
ΛΙΟΣΙΩΝ 
ο μικρός Φώτης σε πρώτο πλάνο 
πριν 25 χρόνια

Βάρκιζα

χλωμό φεγγάρι photo by gparissakis
Ασωπία – Σκούρτα 1-2
Νικηφόρα πέρασε και από το γήπεδο της Ασωπίας , η ομάδα των Σκούρτων στο προτελευταίο αγώνα του πρωταθλήματος Β κατηγορίας της βοιωτιας νίκησε με 2- 1 την ομάδα της Ασωπίας.
Δεν ικανοποίησε με την απόδοση της τους πολυπληθείς φιλάθλους της που είχαν έλθει στην Ασωπία. Η ομάδα ήταν ασύνδετη , χωρίς πάθος , κακοστημένη, οι επιθετικοί παικτες ήσαν ανύπαρκτοι και χωρις καμία επαφή με το κέντρο . Ο μόνος παίκτης που πάλεψε και κράτησε την ομάδα ήταν ο βετεράνος , Σταύρος ο Κομιώτης που πέτυχε και τα δυο γκόλ. Τα Σκούρτα είναι στην δεύτερη θέση στη βαθμολογία και παίζουν το τελευταίο τους αγώνα στα Σκούρτα με την ομάδα των Ερυθρών που είναι επικεφαλής του ομίλου .


κινέζος θεωρητικός της στρατηγικής Σουν Τζου είχε γράψει: «Στρατηγική με τακτικούς ελιγμούς είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για τη νίκη. Τακτικοί ελιγμοί χωρίς στρατηγική, είναι ο θόρυβος πριν την ήττα»
Γήπεδο Ασωπίας
Τα Σκούρτα έχουν εξτρατεύσει στην Ασωπία !!

Μούσα
“Όταν ένας ζωγράφος ζωγραφίσει το δέντρο που βρίσκεται στον κήπο του γείτονα επειδή τον συγκινεί ο κορμός και τα κλαδιά του, το ζωγραφικό δέντρο δεν είναι πια του γείτονα. Όταν ένας καλλιτέχνης απεικονίσει με τον τρόπο του σε έργο μια γυναίκα, γίνεται η γυναίκα του ακόμη κι αν δεν έχουν δεσμό. Νομίζω ότι αυτό λέγεται μούσα.”
Ειρήνη Σκυλακάκη
Ασωπια – Σκούρτα
1-1στο πρώτο ημίχρονο 

Ψάλτης
Άγιος Αθανάσιος Σκούρτων 
εξωκλήσι


πλατεία Σκούρτων
Βασίλης Θεοχαράκης
Βασίλης Θεοχαράκης
– Η έκθεση στην οποία βρισκόμαστε φέρει στον τίτλο το όνομά σας, δίπλα στο όνομα του δασκάλου σας, Παπαλουκά. Πώς νιώθετε για αυτή τη συγκυρία;
Λίγοι μαθητές έχουν την ευκαιρία να βιώσουν κάτι τέτοιο. Το όνομα του δασκάλου μου είναι πρώτο, και μετά το δικό μου, δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Εγώ έπομαι. Ο Παπαλουκάς ήταν ένας άνθρωπος εξαιρετικός. Λιγομίλητος, σχεδόν δεν μίλαγε καθόλου, αλλά αγαπούσε και τη δουλειά του και τους ανθρώπους. Εγώ τον είχα ως πνευματικό μου πατέρα, κυριολεκτικά. Η πρόταση που μου έγινε από την Καλαμάτα, να συνεκθέσω μαζί του, με ευχαρίστησε πάρα πολύ. Εδωσα έργα που κυρίως αφορούν το Αγιο Ορος.
– Στην Καλαμάτα πόσα χρόνια είχατε να έρθετε;
Είχα έρθει πριν από 2-3 χρόνια για διακοπές. Ο δρόμος αυτός κοντά στην παραλία, η Ναυαρίνου, που είναι για περπάτημα, είναι μία από τις πιο ωραίες εντυπώσεις που μπορεί να αποκομίσει κανείς.
– Η τέχνη ήταν για σας ένα καταφύγιο μέσα στον σκληρό κόσμο των επιχειρήσεων;
Το είπατε μόνη σας. Εγώ εκεί… ξεδίνω.
– Οταν ήσασταν με το δάσκαλο σας, πριν από πολλά χρόνια στο εργαστήρι μαζί, φανταζόσασταν ότι θα ερχόταν μια εποχή που θα μιλούσαμε για installations, για ηχητικά τοπία, για ζωντανές performances;
Δύσκολα τα καταλαβαίνω, για να σας πω την αλήθεια. Μπορείτε να πείτε ότι είμαι παλαιολιθικός. Ε, δεν είμαι να πάρει η ευχή, αλλά δεν είναι και ζωγραφική αυτό! Γι’ αυτό λένε πια “εικαστικός”. Τι πάει να πει αυτό; Εγώ δεν κατανοώ τον όρο, είμαι ζωγράφος. Τι είναι “εικαστεύω”;
– Η τέχνη σήμερα μπορεί να εκφράσει τα όσα ζούμε; Τα καλά και τα κακά, ακόμα και τη φρίκη;
Ακούστε να δείτε, η τέχνη είναι ανεξάρτητη από τα γενόμενα και τα εφήμερα. Εχει τον δικό της δρόμο. Πάντα επηρεάζεται, αλλά δεν εκφράζει τον σημερινό κόσμο. Εστω κι αν κάνεις μοντέρνα ζωγραφική, πρωτοποριακή, αβάντ γκαρντ.

