτόπι.
Θέλει φροντίδα, υπομονή, αγάπη.
Αν την παραμελήσεις, αγριεύει· αν την καλλιεργήσεις,
σου χαρίζει καρπούς που κουβαλούν τον κόπο και την ψυχή σου.
Όπως ο αμπελουργός διαλέγει ποικιλίες,
κλαδεύει, ποτίζει, περιμένει,
έτσι κι εμείς στη ζωή μας μας διαλέγουμε δρόμους,
κόβουμε περιττά, ποτίζουμε όνειρα,
και περιμένουμε τον δικό μας τρύγο.
Δεν έχει σημασία σε ποια εποχή του αμπελιού βρέθηκες —
στα σκάμματα, στον τρύγο ή στο γλέντι·
όπως είπε κι ο Καζαντζάκης: όλα είναι ένα.
Και στο τέλος, στο ποτήρι της ζωής,
θα γευτείς το κρασί που εσύ έφτιαξες.
Μπορεί να ’ναι γλυκό, μπορεί να ’ναι πικρό,
μα θα είναι το δικό σου κρασί.
ΚΜ

Σε πρώτο πλάνο ο Θανάσης Φαρμάκης!

Τρεις χάριτες!





Το 1921, μια χρονιά μοιραία για την Ελλάδα, το μικρασιατικό μέτωπο άρχισε να παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες για τον ελληνικό στρατό, οδηγώντας τελικά στην Καταστροφή. Την ίδια χρονιά γεννήθηκε το τέταρτο παιδί μιας αρβανίτικης οικογένειας, σε ένα ορεινό και απομονωμένο χωριό στις βόρειες πλαγιές της Πάρνηθας.
Ήταν δύσκολα χρόνια για την Ελλάδα και ακόμη δυσκολότερα για την οικογένεια του μικρού Νίκου — αυτό ήταν το όνομα που του έδωσε ο νονός του έξι μήνες μετά τη γέννησή του. Η βάπτιση έγινε στο εξωκκλήσι της Παναγίας, στα ανατολικά του χωριού, σε ένα πανέμορφο οροπέδιο, κοντά στο μικρό αγρό που κατείχε η οικογένεια από πάππου προς πάππου.
Ο πατέρας του, ο Σπύρος, είχε αποφυλακιστεί περίπου έναν χρόνο νωρίτερα από τις φυλακές της Αίγινας, ύστερα από είκοσι χρόνια εγκλεισμού. Είχε καταδικαστεί για έναν φόνο που, όπως ο ίδιος ισχυριζόταν, δεν είχε διαπράξει· θεωρούσε τον εαυτό του θύμα ψευδομαρτύρων και πίστευε πως τον «έκαψε» η φιλική του σχέση με τον Ντέβρο, γνωστό λήσταρχο της περιοχής.
Την ίδια άποψη συμμερίζονταν και οι περισσότεροι συγχωριανοί του· γι’ αυτό του έτρεφαν συμπάθεια και βοηθούσαν την οικογένειά του κατά τα χρόνια της φυλάκισής του. Φαίνεται πως και στη φυλακή είχε επιδείξει υποδειγματική διαγωγή, σε τέτοιο βαθμό ώστε ο διοικητής να του επιτρέψει να ασκεί το επάγγελμα του φωτογράφου. Έτσι εξοικονομούσε λίγα χρήματα, τα οποία έστελνε στους δικούς του.
Μέσα σε έναν χρόνο, η οικογένεια μεγάλωσε κι άλλο με τη γέννηση της μικρής Σπυριδούλας. Περισσότερα στόματα σήμαιναν μεγαλύτερες ανάγκες, γεγονός που ανάγκαζε τον Σπύρο να καλλιεργεί ακόμη και τα πιο άγονα κτήματα. Ένα τέτοιο βρισκόταν δίπλα στην εκκλησία όπου είχε βαπτιστεί ο Νίκος. Δυστυχώς, αυτό το «βαρικό» αγρόκτημα —όπως το αποκαλούσαν στα αρβανίτικα— έμελλε να αποδειχθεί μοιραίο.
