Την ζωή την ορίζουν οι παρουσίες και την στοιχειώνουν οι απουσίες….

Ν’ αγαπάς σαν σκύλος!!

 

Ή μόνη επικίνδυνη ράτσα είναι η ανθρώπινη

Κάπου, κάποτε διάβασα πως αν όλοι γινόμασταν οι άνθρωποι που οι σκύλοι μας νομίζουν πως είμαστε, ο κόσμος θα ήταν ένα καλύτερο μέρος. Γιατί απ’ όλα τα πλάσματα στη γη, ανιδιοτελώς ξέρουν να αγαπούν μόνο δύο, η μαμά σου κι ο σκύλος σου. Ξεπερνώντας την νομοτελειακή αγάπη που συνεπάγεται η μητρότητα στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, η σκυλίσια αφοσίωση και λατρεία δεν αποτυγχάνουν να συγκλονίζουν, ανεξαρτήτως κουλτούρας, εποχής και κοινωνικών συνθηκών.

Γιατί οι σκύλοι ξέρουν ν’ αγαπούν χωρίς επειδή. Αγαπούν παρ’ όλο. Δεν τους ενδιαφέρει αν είσαι χοντρός ή αδύνατος, φτωχός ή πλούσιος, ιδιοφυΐα ή ολοκληρωτικά ηλίθιος· αρκεί να είσαι εκεί, αρκεί να τους βάζεις λίγο νεράκι και λίγο φαγητό. Αλλά ακόμα κι αν τους ψιλοπαραμελείς εκείνοι πάλι σ’ αγαπούν. Η καρδιά τους, εκ διαμέτρου αντίθετη με οποιαδήποτε εκδικητική ανθρώπινη τάση, ξέρει πάντα να δίνει άλλοθι και να δικαιολογεί. Κάτι θα σου έτυχε μωρέ, δεν μπορεί να το έκανες από κακία.

Σ’ αγαπούν από την πρώτη στιγμή που τους πήρες αγκαλιά χωρίς να περιμένουν αντάλλαγμα, γιατί αυτό ξέρουν να κάνουν. Δε σε κρίνουν, δε σε παραμελούν, δε σε βασανίζουν. Ακόμα κι όταν τους αφήνεις πίσω, θαρρείς και ζουν για την επιστροφή σου. Κι όταν σε δουν να επιστρέφεις πηδάνε πάνω σου και σου κουνάνε την ουρά με τόση χαρά, λες και δεν τους πλήγωσε ποτέ η φυγή σου. Επειδή οι σκύλοι, σε αντίθεση με τους ανθρώπους, αγαπάνε με την καρδιά, χωρίς καμία ρανίδα λογικής. Γνωρίζουν χωρίς να μάθουν.

Οι σκύλοι ξέρουν να επιμένουν. Ξέρουν πόσο σημαντικό είναι να σηκώνονται, όσο άτσαλο κι αν ήταν το στραπάτσο τους, όσα κουσούρια κι αν τους άφησε το χτύπημα. Άλλωστε μια ανθρώπινη μέρα ισούται με μια σκυλίσια εβδομάδα, γι’ αυτό και τα πλάσματα αυτά ξέρουν πως δεν έχουν χρόνο να κρατάνε πράγματα για τον εαυτό τους, ούτε τους παίρνει να τσιγκουνεύονται την αγάπη τους. Οι σκύλοι είναι πλάσματα γενναία και κυνηγούν όσα αγαπάνε χωρίς να θεωρούν τροχοπέδη τις διαστάσεις τους. Δεν έχουν όλο τον χρόνο μπροστά τους και το ξέρουν, γι’ αυτό τα βράδια τρέχουν να χουχουλιάσουν στην αγκαλιά σου χωρίς εγωισμό, όσο κι αν τους μάλωσες στη διάρκεια της ημέρας.

