διήγημα του Ανδρέα Καρκαβίτσα

Κρυφός καημός

Η μάνα μου ήταν καλή και αγαθή, όπως όλες οι γυναίκες του καιρού της. Γλυκιά ημέρα ωστόσο δεν είδε με τον πατέρα μου γιατί ― λες κι έφταιγε η δόλια! ― έκανε όλο κορίτσια. Ξέρεις τι θα ειπεί φτω­χός και κορίτσια! Έξω απ’ αυτό ακόμη όριζαν Τούρ­κοι στα Μοριά κι ήταν καλύτερο να μην απόχταε κανείς παιδί παρά ν’ αποχτήσει θηλυκό. Κάθε νοικο­κύρης που έβλεπε να πηγαίνει το σπίτι του μπροστά θλιβότανε περισσότερο από κείνον που δεν είχε τίποτα. Για τούτο κι ο πατέρας μου δεν έπαυε κάθε τόσο να της χτυπάει, κάπως στα χωρατά, μα πάντα πικραμένα:

― Μωρέ γυναίκα· δεν κάνεις και συ ένα σερνικό!

Μια βραδιά μπήκε στο σπίτι ολόχαρος.

― Τέλειωσε, Καλομοίρα· είπε μόλις πάτησε στην πόρτα. Ό,τι παιδί κάνεις ― ήταν ετοιμόγεννη η μάνα μου ― θέλω να είναι σερνικό.

Σε λίγο γεννήθηκα εγώ. Όταν πήγαν να του πά­ρουν τα συχαρίκια, στέναξε βαθιά. ― Ο γέρο Βαρσάμης, σκέφτηκε, οχτώ ντουφέκια· ο Βασίλης πέντε· ο κουμπάρος μου ο Ανέστης τέσσερα ― και τι; ― ένα κι ένα! Εγώ τίποτα για το Γένος! Εμείς θέλουμε ανθρώπους για σπαθί κι η γυναίκα μου γεννάει για τη ρόκα!… Και με το γρόθο του έδωκε μια κι έσπασε το τραπέζι.

― Μα δεν πειράζει· είπε σε λίγο. Εγώ θα το κάμω σερνικό. Θα γένει καλύτερο από σερνικό.

Το είπε κι έγινε. Μόλις μεγάλωσα λίγο, μου φόρεσε αντρίκια και μ’ έλεγε Χρύσαντο από Χρυσή που ήταν τ’ όνομά μου. Στη μάνα μου, σε όλους έτσι έλεγε να με φωνάζουν. Από μικρή με έμαθε στ’ άρματα. Μέρα νύχτα με δασκάλευε να παίζω το σπαθί, να λυγίζω το κορμί, να ρίχνω στο σημάδι. Την καθεμερνή μ’ έπαιρνε στο χωράφι· τη γιορτή στο κυνήγι να κυνηγούμε τους λύκους και τ’ αγριογούρουνα στη Δροσελή.

― Θέλω… να περνάς το βόλι απ’ το δαχτυλίδι· μου έλεγε.

Πέρασαν έτσι κάμποσα χρόνια. Οι ραγιάδες άρχισαν κάπως ν’ ανακατώνονται. Στις εκκλησιές διαβάζανε κάτι παράξενα τροπάρια για τους Αγαρηνούς. Οι χαλ­κιάδες κι οι τουφεξήδες νύχτα δούλευαν τα σύνεργα του πολέμου. Τα παλικάρια γυμνάζονταν στ’ άρματα, έχυναν βόλια, τραγουδούσαν τα κλέφτικα. Α! πως έγινε και κείνο το αγουροξύπνημα! Την παραμονή του Βαγγελισμού ― Πέφτη θυμούμαι ήταν ― βλέπουμε κατά το κοντόβραδο το Σισίνη από τη Γαστούνη, το Σταματόπουλο από τα Λεχαινά και τον καπετάν Αντω­νάκη από τη Μανωλάδα με καμιά τρακοσαριά παλικάρια. Ο πατέρας μου είχε ρεματισμούς και δε μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Με φώναζε να πάω κοντά, μου έζωσε το σπαθί, μου έδωκε το καρυοφύλλι στο χέρι και·

― Σύρε με την ευκή μου· λέει. Ξέρεις, δεν είσαι γυναίκα, είσαι άντρας· πρέπει να είσαι άντρας! Πέφτε άφοβα στη φωτιά· σκότωνε όσους άπιστους μπορείς. Ο παπα-Δημήτρης λέει, όσο περσότερους σκοτώνεις τόσα κρίματα συχωριώνται.