Ήταν Οκτώβρης του 1924. Είχαν πέσει τα πρώτα πρωτοβρόχια και η γη περίμενε το αλέτρι με το σιδερένιο υνί να την αυλακώσει, για να δεχθεί τους σπόρους στη ζεστή αγκαλιά της. Όμως το πεπρωμένο είχε άλλα σχέδια.
Ο Σπύρος, μαζί με τον γαμπρό του —τον άνδρα της μεγαλύτερης κόρης του, της Ελισάβετ— είχαν φτάσει στο χωράφι από νωρίς. Έζεψαν τα δύο μουλάρια και άρχισαν το όργωμα, όταν εμφανίστηκαν τέσσερα άτομα: ένας πατέρας με τους τρεις γιους του. Με άγριες διαθέσεις απαίτησαν να εγκαταλείψουν το χωράφι, ισχυριζόμενοι πως ήταν δικό τους. Η αλήθεια ήταν πως, στα χρόνια της φυλακής, η οικογένεια είχε αφήσει ακαλλιέργητα κάποια κτήματα, τα οποία ορισμένοι δεν έχασαν την ευκαιρία να καταπατήσουν.
Η κατάσταση εκτραχύνθηκε γρήγορα. Κάποια στιγμή, ο νεαρότερος της αντίπαλης οικογένειας γύρισε την πλάτη στον Σπύρο και τον προκάλεσε, ενώ οι άλλοι τρεις τον χτυπούσαν:
— Αν είσαι άντρας, ρε, βγάλε το όπλο και ρίξε μου…
Ο θανάσιμος τραυματισμός του νεαρού έφερε τον Σπύρο, για δεύτερη φορά, στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Αυτή τη φορά, όμως, αθωώθηκε, καθώς κρίθηκε ότι ενήργησε σε νόμιμη άμυνα.
Η βεντέτα, ωστόσο, μόλις είχε ξεκινήσει. Για τον φόβο της αντεκδίκησης, τα μικρά παιδιά διαμοιράστηκαν σε φιλικές οικογένειες εκτός χωριού. Παρόλο που ο Σπύρος είχε τη στήριξη των συγχωριανών, ζούσε με την καθημερινή αγωνία της ενέδρας. Δεν τα έβαζε όμως κάτω· ήταν παλικάρι. Κάθε πρωί έκανε τον σταυρό του και ζητούσε δύναμη από τον Θεό.
Όμως βρέθηκε ο προδότης: ο πιο στενός του φίλος από ένα διπλανό χωριό. Με το πρόσχημα ότι χρειαζόταν βοήθεια στο βουνό για τα ξύλα, τον παρέσυρε σε ενέδρα, όπου και τον δολοφόνησαν. Μάλλον από διαίσθηση, ο Σπύρος, που είχε ξεκινήσει μαζί με τον μεγαλύτερο γιο του, τον Αλέξανδρο, του ζήτησε στη μέση της διαδρομής να γυρίσει πίσω. Έτσι το παιδί σώθηκε.
Μετά τον θάνατο του Σπύρου, η φτώχεια χτύπησε αλύπητα την ορφανή οικογένεια. Ο μικρός Νίκος, μαθητής τότε του Δημοτικού, θυμόταν μέχρι το τέλος της ζωής του τη δασκάλα του, που τον κράτησε μια μέρα μετά το σχόλασμα για να του προσφέρει ένα πιάτο στιφάδο.
— Αν δεν το είχε κάνει, θα είχα λιποθυμήσει από την πείνα στον δρόμο, έλεγε αργότερα.
Η οικογένεια πάλεψε σκληρά και τα κατάφερε. Λειτουργούσαν σαν μια γροθιά, με απίστευτη αλληλεγγύη. Αν κάποιος σκόνταφτε, όλοι οι άλλοι έτρεχαν να τον σηκώσουν. Το δίδαγμά τους ήταν έμπρακτο: όλοι ενωμένοι, ποτέ νικημένοι.
Χρόνια μετά, τα δύο μεγαλύτερα αγόρια βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Εκεί ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με τον γιο του φονιά του πατέρα τους. Χωρίς λέξεις, μόνο με το βλέμμα, συμφώνησαν να τερματίσουν το κακό. Μια φονική διαμάχη που ξεκίνησε το 1923 δίπλα στο εκκλησάκι της Παναγίας έληξε βουβά σε ένα όρυγμα στα βουνά της Βορείου Ηπείρου.