Ναι, αν οι άνθρωποι αγαπούσαμε όπως οι σκύλοι μας, ο κόσμος θα ήταν σίγουρα ένα καλύτερο μέρος· θα απολαμβάναμε τις βόλτες, τον ήλιο και τον αέρα, θα ρουφούσαμε τη μαγεία τους και ποτέ δε θα υποτιμούσαμε την αξία του παιχνιδιού. Θα ήμασταν πιστοί, θα λαχταρούσαμε να φιλήσουμε τους ανθρώπους μας χωρίς να θεωρούμε στιγμή την παρουσία τους δεδομένη και όταν εκείνοι περνούσαν δύσκολα, θα σωπαίναμε και θα στεκόμασταν απλά δίπλα τους, γιατί θα ξέραμε πως δεν έχουν ανάγκη από έωλες συμβουλές, μα από ουσιαστικές παρουσίες.

Αν ξέραμε να αγαπάμε όπως εκείνοι, θα γνωρίζαμε πως η βία επιφέρει επιθετικότητα, η σκληρότητα φόβο κι ο έπαινος ανεξαρτησία. Δε θα αναλωνόμασταν σε παιχνίδια εξουσίας, μα θα καταλαβαίναμε πως οι άλλοι είναι παράγωγα του περιβάλλοντός τους και θα φερόμασταν αναλόγως, με τρυφερότητα κι αλληλοεκτίμηση. Θα χωνεύαμε επιτέλους πως κανένας δε γεννιέται κακός και πως τα όρια γεννάνε σεβασμό, αρκεί να περιβάλλουν τα πάντα, εκτός από την αγάπη.

Έτσι ν’ αγαπάς, χωρίς πολλά-πολλά. Να μην περιμένεις τίποτα, να μη ρωτάς γιατί. Δε σου εγγυώμαι πως θα γίνεις ευτυχισμένος, ούτε πως η αγάπη σου θα εκτιμηθεί. Σου εγγυώμαι όμως πως θα νιώσεις το μεγαλείο του να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου. Να αισθάνεσαι τον άλλον και να τον βοηθάς να γλείψει τις πληγές του. Να τον οδηγείς για να περπατήσει όταν δεν βλέπει και να του δίνεις δύναμη χωρίς να μιλάς. Να είσαι σκύλος, όχι σκυλάκι.

Αν πάλι δεν έχεις τη δύναμη ν’ αγαπάς σαν σκύλος (ποιος είπε πως είναι εύκολο;), σου εύχομαι να σε αγαπήσει κάποιος άνθρωπος από αυτούς· κι αν έχεις την τύχη να ζήσεις τέτοια ευλογία, έχε τουλάχιστον τη δύναμη να την αντέξεις και να αφήνεσαι, καθώς το πλάσμα αυτό φέρει μέσα του τη θεϊκή δύναμη να σε κάνει να χαμογελάς, να σε ελαφραίνει και να σου δανείζει την καρδιά του κάθε που ο κόσμος κάνει κομμάτια τη δική σου. Να εκτιμάς πόσο του λείπεις το πρωί, ακόμα κι αν πέρασε ολόκληρο το βράδυ στο πλευρό σου και να μη τσιγκουνεύεσαι τα χάδια σου και την αγκαλιά σου. Άλλωστε αυτά μόνο ζητάει από σένα. Να νιώθεις, γιατί διαφορετικά ο «σκύλος» μπορεί να μη σου θυμώσει, αλλά όταν τον χάσεις ο εαυτός σου δε θα σου το συγχωρήσει ποτέ.

Ν’ αγαπάς σαν σκύλος κι ένα πράγμα να θυμάσαι. Πως η μόνη επικίνδυνη ράτσα είναι η ανθρώπινη.

Επιμέλεια Κειμένου Φρόσως Μαγκαφοπούλου: Σοφία ΚαλπαζίδουΣυντάκτης: Φρόσω Μαγκαφοπούλου

πηγή: dinfo.gr

η σχέση γώσσας και σκέψης

Χρίστος Τσολάκης – Η σχέση γλώσσας και σκέψης

Σήμερα θα μιλήσουμε για τη σχέση γλώσσας και σκέψης. Το θέμα, όπως αντιλαμβάνεστε, είναι ενδιαφέρον.