Η μάνα μου και τα κορίτσια παράμερα κρυφόκλαιαν. Εγώ ήθελα να κρατηθώ, μα τα έρμα μάτια μου ψιχάλιζαν. Η ώρα του μισεμού ανάστησε στην καρδιά μου κάτι που δεν το ένιωθα πριν. Το σπίτι με τράβαε. Έβλεπα τα στρωσίδια του κρεβατιού, τον αργαλειό, την ανέμη, τ’ άλλα του σωθέματα και πίστευα πως ήταν δικά μου εργόχειρα. Έβλεπα τις γυναίκες και κάτι μέσα μου μ’ έσπρωχνε να τρέξω, να τυλιχτώ στα φουστάνια τους, φυλαχτό να τα βάλω στην τρέλα του πατέρα μου. Α! το σπιτικό πουλί κι αν το φερε η μοίρα να κρεμάσει αϊτού φτερά, πάντα τρο­μάζει να πετάξει στα κορφοβούνια! Κρύος ίδρωτας με τσάκισε και το κορμί λάγκευε κάτω από τ’ άρματά μου. Σαν να το μάντεψε ο γέροντας, πήδησε από το στρώμα του, μ’ έσπρωξε στην πόρτα και με φίλησε.

― Σύρε στο καλό, λέει με τρεμουλιαστή φωνή! Σα φύγουν οι Τούρκοι από το Μοριά, τότε να γυρίσεις και συ.

Η Γαστούνη εκείνον τον καιρό ήταν κεφαλοχώρι. Εκεί καθότανε ο βόϊβοντας, ο κατής, άλλοι μεγάλοι Τούρκοι κι ο Σισίνης που ήταν Μορογιάνης του Σουλ­τάνου. Ανήμερα του Βαγγελισμού την πατήσαμε. Οι Τούρκοι υποψιάστηκαν και δεν ήβραμε ψυχή από δαύ­τους. Εκεί να έβλεπες το ρωμαίικο τ’ ασκέρι! Ρίχτη­καν στα τούρκικα κονάκια, άρπαξαν ασημικά, άρπα­ξαν ρούχα, τα φόρτωσαν στ’ άλογα και δρόμο για τα χωριά τους.

― Σταθείτε, μωρέ παιδιά· εμείς ήρθαμε να πολε­μήσουμε! τους φώναζαν οι καπετανέοι.

Πού εκείνοι! Σε λίγη ώρα μαθαίνουμε πως οι Τούρ­κοι γύριζαν πίσω. Πήγαν να περάσουν στου Λάλα, μα στο Στενό τούς χτύπησε ο καπετάν Βιλαέτης με τους Πυργιώτες και τους ανάγκασε να πισωπατήσουν.

― Τι θα κάνουμε τώρα: ρωτάει ο Σισίνης,

― Τι θα κάνουμε! Θα τους βαρέσουμε· λέει ο κα­πετάν Αντωνάκης.

Όσοι μείναμε κινήσαμε να βαρέσουμε τους Τούρ­κους. Τους απαντήσαμε ανάμεσα Ροβιάτα και Σαβάλια. Καθώς μας είδαν έβαλαν τα χαρέμια στη μέση, και με φωνές χύθηκαν απάνω μας. Σκορποχώρι εμείς. Ούτε του πατέρα μου τα λόγια συλλογίστηκα ούτε ντροπή. Άκουα το άλα! άλα! των Τούρκων πίσω μου, τ’ άγρια ποδοβολητά τους κι έλεγα τώρα το βόλι θα χωθεί στην πλάτη μου. Πήδαγα τράφους, χαντά­κια, αγριάγκαθα, χωρίς να σκέφτομαι άλλο παρά πώς να ξεφύγω τη λύσσα τους. Άξαφνα βλέπω μπροστά μου το Σταματόπουλο. Ήταν γέρος και παχύς· μόλις μπορούσε να κουνηθεί. Το κοπέλι του με το πρώτο τσάκισμα καβάληκε τ’ άλογο του κι έφυγε.