Ο Νίκος και τα υπόλοιπα παιδιά μεγάλωσαν χωρίς το μίσος και η αντεκδίκηση να φωλιάσουν στα σωθικά τους — κάτι πραγματικά αξιοθαύμαστο. Οι συγχωριανοί το εισέπρατταν αυτό και το ανταπέδιδαν με ένα κύμα συμπάθειας, παρήγορο και τονωτικό για τις παιδικές τους ψυχές.
Στα μαύρα χρόνια της γερμανικής κατοχής ο Νίκος φόρτωνε στο μουλάρι του δύο κόφες με αυγουστιάτικα αχλάδια και κατέβαινε στην πεινασμένη Αθήνα. Προσπαθούσε να τα πουλήσει, αλλά τα περισσότερα τα χάριζε στα πεινασμένα παιδιά που συναντούσε στον δρόμο του.
Ο Νίκος στρατεύθηκε το 1947, σε μια από τις πιο ταραγμένες εποχές. Ο Εμφύλιος, που είχε ξεσπάσει μετά την αποχώρηση των Γερμανών, βρισκόταν στην κορύφωσή του· οι Έλληνες αλληλοσπαράσσονταν. Ο Νίκος βρέθηκε στον Εθνικό Στρατό, πρώτα στην Κόρινθο για τη βασική εκπαίδευση και έπειτα στα μέτωπα της Ηπείρου. Εκεί ήρθε αντιμέτωπος τόσο με τον θάνατο όσο και με διλήμματα που πρώτη φορά συναντούσε στη ζωή του.
Αδυνατούσε να καταλάβει γιατί Έλληνες σκότωναν Έλληνες· γιατί οι αντάρτες τούς χλεύαζαν από την απέναντι πλευρά, φωνάζοντας «κωλόπαιδα της Φρειδερίκης». Προσπαθούσε να εξηγήσει τις λέξεις «συμμορίτης» και «εθνικόφρων», μα άκρη δεν έβγαζε. Κάτι μέσα του, όμως, του έλεγε πως αυτός και οι περισσότεροι Έλληνες έπρεπε να παλέψουν για να εμποδίσουν την κατάληψη του κράτους από μια μικρή μειοψηφία.
Ο λόχος του, σε ένα δύσβατο μέρος κοντά στο Καλπάκι, εγκλωβίστηκε και κινδύνεψε με αφανισμό. Ο λοχαγός τούς εμψύχωσε, ζητώντας τους να αμυνθούν σθεναρά μέχρι να έρθει βοήθεια. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η δίψα. Παρόλο που η μοναδική πηγή βρισκόταν σε ευάλωτη θέση, ο λοχαγός αναγκάστηκε να στείλει δύο στρατιώτες για νερό. Ο ένας ήταν ο Νίκος.
Έφτασαν με μεγάλη προσοχή στην πηγή. Μόλις ο Νίκος έβαλε το παγούρι στην κάνουλα, μια σφαίρα «έγλειψε» τη μύτη του και μια δεύτερη χτύπησε στο στέρνο τον συνάδελφό του, αφήνοντάς τον στον τόπο. Ο Νίκος πρόλαβε να φέρει στα διψασμένα χείλη του τα βρεγμένα δάχτυλά του, πριν κατρακυλήσει στη χαράδρα για να γλιτώσει από τη θανάσιμη παγίδα.
Όταν σιγουρεύτηκε πως ο κίνδυνος πέρασε και πλησίαζε στον λόχο του, η σκέψη του γύρισε στην ενέδρα που είχαν στήσει στον πατέρα του πριν από είκοσι τρία χρόνια. Έκανε τον σταυρό του και μονολόγησε:
— Εγώ, τουλάχιστον, σώθηκα…
Οι μάχες συνεχίζονταν και πλέον ο Εθνικός Στρατός είχε το πάνω χέρι. Σε μια σύγκρουση κοντά στο Βίτσι, ο λόχος του συνέλαβε αιχμαλώτους. Ανάμεσά τους ήταν και μια αντάρτισσα, εγκυμονούσα στον ένατο μήνα.