Όχι ότι θα δώσουμε απάντηση σ’ αυτό το μεγάλο πρόβλημα που τόσο έχει συζητηθεί και συζητιέται και θα συζητιέται ίσως «ες αεί». Δεν πρόκειται για την απάντηση. Αυτή έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει, αφού δεν έχει δοθεί από τους ειδικούς. Άλλο θα κάνουμε, που νομίζω ότι είναι κι αυτό αρκετά ενδιαφέρον.

Θα αναφερθούμε σ’ εκείνους που ασχολήθηκαν μ’ αυτό το πρόβλημα και θα παρακολουθήσουμε τις απόψεις τους. Θα πάρουμε, έτσι, μιαν ιδέα αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο είδαν τη σχέση γλώσσας και σκέψης φιλόσοφοι, επιστήμονες (γλωσσολόγοι, νευροεπιστήμονες, παιδαγωγοί, ψυχολόγοι, γιατροί) και άλλοι που έσκυψαν πάνω σ’ αυτό το θέμα το τόσο καίριο, τόσο σημαντικό για τη ζωή μας αλλά και τόσο άγνωστο.

Αρχίζουμε, λοιπόν, από τους αρχαίους Έλληνες, διότι, όσο ξέρω, είναι οι πρώτοι στον κόσμο που αντίκρισαν αυτό το θέμα ερευνητικά. Και μάλιστα αρχίζουμε με τον Πλάτωνα. Στο έργο του που φέρει τον τίτλο Σοφιστής, ο Ξένος και ο σοφιστής Θεαίτητος συζητούν ανάμεσα στα άλλα και τη σχέση γλώσσας και σκέψης. Ύστερα μάλιστα από διεξοδική συζήτηση κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η γλώσσα ταυτίζεται με τη σκέψη. Ακούστε τους:

 

Ξένος: Λοιπόν, Θεαίτητε, από όσα συζητήσαμε έως τώρα, συνάγεται ότι η σκέψη και ο λόγος είναι το ίδιο πράγμα. Με μόνη τη διαφορά ότι ονομάστηκε από μας σκέψη ο διάλογος που κάνει μέσα της η ψυχή με τον εαυτό της χωρίς να μετέχει η φωνή;

Θεαίτητος: Βεβαιότατα.

Ξένος: Και από την άλλη μεριά το ρεύμα που βγαίνει απ’ εκείνην και περνάει από το στόμα ενωμένο με τη φωνή, αυτό δεν έχει ονομαστεί λόγος;

Θεαίτητος: Βεβαιότατα,

Επομένως, για τον Πλάτωνα, η σκέψη είναι εσωτερικευμένη γλώσσα, ενώ η γλώσσα είναι εξωτερικευμένη σκέψη. Άλλωστε οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν την ίδια λέξη «λόγος», για να δηλώσουν τόσο τη γλώσσα όσο και τη λογική. Σήμερα μιλούμε για ενδόμυχο λόγο και για φωνούμενο λόγο. Είναι αξιοσημείωτο ότι και στις δύο περιπτώσεις μιλούμε για λόγο. Δεν είναι φρόνιμο αυτά να θεωρηθούν τυχαία ή συμπτωματικά.

Λανθάνει η αντίληψη που έχει ο Έλληνας ότι υπάρχει στενός δεσμός ανάμεσα στη γλώσσα και στη σκέψη. Λόγος είναι και η γλώσσα, όπως λόγος είναι και η σκέψη. Μήπως και το ρήμα «συλλογίζομαι» (συνλογίζομαι: σκέφτομαι και κατά τη σκέψη μου χρησιμοποιώ τον λόγο, σκέφτομαι με τον λόγο) δεν σημασιοδοτεί ανάλογη αντίληψη; αντίληψη που δένει άρρηκτα τη γλώσσα με τη σκέψη;

Ανάλογη αντίληψη υποκρύπτουν και τα ρήματα φράζω και φράζομαι στον Όμηρο: φράζω σημαίνει λέγω.