― Σώσε με, παλικάρι, ν’ αγιάσουν τα πεθαμένα, σου· φωνάζει αγκομαχώντας. Ντροπή στα νιάτα ν’ αφήνουν πίσω τα γεράματα…

Σταμάτησα. Χωρίς να ειπώ λέξη, γονάτισα, τον πήρα στον ώμο και τραβώ για τη Γαστούνη. Μα οι Τούρκοι σε λίγο μας έφτασαν.

― Τώρα, γέρο μου, του λέω, κάμε το σταυρό σου. Η Παναγιά ας βάλει το χέρι της.

Τον απίθωσα χάμω και στάθηκα μπροστά του με το καρυοφύλλι. Σε λίγο έριξα, μα δεν ξέρω αν σκότωσα κανένα. Ένιωσα μια κοπανιά στο κεφάλι· τα μάτια, μου θαμπώσανε και σωριάστηκα χάμω.

Τι έγινε ύστερα δεν ξέρω· για το γέρο Σταματόπουλο δεν άκουσα τίποτα. Όταν συνήρθα, ήμουν ξα­πλωμένη στο κρεβάτι κι ένα όμορφο παλικάρι έστεκε απάνω από το κεφάλι μου.

Ήταν καλή καρδιά ο Δήμος ο Βαρόσης· εκείνος μ’ έσωσε από τα χέρια των Τούρκων. Από τότε γινή­καμε φίλοι· νύχτα ημέρα μαζί. Θα πήγαινε κείνος στη βάρδια; Κοντά και γω. Θα μ’ έστελναν με τον καπετάν Λάππα να στρατολογήσω στα χωριά; Κοντά εκείνος. Ο πικρός σίφουνας που άρχισε την ημέρα του Βαγγελισμού όσο πήγαινε και δυνάμωνε. Πόλεμος στου Λάλα, στην Πάτρα, στο Σανταμέρι, στο Χλιμούτσι! Αίματα, φωτιά, δάκρυα, εκδίκησες! Ο ρα­γιάς άλλαζε· σήκωσε κεφάλι και κοίταζε άφοβα τον αγά, τον προεστό και το θάνατο.

Έτσι λίγο λίγο άλλαξα και γω. Ό,τι δεν έκαμαν τα λόγια του πατέρα μου, έκαμε ο κίντυνος κι η κακοπάθεια. Δε με τρόμαζαν πια οι σκοτωμένοι και τα αίματα ούτε με συγκινούσαν τα δάκρυα, ο χωρισμός, η ορφάνια. Σ’ ένα μονάχα δε μπόρεσα ν’ αλλάξω, στη ματιά του Δήμου μου. Αχ, το κακοθήλυκο! Το κακοθήλυκο! Τι να κάμουν τ’ άρματα και τα φορέ­ματα: Τι να κάμει το θέλημα του γονιού; «Θέλω να είσαι άντρας!» Ε καλά! Και γω το ήθελα· μα πώς; Πού θα βρεθεί η ασημόβεργα της μάγισσας ν’ αλλάξει τη γυναίκια φύση, όπως αλλάζει σε κάρβουνα τους θησαυρούς στα παραμύθια; Ωχ! τι αγρύπνιες μέσα στον κάματο και τι φαρμάκια στη χαρά της νίκης! Πόσες φορές την αγάπη μου την έπνιξα σε θυμούς και πικρά λόγια εναντίον του! Ήρθαν στιγμές που σήκωσα ν’ αδειάσω την πιστόλα στα στήθη του, να σβήσω στο αίμα του τη λαύρα που με δαιμόνιζε. Δο­κίμασα να φύγω από κοντά του, να πάω με άλλον καπετάνιο. Μα τα πόδια μου μ’ έφερναν πάλι πίσω, όπως το τυφλάλογο στο πράσινο λιβάδι.