— Εσύ θα μείνεις μαζί της και θα τη φέρεις σιγά σιγά στη βάση, διέταξε ο λοχαγός, κοιτάζοντας τον Νίκο στα μάτια. Πρόσεξε, στρατιώτη. Μην σου ξεφύγει. Αλίμονό σου… στρατοδικείο και τυφεκισμός. Εδώ δεν θα τη γλιτώσεις όπως στην πηγή από αυτούς τους μπάσταρδους.
Ο δρόμος για τη βάση ήταν ένα κακοτράχαλο μονοπάτι με πυκνή βλάστηση. Μπροστά η αντάρτισσα, με αργό βηματισμό· πίσω ο Νίκος, με το δάχτυλο στη σκανδάλη. Η κοπέλα δεν θα ήταν πάνω από είκοσι χρονών. Λυγερόκορμη, με μακριές κοτσίδες και πρόσωπο καθαρό, που όμως ακτινοβολούσε μια αγριάδα — σαν λύκαινα που ένιωθε ότι κινδυνεύει το μωρό της.
Καθώς την έβλεπε από πίσω, στον Νίκο φάνηκε πως έμοιαζε με τη Φωτεινή, μια νεαρότερη Αρβανίτισσα από το χωριό του, για την οποία, λίγο πριν από τον στρατό, είχε αρχίσει να χτυπά γοργά η καρδιά του. Ξαφνικά, η φωνή της αντάρτισσας τον επανέφερε στην πραγματικότητα:
— Σε παρακαλώ, να σταματήσουμε λίγο… κουράστηκα. Να κάνω και την ανάγκη μου.
— Εντάξει, της απάντησε. Κρύψου σε εκείνους τους θάμνους. Μη φοβάσαι, εγώ θα κοιτάζω αλλού. Γρήγορα όμως, γιατί θα μας πάρει η νύχτα.
Ο Νίκος γύρισε την πλάτη. Ξαφνικά άκουσε πέτρες να κατρακυλούν. Έτρεξε προς τους θάμνους και την είδε να έχει πηδήξει στη ρεματιά, προσπαθώντας να δραπετεύσει μέσα στη βλάστηση. Η αντίδρασή του ήταν ανέλπιστη. Παρέλυσε και το μόνο που έκανε ήταν να της φωνάζει:
— Μην τρέχεις έτσι! Θα σκοτώσεις το παιδί! Σε παρακαλώ… σιγά… μην σκοτώσεις το μωρό!
Η αντάρτισσα χάθηκε γρήγορα μέσα στο δάσος. Μόλις έμεινε μόνος, η εικόνα του λοχαγού και η απειλή του θανάτου κατέκλυσαν το μυαλό του. Έμεινε για λίγα λεπτά ακίνητος, χωρίς σκέψη. Έπειτα, πήρε τον δρόμο για τον λόχο του.
— Εγώ έκανα το καθήκον μου, μονολογούσε. Γυναίκα με παιδί εννιά μηνών στην κοιλιά… εγώ δεν τη δολοφονούσα. Ας αποφασίσουν όλοι οι στρατοδίκες του κόσμου.
Μια σαγηνευτική ηρεμία διαπέρασε το σώμα του. Είχε πάρει την απόφασή του.
Ο δρόμος της επιστροφής προς τον λόχο ήταν ο δρόμος προς το άγνωστο. Ο Νίκος οδηγήθηκε πράγματι στο στρατοδικείο με την κατηγορία της διευκόλυνσης απόδρασης αιχμαλώτου — μια κατηγορία που εκείνα τα χρόνια ισοδυναμούσε με θάνατο.
Όμως, η μοίρα που τόσο σκληρά είχε χτυπήσει την οικογένειά του, αυτή τη φορά του χαμογέλασε. Στην έδρα του στρατοδικείου βρέθηκε ένας άνθρωπος που γνώριζε καλά την ιστορία του Νίκου και το ποιόν της οικογένειάς του από το χωριό. Η αθώωσή του δεν ήταν απλώς μια δικαστική απόφαση· ήταν η δικαίωση μιας ολόκληρης ζωής που αρνήθηκε να υποκύψει στο μίσος.
Ο Νίκος επέστρεψε, μετά τη λήξη του πολέμου, στο ορεινό χωριό της Πάρνηθας, με κλονισμένη την υγεία του. Από τις κακουχίες του πολέμου είχαν προκληθεί σοβαρές βλάβες στα πνευμόνια του και χαρακτηρίστηκε ανάπηρος πολέμου. Δεν το έβαλε, όμως, κάτω. Συνέχισε να παλεύει για την επιβίωση της οικογένειας που δημιούργησε με τη Φωτεινή του.
