Τι περιμένετε;

.

Οι «σωτήρες» που βγαίνουν στις οθόνες δεν έρχονται να σώσουν εμάς. Τον εαυτό τους περισώζουν — αυτόν που χτίστηκε πάνω σε σιωπές και πτώματα που κανείς δεν μέτρησε. Παλιοί ευνοημένοι, γυαλισμένοι από τα χρόνια του παρασκηνίου, συνηθισμένοι να περνούν πρώτοι επειδή έτσι έμαθαν: πατώντας.

Απέναντί τους, οι πραγματικά πεινασμένοι.

Άνθρωποι της βιοπάλης, που δεν χρωστούν σε κανέναν. Αυτοί σηκώνουν το βάρος, αυτοί τρώνε τα χτυπήματα, την ώρα που οι ισχυροί μιλάνε για «ευνομία» και χαμογελούν, ξέροντας πως δεν πρόκειται ποτέ να τους αγγίξει τίποτα.

Δεν είναι μυστήριο πώς ανέβηκαν.

Με φόβο, με κομπασμό, με τακτοποίηση συμφερόντων. Παιδιά προεστών, επαγγελματίες προβοκάτορες∙ έμαθαν να πειραματίζονται πάνω στις ζωές των άλλων και να το βαφτίζουν «πολιτική». Παρερμηνεύουν την πραγματικότητα επειδή τους βολεύει — και γι’ αυτό προχωρούν μπροστά μόνο όταν το σκοτάδι είναι πίσω τους.

Κι όταν φανεί η γύμνια τους, αρχίζει η παρέλαση της γελοιότητας:

πολιτικοί που εγκαταλείπουν τις ίδιες τους τις παρατάξεις, Πρόεδροι που τους χαιρετούν με χαμόγελα πανικού, μικρές ομάδες παρατρεχάμενων που μαζεύουν ό,τι περισσεύει από την εξουσία, σαν μπατίρηδες σε πανηγύρι.

Παρεμβαίνουν παντού, μπουκάρουν όπου βρουν κενό, χαϊδεύουν θεσμούς που έχουν σαπίσει, μοιράζουν υποσχέσεις σαν άδειες καραμέλες και ψαρεύουν νέους που δεν ξέρουν ακόμη από πού να φυλαχτούν.

Κι έτσι, σε σαλόνια γεμάτα ετοιμόρροπη χλιδή και σε σχολές που έχουν χάσει το λόγο ύπαρξής τους, ακούγεται πάντα το ίδιο επιφώνημα:

το γελοίο «ω!» εκείνου που βλέπει τον εαυτό του καθαρά — και τρομάζει.

Αργά περνάει η ώρα, γρήγορα τα χρόνια!!

Υπάρχει μια παράξενη αντίφαση που συνοδεύει τη ζωή μας: οι στιγμές μοιάζουν να κυλούν αργά, σχεδόν βασανιστικά, ενώ τα χρόνια περνούν με μια ταχύτητα που μας ξαφνιάζει. Είναι το διπλό μέτρο του χρόνου – ο υποκειμενικός χρόνος της εμπειρίας και ο αντικειμενικός χρόνος του βίου.

Την ώρα που ζούμε το παρόν, η κάθε λεπτομέρεια απαιτεί προσοχή: η αναμονή, η σκέψη, η μνήμη, το άγχος ή η προσμονή κάνουν τον χρόνο να απλώνεται σαν επίπεδο διάφανο ύφασμα. Η ώρα «αργεί», γιατί τη νιώθουμε. Την κατοικούμε. Ζυγίζουμε το πριν και το μετά, αναμετριόμαστε με όσα μας βαραίνουν ή μας λυτρώνουν.

Κι όμως, όταν κοιτάμε πίσω, τα χρόνια εμφανίζονται μαζεμένα—σαν ένα δέμα που έφτασε χωρίς να το περιμένουμε. Εκείνος ο αργός χρόνος της κάθε ημέρας, όταν τον αναλογιστούμε στη μνήμη, συρρικνώνεται. Όλα συμπυκνώνονται: χαρές, απώλειες, επιτυχίες, τυχαίες στιγμές που έγιναν κομβικές. Τότε καταλαβαίνουμε ότι ο χρόνος δεν μετριέται μόνο με ρολόγια∙ μετριέται με ένταση, νόημα, παρουσία και βίωμα.

Η φράση «Αργά περνάει η ώρα, γρήγορα τα χρόνια» μάς υπενθυμίζει ότι η ζωή μας είναι ένα μωσαϊκό από μικρές στιγμές που ζητούν να τις ζήσουμε πιο συνειδητά. Αν τις ξοδεύουμε περιμένοντας το «κάτι επόμενο», χάνουμε την ουσία. Αν όμως τις γεμίζουμε με σκοπό και συμμετοχή, τότε ίσως όχι μόνο να επιβραδύνουμε τα χρόνια, αλλά και να δώσουμε στην κάθε ώρα τη βαρύτητα που της αξίζει.