Μια ημέρα λίγο έλειψε να προδοθώ μοναχή μου. Όσο τη θυμούμαι κείνη τη μέρα, ανατριχιάζω. Ο Σι­σίνης μας έστειλε μ’ εκατόν πενήντα παλικάρια στον Κολοκοτρώνη. Είμαστε στα Δερβενάκια κι είχαμε καρτέρι του Δράμαλη, που γύριζε για την Κόρθο. Εμείς με το Νικηταρά είχαμε τον Αϊ-Σώστη. Οι Αλωνιστιώτες το Αγριλόβουνο, ο Αντωνάκης Κολοκοτρώ­νης το Ζυγό. Εγώ κι ο Δήμος είμαστε γονατιστοί πίσω απόνα πουρνάρι και καρτεράγαμε να μπούνε οι Τούρκοι στη ρεματιά. Εκείνος με κοίταζ’ έτσι γονα­τιστή και θάμαζε. Εγώ – ξέρεις ― μη με τηράς τώρα· τότε ήμουν όμορφη, πολύ όμορφη! Έχωνα στην τρα­χηλιά το λαιμό μου, έκρυβα τα χέρια, έσφιγγα τα στήθη μου, άλλαζα τη φωνή μου, μα πού! Τα κατα­καημένα νιάτα φαίνονται, βλέπεις!

― Ορέ αδερφέ Χρύσαντε, τι χεράκια είναι φτούνα; μου λέει άξαφνα. Δεν κάνουν για σπαθί παρά για βελόνι.

Αλαφιάστηκα· έριξα τα μάτια χάμω και με έπι­ασε σύγκρυο.

― Μα το σταυρό, λέει πάλι· αν δε σε γνώριζ’ από καιρό, θα λίγα πως είσαι γυναίκα. Και πώς σ’ αγάπησα! όχι· άλλον άνθρωπο δεν αγάπησα έτσι!…

Ξύπνησε μέσα μου το φίδι! Τα λόγια του ανάδε­ψαν στα φυλλοκάρδια μου τον αμαρτωλό σπόρο της Εύας. Γύρισα τα μάτια ψηλά· κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος. Τ’ απόσκια πέφτανε στη ρεματιά! Εκείνο το σιγαλό μουρμούρισμα του νερού, το παθητικό τσιτσίρισμα των πουλιών κι η μοσκοβολάδα. που έβγαινε από τα θυμάρια, όχι, δεν ήθελαν πόλεμο· έκραζαν την αγάπη. Άναψαν τα μάγουλά μου και τα μάτια μου μισόκλεισαν. Έτρεμα ολόκορμη· τα μέλη μου έγιναν βαριά και μαλακά σαν προζύμι. Ένιωθα κατιτί στυφό στο λάρυγγά μου, που δε με άφηνε να πάρω ανάσα. Σήκωσα τα μάτια να τον ιδώ, και τα χείλη του, τα κόκκινα χείλη του, με τραβούσαν στην Κόλαση.

― Μπαμ! βρόντηξε μια ντουφεκιά.

Πήδησα ορθή. Έπεσε το πρώτο ντουφέκι κι ακού­στηκε η φωνάρα του Κολοκοτρώνη. Οι Τούρκοι μπή­κανε στη ρεματιά· οι καπεταναίοι τους χτύπησαν και τους έστειλαν απάνω μας. Τους χτυπήσαμε και μεις· τα έχασαν, θέλουν να πισωπατήσουν, μα δεν έχουν πούθε να κάνουν κι άλλοι γκρεμίζονται και τους συνε­παίρνει το ρέμα, άλλοι σκοτώνονται συνατοί τους. Τι φονικό που γίνηκε! Ακόμη σωροί κείτονται τα κόκαλά τους εκεί.

Ο Δήμος ήταν μαζί μου στην αρχή· μα τον έχασα. Τον γύρεψ’ αποδώ, αποκεί, φώναξα. Πού ν’ ακουστείς μέσα στην ανακατωσούρα και την αντάρα! Έβλεπες το σπαθί και χτύπαε στο κόκαλο και πέταε σπίθες. Δυο ώρες βάσταξε το πελέκι. Όσοι γλύτω­σαν, έφτασαν κακοί κακώς στην Κουρτέσα. Τα παλικάρια τότες ρίχτηκαν για λάφυρα.