Έζησε μια ζωή ήσυχη, πελεκώντας τα πεύκα και εμπορευόμενος το ρετσίνι, κουβαλώντας πάντα μέσα του εκείνη τη «σαγηνευτική ηρεμία» που ένιωσε σε εκείνο το βουνό της Ηπείρου. Μέχρι το τέλος της ζωής του αναρωτιόταν τι απέγινε εκείνη η νεαρή αντάρτισσα και το μωρό της. Όμως, κάθε φορά που έβλεπε ένα παιδί να γεννιέται στο χωριό, ήξερε βαθιά μέσα του πως κάπου, κάποτε, είχε σώσει δύο ζωές.
Και αυτό του έφτανε.
ΚΜ
Κάποιες επισημάνσεις ενός ειδικού για το πώς μπορούμε να υποπτευθούμε ότι ένα κείμενο είναι γραμμένο από μηχανή .
Σε πρόσφατο σχόλιο με τίτλο Will AI writing ever be good? ο Max Read περιέγραψε μοτίβα που επαναλαμβάνονται σε διηγήματα γραμμένα από έξυπνες μηχανές.
Για άγνωστους λόγους, η τεχνητή νοημοσύνη προτιμά φαντάσματα, σκιές, μνήμες, μουρμουρητό, ησυχία. Σε μικρές δόσεις, η ανθρωπόμορφη πρόζα φαίνεται συνεκτική και αρέσει σε αναγνώστες χαμηλών απαιτήσεων που εντυπωσιάζονται με κλισέ. Αλλά σε μεγάλες δόσεις το γράψιμο της τεχνητής νοημοσύνης προδίδεται από λεκτικά και στυλιστικά τικ που φέρνουν στην επιφάνεια το πόσο αλλόκοτη είναι. Ο Max Read σχολιάζει:
. Καθώς το κείμενο των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων βελτιώνεται σε σημείο που μπορεί να θεωρηθεί ανθρώπινο, τα στυλιστικά τους τικ παραμένουν ενοχλητικά – μικρά κείμενα φαίνονται λεία. Σε μεγάλες ποσότητες γίνονται παράξενα.
Καλημέρα και Καλή Σαρακοστή !
Στις έννοιες “φιλανθρωπία” και “αλληλεγγύη” και στο δίλημμα (αν υπάρχει) επιλογής μεταξύ αυτών, θα προσθέσω και μία τρίτη : “συμμετοχή”.
Πόσο “φιλάνθρωπος” μπορείς να είσαι με κάποιον που αποδεικνύεται αχάριστος ή αδιάφορος και νομίζει ότι στο πρόσωπό σου βρήκε “το μήνα που τρέφει τους 11″ ??
Πόσο “αλληλέγγυος” μπορείς να είσαι με κάποιον που δεν αναλαμβάνει την ατομική ευθύνη που του αναλογεί για τη δική του πρόοδο και έχει κολλήσει στο κινηματογραφικό μότο : “άτιμη κοινωνία που άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα Τάρταρα” ?? (έτσι ακριβώς ακούγεται στην ταινία.
Συνεπώς, δεν έχουμε να κάνουμε με μία επιλογή που αφορά αποκλειστικά αυτόν που παίρνει την πρωτοβουλία να επιδείξει “φιλάνθρωπη” ή “αλληλέγγυα” διάθεση, αλλά με ένα “μονοπάτι” που χαράσσεται από κοινού με τον άλλον, τον αποδέκτη αυτής της διάθεσης.
Χωρίς τη δική του συμμετοχή, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει η αναγκαία σχέση, που θα δώσει ουσιαστικό νόημα στις παραπάνω λέξεις.
Η “φιλανθρωπία” και η “αλληλεγγύη” δεν είναι μονομερείς πράξεις για να νιώσει ο ένας καλύτερα, αλλά προαπαιτούμενα για να συμβιώσουμε καλύτερα ως κοινωνία ανθρώπων…
Με αλληλέγγυους χαιρετισμούς !
ΓΛ