Είναι τελικά μια παρότρυνση: να μην αφήνουμε τον χρόνο να μάς προσπερνά αθόρυβα. Να τον συναντούμε. Να τον βιώνουμε. Να τον καθιστούμε ζωή!

ΚΜ

«Σκιές στον Κήπο» του Δημήτρη Κανελλόπουλου

Τρία χαρακτηριστικά δείγματα της εξαίρετης ποιητικής συλλογής του Δημήτρη Κανελλόπουλου με τίτλο: Σκιές στον Κήπο:

1.Νοσταλγία


Φεύγουν οἱ τόποι κι ἡ βροχή

Καὶ τὸ νερό ποὺ ὁρμητικὰ κατεβαίνει

Τοπίο

Φυλακισμένο μέσα στὰ μάτια σου

Μαχαίρι ποὺ μ᾿ ἀγγίζει

Καὶ δὲν ἔχω τίποτα νὰ πῶ

Μαῦρο ποτάμι

Ὁμίχλη γύρω ἀπὸ τὰ μάτια.

2. Ἕνας φίλος

Τώρα, στὰ ἐβδομήντα του παλεύει νὰ διαβάσει καὶ νὰ μάθει

ἐκεῖνα ποὺ ἀδιάφορα περνοῦσαν πλάι του, σὰν ἦταν νέος

γιὰ τὸν Πουλιόπουλο, τὸν Στίνα καὶ τῆς Ἀριστερᾶς τὰ λάθη

πράγματα ἀνέγγιχτα, ποὺ ὅμως τώρα τὸν ἀπασχολούν εὐρέως.

 

Διαβάζει λαίμαργα βιβλία γιὰ ὁλομέλειες καὶ ἀποφάσεις·

τῆς Ζεύγου τ᾿ ἀπομνημονεύματα, σημαῖα τὰ ἔχει κάνει

τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδρίων, τὰ λάθη, τὶς προφάσεις

μὲς στὸ μυαλὸ του μιὰ βοὴ ποὺ σπρώχνει νὰ προκάνει

 

νὰ νιώσει ὅλα ὅσα σημαία τῆς εἶχε ἡ πλευρὰ ἡ ἄλλη

γιατὶ αὐτὸς ποτὲ τοὺς κόκκινους δὲν ἔκανε παρέα

μπιστικός, τοῦ Ρένου ἦταν κι αὐτὸς ἕνας ἁπλὸς φαντάρος

 

μα ξάφνου ἀνακάλυψε πὼς τὰ ἴδια ὑπάρχουν κάλλη

καὶ στοὺς ἀπέναντι ποὺ κάποτε μισοῦσε ἀκραῖα

καὶ πήγε πρὸς αὐτούς, πρὶν πέσει ἡ νύχτα καὶ τὸν καλέσει ὁ Χάρος…

3.Ὁ Πολύφημος

Ἀγαπᾷ τὸ δάσος ὁ Πολύφημος αὐτὸς ποὺ

μεγάλωσε βυζαίνοντας αἷμα ἀδερφικό

μές στὸ κονάκι του· πέντε λίρες τὸ κεφάλι…

Τώρα τὸ δάσος ἀγαπᾷ καὶ τὰ μικρὰ ἀγοράκια

 καθὼς τὰ στέλνουν γιὰ θελήματα, ἀπονήρευτα

οἱ μανάδες τους στὶς στάνες, στὰ γαλάρια…

 Κι ὕστερα γυρίζει κορδωμένος στὰ καφενεῖα

καὶ μιλᾷ γιὰ τὸ Κρεμλίνο καὶ τὴν ἰσότης…

 Ἡ ἰσότης στὰ χέρια τοῦ Πολυφήμου…

Η ποίηση του Δημήτρη Κανελόπουλου

Ο Δημήτρης Κανελόπουλος είναι μια χαμηλόφωνη αλλά εξαιρετικά ουσιαστική ποιητική φωνή, που συνδυάζει τον υπαρξιακό λυρισμό με μια λεπτή, σχεδόν ψιθυριστή κοινωνική παρατήρηση. Στα ποιήματά του η μνήμη, ο θάνατος, τα δόγματα και η ανθρώπινη αδυναμία φωτίζονται χωρίς στόμφο, μέσα από καθαρές εικόνες και γλώσσα πειθαρχημένη.

Το ποίημα «Ο Πολύφημος» αποκαλύπτει τη σατιρική του διάσταση: ήρεμη, κοφτερή, ποτέ κραυγαλέα. Με ελάχιστους στίχους στήνει μια ολόκληρη ανθρώπινη φιγούρα — θύμα και θύτη του εαυτού της.

Η ποίηση του Κανελόπουλου δεν καταφεύγει στον εντυπωσιασμό , αλλά στη σιωπηλή ακρίβεια. Με οικονομία και ηθική διαύγεια, αναδεικνύει τις μικρές τραγωδίες και τις μεγάλες αντιφάσεις της ζωής. Μια αυθεντική, σύγχρονη ποιητική παρουσία, που κερδίζει τον αναγνώστη όχι με ύψος φωνής αλλά με βάθος κριτικής ματιάς.

Γράφει:

Ο αιπόλος της Πάρνηθας