Εγώ είχα μια σπαθιά στο κεφάλι και το αίμα μου θάμπωνε τα μάτια. Έκατσα σ’ ένα κοτρόνι να ξεκου­ραστώ. Το φεγγάρι ξετύλιγε χλωμά σάβανα στο μα­κελειό. Άλογα έτρεχαν χλιμιντρίζοντας και φτερνοκοπώντας τα χαλίκια· άλλα έσερναν ακόμη στη σέλλα νεκρά τ’ αφεντικά τους. Ίσκιοι φάνταζαν στα πλά­για πελώριοι· κάπου άστραφτε μια πιστολιά. Αναστενάγματ’ αποδώ, κλάματ’ αποκεί, που ήταν να φρίξει κανείς.

Άξαφνα θυμήθηκα το Δήμο κι ανατρίχιασα. Τάχα τι να γίνηκε; Τινάχτηκ’ απάνω κι έτρεξα πέρα δώθε πατώντας τους σκοτωμένους και φωνάζοντας. Φώναζα, ούρλιαζα και γω δεν ξέρω τι έκανα. Σε λίγο απόστασα και στάθηκα. Φωνάζω πάλι· μάτα φωνάζω. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Το αίμα έτρεχε από την πληγή μου. Κατάλαβα πως θα λιγοθυμούσα κι έπεσα σ’ ένα θυμάρι. Εκεί ακούω σαν σιγαλό βογκητό πίσω μου. Γυρίζω, βάζω φωνή·

― Δήμο! Δήμο μου!

― Χρύσαντε αδερφέ μου!…

Πήρα το κεφάλι του στην αγκαλιά μου, κόλλησαν τα χείλη μου στα δικά του. Αχ! τον έφαε το βόλι το πικρό. Τι δε θα ’δινα για να του δώκω ζωή! Τι δε θα ’κανα για να γνωρίσει τι λογής ήταν η αγάπη μου!

― Άκου, Δήμο μ’! άκου, καλέ μου! έκραζα με­γαλόφωνα στ’ αφτί του.

Ήθελα με το μυστικό μου να του σταματήσω το θάνατο. Του κάκου! Παίξανε τα ματόφυλλα μια στι­γμή κι οι κόρες του στυλώθηκαν απάνω μου. Κι είχαν κάτι σαν ξάφνισμα και σαν παράπονο. Το άκουσε τάχα; Τάχα λυπήθηκε, όπως εγώ, που δεν το έμαθε πρωτύτερα; Ποιος ξέρει. Μα τι φταίω και γω; Άλ­λοι τότε ήταν οι καιροί και κείνο που έχτιζε η αγάπη γρήγορα το χάλαε η καταδρομή. Για τούτο και γω δεν πάτησα το θέλημα του πατέρα μου. Έγινα κι έμεινα άντρας.

Τι κακομοιριές κι οι δικές μας!

Αξιέπαινη πρωτοβουλία

Το πυροσβεστικό κλιμάκιο δεβενοχωρίων με επικεφαλής τον Κον Αλέξανδρο Βλαχογιάννη σε συνεργασία με τους δασκάλους του δημοτικού σχολείου Πύλης πραγματοποίησε εκπαιδευτικό σεμινάριο με σκοπό να ευαισθητοποιήσει τα παιδιά και στην πρόληψη και στην καταστολή της πυρκαγιάς .

Μπράβο !

ΔΕΡΒΕΝΟΧΩΡΙΑ ΤΟ ΒΟΡΙΝΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Μερικά από τα παρακάτω κείμενα και φωτογραφίες έχουν δημοσιευτεί στο in2life.gr , υπήρξαν και συμπληρώσεις από το blog  ΟΡΕΙΝΟΣ (orinadervenoxoria.com ) , οι περισσότερες  πληροφορίες αντλήθηκαν από τα βιβλίο του Β ΜΙΧΑ πρώην κοινοτάρχη των ΣΚΟΥΡΤΩΝ με τίτλο ΤΑ ΔΕΡΒΕΝΟΧΩΡΙΑ ΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΟΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΙΩΤΙΑΣ

Για όσους ένα σωστό τρωγοπίνειν θεωρείται εμπειρία – για όλους μας δηλαδή – μια ανάσα από την Πάρνηθα, πέντε χωριουδάκια φωλιασμένα σε ένα οροπέδιο φημίζονται για το κοντοσούβλι στις ταβέρνες τους, αλλά και για τις υπόλοιπες κρεατο-νοστιμιές που ψήνουν σε σχάρα και σούβλα. Πιάστε τραπεζάκι, για κοκορέτσι και κοντοσούβλι χάρμα… ουρανίσκου, ντόπια αρνιά και κατσικάκια στη σούβλα, αρνίσια παϊδάκια και ζουμερά χωριάτικα λουκάνικα  ντόπια κρέατα στη σχάρα, σε γενναιόδωρες μερίδες. Για τη… χώνεψη θα βολτάρετε στα γραφικά δρομάκια και τα καταπράσινα τοπία των Δερβενοχωρίων –λεπτομέρειες και φωτογραφίες για να σας ανοίξει η όρεξη, πιο κάτω!!

Η προσέγγιση στα Δερβενοχώρια γίνεται ως εξης:

1) Μέσω Αττικής Οδού με κατεύθυνση από Ελευσίνα προς Ε.Ο. Αθηνών Κορίνθου, βγαίνουμε στην έξοδο 2 για Θριάσιο-Μαγούλα και αμέσως στην ανηφόρα της εξόδου αριστερά για το εργοστάσιο των τσιμέντων ΤΙΤΑΝ (λεωφόρος Δερβενοχωρίων). Μετά προχωρούμε όπως μας πάει ο δρόμος και φτάνουμε μέσω στροφών σε Στεφάνη – Σκούρτα – Πύλη (χωριά του συμπλέγματος Δερβενοχωρίων),

2) Μέσω Αγίων Αναργύρων  ( η μέσω αττικής οδού έξοδος 6 ) ,φτάνουμε Χασιά (Φυλή) και προχωρούμε ευθεία τον κεντρικό δρόμο με κατεύθυνση προς Μονή Κλειστών. Στη διασταύρωση κάνουμε αριστερά (δεξιά πηγαίνει για τη Μονή Κλειστών) και μέσω ωραίων στροφών και καταπληκτικής διαδρομής (αποτελούσε ε.δ. του Αττικού Ράλυ) φτάνουμε στη διασταύρωση που δεξιά πηγαίνει για Σκούρτα , ευθεία για Πύλη και αριστερά για Στεφάνη.

3) Μέσω Σχηματαρίου. Ερχόμενοι από Σχηματάρι στρίβουμε δεξιά  προς Οινόη, κατόπιν περνάμε τα χωριά Αγ.Θωμάς και Κλειδί (περιφερειακά) και συνεχίζουμε ευθεία απολαμβάνοντας την όμορφη διαδρομή μέσα στο πράσινο . Το πρώτο χωριό που θα συναντήσετε ακολουθώντας αυτή την διαδρομή είναι τα Σκούρτα.

4) Μέσω Θήβας φτάνουμε στο χωριό Ερυθραί (Κριεκούκι) και πριν μπούμε στο χωριό στρίβουμε αριστερά προς Δάφνη. Μετά την Δάφνη διανύουμε μια όμορφη διαδρομή και το πρώτο χωριό που συναντάμε είναι η Πύλη.

Λίγα λόγια για τα Δερβενοχώρια

Τα Δερβενοχώρια, είναι ένα σύνολο πέντε χωριών που εκτείνονται  δυτικά της Πάρνηθας και  ανήκουν στην  διοικητική και πληθυσμιακή δομή του νομού  Βοιωτίας . Βρίσκονται ακροβολισμένα σε ένα γραφικό και  γεμάτο  έντονα χρώματα  οροπέδιο, σε υψόμετρο περίπου 530  έως 570 μέτρων , καταλαμβάνοντας έκταση περίπου 40 χιλιάδων στεμμάτων. Το οροπέδιο περικλείεται κυκλικά από βουνοκορφές, ανατολικά εκτείνεται  ο ορεινός όγκος της Πάρνηθας  ως τα όρια του Δρυμού της , σε υψόμετρο  1415 μέτρα , ανατολικά βρίσκεται η προέκταση του όρους Κιθαιρώνα με το  όρος Πάστρα στα 1100 μέτρα, νότια το μεγάλο βουνό με 890 μέτρα και βόρεια το Ρόκανι και η  κορυφή μάλια Μουλίθι με 700 μέτρα περίπου.