Αυτοί δ’ αΰτε παρά ρόον Ώκεανοΐο ποταμοιο ήομεν οφρα ές τόπον άφικόμεθ’ αν φράσε Κίρκη.

Κι εμείς πάλι πλέαμε στα ρεύματα του Ωκεανού ώσπου φτάσαμε στον τόπο για τον οποίο μας είχε μιλήσει η Κίρκη.

Μιλάει ο Οδυσσέας στο παλάτι του Αλκίνοου, όπου διηγείται στον βασιλιά και στους άλλους άρχοντες τις ατελείωτες περιπέτειές του. Είναι φανερό ότι το ρήμα φράζω σημαίνει εδώ λέγω/μιλώ. Θυμηθείτε και τα νεοελληνικά εκφράζω, παραφράζω, συμφράζω (συμφραζόμενα), φράση, έκφραση, εκφραστικός, εκφραστικότητα κλπ.

Στον Όμηρο, πάλι, συναντούμε το βήμα φράζομαι με τη σημασία του σκέπτομαι:

φράζεο, Τυδεΐδη, και χάξεο μηδέ θεοισιν ισα έθελε φρονέειν.

Σκέψου, γιε του Τυδέα, και σχάσου και μη θέλεις να γίνεις ίδιος με τους θεούς.

Είναι φανερό ότι το φράζομαι στο χωρίο αυτό του Ομήρου έχει ανάλογη χρήση με τη χρήση του ρήματος συλλογίζομαι. Μέσα στο φράζομαι άνετα μπορεί κανείς να αναγνώσει τη φράση (φράζω), λέξη ανάλογη στη σημασία με τη λέξη λόγος. Δηλαδή <φράζομαι=σκέπτομαι χρησιμοποιώντας τη φράση (το λόγο).

Στον λόγο, λοιπόν, του ελληνικού λαού από τα χρόνια του Ομήρου (και ποιος μπορεί να ξέρει και πόσους αιώνες πριν) έως σήμερα λανθάνει η αντίληψη ότι η σκέψη γίνεται με τον λόγο. Για την επαλήθευση αυτής της αντίληψης, θα μπορούσε κανείς να επικαλεστεί και άλλα χωρία του Ομήρου καθώς και άλλους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Δεν θα το κάμω, όμως. Αν και θα άξιζε τον κόπο. Έχει γοητεία αυτή η έρευνα. Ο χρόνος δεν μας παίρνει.

Θα αναφερθώ, ωστόσο, στον προσωκρατικό φιλόσοφο Ηράκλειτο (6ος αιώνας π.Χ.), σ’ αυτόν τον μεγάλο και σκοτεινό, όπως τον είπαν, Εφέσιο φιλόσοφο, από το έργο του οποίου μόνον αποσπάσματα σώζονται στα Fragmenta philosophorum Graecoruin. Γράφει, λοιπόν, σ’ ένα από αυτά τα αποσπάσματα σχετικά με την ψυχή: Πείρατα ψυχής ούκ άν έξεύροιο πάσαν έπιπορευόμενος οδόν οΰτω βαθύν λόγον έχει· έστι ψυχής λόγος έωυτόν αύξων.

Την άκρη της ψυχής δεν μπορεί κανείς να τη βρει όποιον δρόμο και να πάρει- τόσο βαθύς είναι ο λόγος της· υπάρχει λόγος στην ψυχή που αυξάνει τον εαυτό του.

Δεν θα με απασχολήσει εδώ η σημασία της λέξης λόγος. Πολλά έχουν γραφεί και θα γραφούν ακόμη από τους φιλοσόφους και τους φιλολόγους που ερμηνεύουν τον Ηράκλειτο. Θα πω μόνον ότι ο Ηράκλειτος, για να δηλώσει την απεραντοσύνη της ψυχής επέλεξε τη λέξη λόγος, η οποία, βεβαίως, παραπέμπει στη γλώσσα. Βαθύς ο λόγος της ψυχής. Που θα μπορούσε να σημαίνει ότι η ψυχή είναι τρίσβαθη και απέραντη και ανεξερεύνητη, όπως ο λόγος. Μόνον αυτή η λέξη έχει τη δύναμη να αποδώσει την έκταση και το βάθος της ψυχής, η λέξη λόγος.