Οι πέντε οικισμοί που συγκροτούν και συνθέτουν το πλέγμα των Δερβενοχωρίων είναι η Πύλη , τα Σκούρτα , η Στεφάνη , η Πάνακτος και το Πράσινο,  που  μαζί και με την Δάφνη, που βρίσκεται δυτικά του οροπεδίου συστάθηκαν σε Δήμο με τον Ν 2539/97. Ο πληθυσμός τους  δεν ξεπερνά τους  3000 κατοίκους και ανήκουν σήμερα Διοικητικά στον  Δήμο Τανάγρας. To οροπέδιο των Δερβενοχωριων ήταν το σημαντικότερο και μοναδικό πέρασμα κατά τους πανάρχαιους και προεπαναστατικούς χρόνους από την Πελοπόννησο και την Αττική, στην  υπόλοιπη Ελλάδα. Η απόσταση των χωριών αυτών, από την Αθήνα, είναι 45 χλμ περίπου και συνδέονται με αυτήν, δια μέσου του δρόμου που οδηγεί στην Φυλή (18 χλμ). Ακόμη ισαπέχουν  από  την  Ελευσίνα   και  το Σχηματάρι, στα 25 χλμ.

Σε αυτό το οροπέδιο περνούσαν και κατά την αρχαιότητα οι συντομότεροι δρόμοι για την Αθήνα , ο πρώτος που οδηγούσε από Φυλή και Δερβενοχωρια  στην Θήβα και ο δεύτερος,  που συνέδεε δια μέσου Κοκκινιού ,  τον  Ισθμό και την Ελευσίνα ,  με την Τανάγρα και  την Εύβοια . Αυτό το διάβα ,  αυτό  ακριβώς το Πέρασμα (Δερβένι), κλήθηκαν οι Δερβενοχωρίτες, να κατοικήσουν και να  υπερασπίσουν σε όλες τις χρονικές στιγμές της αρχαιότητας, έχοντας μάλιστα ως μοναδικό προνόμιο, καθεστώς αυτονομίας και αυτοδιοίκησης κατά την διάρκεια της Οθωμανικής κατοχής. Το οροπέδιο κατοικήθηκε αδιαλείπτως σε όλες τις χρονικές φάσεις της αρχαιότητας ως σήμερα . Στα Γεωγραφικά μας όρια , βρισκόταν το ομηρικό πόλισμα Ετεωνός , η Σκάρφη, ο Σκώλος, η Ευνοστιδες, η Μελαινές και η αρχαία Πανακτία. Επίσης τόπος με πλούσια χριστιανική παράδοση και πλήθος μνημείων που μαρτυρούν το πέρασμα από εδώ, Αγίων όπως ο Όσιος Μελέτιος, ο Όσιος  Νίκων ο “Μετανοείτε”, ο Αι Γιάννης ο Καλοκτένης  και ο Όσιος Κλήμης ο εν Σαγματά.

 

ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ  ΔΕΡΒΕΝΟΧΩΡΙΩΝ

Ερχόμενος  κάποιος σήμερα  στα χωριά μας , Αξίζει  να επισκεφθεί το Ιστορικό κάστρου της Πανάκτου , την φρυκτωρία  Πυργάρι  στα Σκούρτα , τον  Ενετικό πύργο στην Πύλη , την Βυζαντινή Ιστορική μονή της Ζωοδόχου Πηγής , κτισμένη στα ερείπια Ναού Ρωμαϊκών χρόνων, την οποία η παράδοση θέλει να ανεγέρθηκε από τον ίδιο τον όσιο Μελέτιο και  όπως αναφέρεται από Ιστορικούς επισκέφθηκε και χρηματοδότησε  ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Αλέξιος Κομνηνός  ,τον βυζαντινό ναό του 12 αιώνα   της Κοίμησης της Θεοτόκου στην Πύλη, την σκήτη του Οσίου Μελετίου στις Πόρτες Πύλης, τον βυζαντινό Ναό ( 11ου αιώνα ) του Αγίου Γεωργίου στην Δάφνη ,  το εκκλησάκι της Ευαγγελίστριας με τον ερειπωμένο ναό πλησίον αυτής στην Μαζαρέκα Σκούρτων , Το ναιδριο του Αγίου Γεωργίου στα Σκούρτα   του 12 αιώνα , την Ιερά μονή Ανάληψης του Σωτήρος , τον ανδριάντα του Στρατηγού Αθανάσιου Σκουρτανιώτη έργο του Γλύπτη  Γ. Μέγκουλα στην Πλατεία Σκούρτων , το μνημείο του Στέφα Μαλιάτση στις Πόρτες , τον πανέμορφο  οικισμό Τσιγγουράτι οπού είναι η την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής και το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής και της Αγίας Αναστασίας ( στο πρόαυλειο χώρο είναι το θεατράκι του Τσούμα Πούσι ) , την γέφυρα Γκέλη του 1600, την γέφυρα μητροπολίτη του 1370 , το ταμπούρι του Στρατηγού Σκουρνατιώτη στην Πύλη και πολλά άλλα μνημεία. Ακόμη ο επισκέπτης θα απολαύσει την θέα του οροπεδίου από το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, στην κορυφή Μάλια Μουλιθι  Σκούρτων.

Μπορεί ακόμη  να χαρεί όλες τις υπέροχες και μαγευτικές διαδρομές  και τα πανέμορφα  τοπία,  με τα πόδια η το αυτοκίνητο,  μέσα στο απέραντο πευκόφυτο δάσος που απλώνεται,  με την πλούσια πανίδα και χλωρίδα, να διαβεί μέσα σε υπέροχες ορεινές  χωμάτινες διαδρομές και χαράδρες και να δει τα διάφορα σπηλαιο- βάραθρα της περιοχής μας.

Επίσης στα χωριά μας  ο επισκέπτης σήμερα ,  θα εντυπωσιαστεί  από τις πολλές ταβέρνες με τους πλούσιους ντόπιους  μεζέδες ,τα  παραδοσιακά εδέσματα  και  τα εγχώρια  προϊόντα  που πωλούνται στο  παζάρι που γίνεται κάθε Κυριακή.

Στην περιοχή μας διεξάγονται αγώνες ταχύτητας αυτοκίνητου (ειδική χωμάτινη διαδρομή μήκους 24 χλμ στο πανελλήνιο πρωτάθλημα), Πανελλήνιοι αγώνες ποδηλασίας, αγώνες μότο κρος, αγώνες 4*4, αλεξίπτωτου πλαγίας, διαθέτει πίστα -Αερολέσχη, μοντελισμού αεροπτερισμού, γήπεδα  πέντε επί πέντε, σύγχρονο γήπεδο με χλοοτάπητα, παιδικές χαρές, κλπ.Την περιοχή μας ακόμη επισκέπτονται πολλοί ορειβατικοί σύλλογοι και υπάρχουν παιδικές Κατασκηνώσεις.

Χιλιομετρικές αποστάσεις

Από Αθήνα:

1) Μέσω ΕΟ Ελευσίνας – Θηβών 58,6 χλμ.

2) Μέσω Επαρ.Οδ. Νεοχωρακίου-Φυλής 51 χλμ.

Από Θήβα:

1) Επαρ.Οδ. Θεσπίων-Ερυθρών 50 χλμ.

2) Επαρ.Οδ. Οινόης – Πάνακτου 69,2 χλμ.

Από Σχηματάρι: 30,2 χλμ.

Ταινίες που έχουν γυριστεί στα Δερβενοχώρια

– Μια φορά και ένα μωρό

– Ένας κι ένας

– Το κλάμα βγήκε απ’τον Παράδεισο

Φωτό από Τσιγκουράτι Σκούρτων