 

Βλέπω, δηλαδή, στο απόσπασμα αυτό του Ηράκλειτου να παραλληλίζεται το βάθος και η απεραντοσύνη της ψυχής με το βάθος και την απεραντοσύνη του λόγου. Θα μπορούσα, φυσικά, να τα παρουσιάσω αυτά πιο απλά, χωρίς να αδικήσω τον Ηράκλειτο και χωρίς να βάλω κανέναν σε πειρασμό: τρίσβαθη και απέραντη η ψυχή όπως ο λόγος, που διαρκώς πολλαπλασιάζει τον εαυτό του. Και αντιστρόφως, τρίσβαθη και απέραντη η γλώσσα (λόγος) όπως η ψυχή. Σημασία για την περίπτωσή μας έχει το γεγονός ότι ο φιλόσοφος επιλέγει και χρησιμοποιεί τη λέξη λόγος προκειμένου να μιλήσει για γνωρίσματα/ιδιότητες που σχετίζονται με το βάθος και την απεραντοσύνη της ψυχής.

Με την ίδια λέξη λόγος θ’ αρχίσει αργότερα, έξι αιώνες μετά τον Ηράκλειτο, το ευαγγέλιό του ο ευαγγελιστής Ιωάννης:

Έν αρχή ήν ό λόγος, θα πει,καί ό λόγος ήν πρός τόν θεόν καί θεός ήν ό λόγος.

Που σημαίνει ότι κι αυτός, όπως ο Ηράκλειτος, επέλεξε τη λέξη λόγος προκειμένου να τη συσχετίσει με τον Θεό, προκειμένου δηλαδή να μιλήσει για κάτι πολύ πολύ σημαντικό, ό,τι πιο σημαντικό θα μπορούσε να υπάρξει. Και μάλιστα για έναν ευαγγελιστή, τον πιο αξιόλογο ευαγγελιστή από τους μαθητές του Χριστού. Έκρινε, με άλλα λόγια, ο Ιωάννης, ότι αυτή είναι η λέξη που θα μπορούσε να παραπέμψει καλύτερα από κάθε άλλην στη μεγαλοσύνη και την απεραντοσύνη και την παντοδυναμία κλπ. του Θεού.

Στα νεότερα χρόνια, στις αρχές του αιώνα μας, μιλάει με ανάλογο τρόπο για τη σχέση γλώσσας και σκέψης ο Ferdinand de Saussure, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και πατέρας της νεότερης γλωσσολογίας με τεράστιο έργο και μεγάλη προσφορά στην έρευνα και τη μελέτη της γλώσσας. Το έργο του αποτελεί σταθμό στην επιστήμη της γλωσσολογίας. Αρχίζει μαζί του μια καινούρια περίοδος στη μελέτη των γλωσσών.

Η γλώσσα, λέει ο Saussure, και η σκέψη δένονται μεταξύ τους όπως δένονται οι δύο πλευρές μιας κόλλας χαρτιού. Όπως, παρατηρεί, δεν μπορούμε να εννοήσουμε μια κόλλα χαρτιού με μια μονάχα πλευρά, έτσι δεν μπορούμε να εννοήσουμε γλώσσα χωρίς σκέψη και σκέψη χωρίς γλώσσα. Και όχι μόνον αυτό· προχωρεί και πιο κει: αν, παρατηρεί, τραυματίσουμε τη μια πλευρά του χαρτιού, θα δεχθεί το τραύμα και η άλλη. Έτσι και με τη γλώσσα και τη σκέψη: αν τραυματίσουμε τη σκέψη, θα τραυματίσουμε τη γλώσσα και, αντιστρόφως, αν τραυματίσουμε τη γλώσσα, θα τραυματίσουμε τη σκέψη. Παρένθεση.

Αυτά που είχε συλλάβει και είχε διατυπώσει ο Saussure για τη σχέση γλώσσας και σκέψης χωρίς εμπειρική έρευνα, φαίνεται να τα επαληθεύουν οι σημερινές επιστήμες με την έρευνά τους την εμπειρική. Έχει εντοπιστεί π.χ. στον εγκέφαλο το «τετράπλευρο της γλώσσας», το οποίο αποτελείται από τέσσερα κέντρα, δύο κινητικά και δύο αισθητικά. Κινητικά είναι το κέντρο του Broca και το κέντρο του Exner· αισθητικά είναι τα κέντρα του Wernicke και του Kunsmal. Ονομάστηκαν όλα, όπως συνηθίζεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, από τα ονόματα των επιστημόνων οι οποίοι τα διαπίστωσαν και τα προσδιόρισαν.

Κλινικές παθήσεις έδειξαν ότι, όταν βλάπτονται τα κέντρα αυτά, βλάπτεται η ανθρώπινη γλώσσα και διαταράσσεται η ανθρώπινη επικοινωνία. Έτσι, βλάβες στα κέντρα του Broca και του Εxner συνεπάγονται αντίστοιχα την αφασία και την αγραφία, ενώ βλάβες στα κέντρα του Wernicke και του Kunsmal επιφέρουν αντίστοιχα τη λεξική κώφωση, κατά την οποία ο άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται τις λέξεις δια της ακοής, και τη λεξική τύφλωση, κατά την οποία παρουσιάζεται αδυναμία ή δυσκολία να αντιληφθεί κανείς με την όραση τις λέξεις.

Γενικά οι επιστήμες που ασχολούνται σήμερα με τα προβλήματα αυτά (νευροεπιστήμες, ψυχογλωσσολογία, παθογλωσσολογία, νευρογλωσσολογία κλπ.) διαπιστώνουν ότι υπάρχει πολύ στενή σχέση ανάμεσα στη γλώσσα και τη σκέψη. Κλείνει η παρένθεση.

Πάντως, για τον F. de Saussure, η γλώσσα δεν είναι υπόθεση ονοματοθεσίας· η λέξη (στη γλωσσολογία την ονομάζουμε με τον γλωσσολογικό όρο σημείο) δεν συνδέει, όπως αφελώς μπορεί να νομίσει κάποιος, ένα όνομα με ένα πράγμα. Η λέξη (το σημείο) έχει εσωτερικότητα, είναι μια ψυχική οντότητα: ενώνει μιαν έννοια με μιαν ακουστική εικόνα.

Ακούστε, όμως, και άλλες σκέψεις του Saussure για τη σχέση γλώσσας και σκέψης —και κλείνω μ’ αυτές. Γράφει:

«Η σκέψη, χαώδης από τη φύση της, υποχρεώνεται να αυτοκαθορίζεται αναλυόμενη. Δεν υπάρχει, λοιπόν, ούτε εξυλοποίηση των σκέψεων, ούτε εκπνευματοποίηση των ήχων, αλλά πρόκειται για το γεγονός, μυστηριακό κατά κάποιον τρόπο, ότι η “σκέψη-ήχος” υπονοεί διαιρέσεις και ότι η γλώσσα επεξεργάζεται τις μονάδες της τοποθετούμενη ανάμεσα σε δύο άμορφες μάζες. Ας φανταστούμε τον αέρα σ’ επαφή με μια μεγάλη έκταση ήρεμου νερού- αν η ατμοσφαιρική πίεση αλλάξει, η επιφάνεια του νερού αναλύεται σε μια σειρά διαιρέσεις, δηλαδή σε κύματα· οι κυματισμοί αυτοί θα δώσουν μιαν ιδέα της ένωσης και, για να το πούμε έτσι, της σύζευξης της σκέψης με τη φωνητική ύλη».

***

Χρίστος Τσολάκης – Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική – Εκδότης: Νησίδες

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Συνεχίστε την ανάγνωση του “η σχέση γώσσας και σκέψης”