Βασίλης και Μαρίνα Θεοχαράκη
– Σχέδιο, φόρμα, μορφή, ακρίβεια. Νιώθετε ασφαλής μέσα σε αυτό τον κόσμο που υπηρετείτε όλα αυτά τα χρόνια;
Απολύτως. Ξέρετε, πιο πολύ χρόνο μου παίρνει να τα σχεδιάσω πρώτα τα έργα μου, παρά να τα χρωματίσω.
– Ποια είναι η επόμενη ημέρα για το Ιδρυμα Θεοχαράκη;
Η συνέχιση των αξιόλογων εκθέσεων, ελληνικών και ξένων. Είμαι ευχαριστημένος. Το Ιδρυμα είναι σχεδόν μιας δεκαετίας μόνο σε ηλικία, αλλά έχει γίνει πολύ αγαπητό από τον κόσμο. Ερχονται Αθηναίοι πολίτες, πολλά σχολεία, άνθρωποι από όλη τη χώρα.
Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα
– Μετά από αρκετό καιρό στην Καλαμάτα, για μία τόσο σημαντική έκθεση. Ποιες είναι οι εντυπώσεις σας;
Ηθελα πολύ να δω το Μέγαρο Χορού, το οποίο με εντυπωσίασε, όπως και η πόλη, η οποία είναι ωραία, καθαρή, πολιτισμένη… και χαίρομαι πολύ. Δεν την έχει αγγίξει η κρίση και είναι σημαντικό αυτό.
– Πώς σας φαίνεται η έκθεση που θα δει το κοινό της Καλαμάτας;
Είναι εξαιρετική γιατί παρουσιάζει το έργο ενός μεγάλου δασκάλου, του Σπύρου Παπαλουκά, και ενός από τους σπουδαιότερους μαθητές και συνεχιστές του, του Βασίλη Θεοχαράκη. Με αφετηρία το Αγιο Ορος, που και ο Παπαλουκάς αγάπησε πάρα πολύ, όπως και ο μαθητής του.
Ο κ. Θεοχαράκης είναι ο αυθεντικότερος μαθητής του Παπαλουκά και αυτός που πραγματικά κατανόησε πάρα πολύ το νόημα της τέχνης του, και το πνευματικό. Ο Παπαλουκάς διακρίνεται όχι μόνο γιατί είναι ένας σπουδαίος εικαστικός, αλλά γιατί η τέχνη του αποτελεί ένα σπουδαίο πνευματικό γεγονός. Είναι μια πνευματική κατάθεση στην ιστορία της ελληνικής ζωγραφικής. Νομίζω ότι αυτό το στοιχείο το βλέπουμε και στον συνεχιστή του.
Είναι μια πάρα πολύ όμορφη έκθεση και πιστεύω ότι ταιριάζει πολύ και στο χώρο. Θα τη χαρεί ο κόσμος, είναι μέσα στην άνοιξη, υπάρχουν πολλά έργα εμπνευσμένα από τη φύση.
– Το κομμάτι με τα έργα που απεικονίζουν τη φύση, είναι μια ένεση αισιοδοξίας στην πολύ γκρίζα εποχή μας;
Οπως το λέτε.
– Το θέμα είναι κλασικό. Αγιο Ορος, ναοί, φύση, τοπία. Κατά έναν τρόπο όμως, το αποτέλεσμα μοιάζει… προχωρημένο (αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτή την έκφραση).
Βέβαια, γιατί ο Παπαλουκάς ήταν ένας από τους ζωγράφους που ανανέωσαν την ελληνική ζωγραφική και τοπιογραφία. Είναι από τους μεταϊμπρεσιονιστές, με μια βαθιά κατανόηση του ότι η ζωγραφική δεν αναπαριστά πιστά τη φύση, αλλά δημιουργεί ένα παράλληλο ζωγραφικό γεγονός. Το οποίο έχει τους δικούς του εσωτερικούς νόμους – που δεν τους υποβάλλει πάντοτε η ομοιότητα με αυτό που βλέπεις, αλλά η εσωτερική λογική του έργου της τέχνης.
– Αρα ένας καλλιτέχνης μπορεί να θεωρείται κλασικός, αλλά στα μάτια κάποιων να είναι νεωτεριστής.
Θα έλεγα και κάτι άλλο, πολύ σημαντικό. Παρά όλες αυτές τις αφαιρέσεις, για τις οποίες μιλάμε, ο Παπαλουκάς κατανόησε πολύ το ελληνικό φως. Επειτα το μετέτρεψε –αφού αυτό δεν απεικονίζεται–, το μετέφρασε σε χρώμα. Αυτό ήθελε μεγάλη τέχνη για να επιτευχθεί: το φως της Ελλάδας, με την ιδιαίτερη πνευματικότητα, να το μεταφράσεις σε χρώμα. Αυτό το κατάφερε ο Παπαλουκάς και το συνεχίζει ο κ. Θεοχαράκης.

Παναγιώτης Λαμπρινίδης – Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα
Πηγή : εφημερίδα Ελευθερία Καλαμάτας
ρεμπέτες
ΠΗΓΗ: sarantakos.wordpress.c0m
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ, σε τρεις συνέχειες, το 1984.
Τα δυο τρία τελευταία χρόνια το ρεμπέτικο τραγούδι γνωρίζει μια πρωτοφανή όσο και στρεβλή άνθηση. Εκδίδονται δεκάδες δίσκοι με παλιές ηχογραφήσεις, αλλά και άλλοι τόσοι με επανεκτελέσεις -συχνά κακές ή άσκοπές- ενώ τα μαγαζιά με κομπανίες και τα «ρεμπετομπάρ» έχουν αποκτήσει επιδημικές διαστάσεις. Πολλοί θησαυρίζουν, πολλοί απλώς κάνουν τη δουλειά τους, μερικοί προσφέρουν αληθινά. Μέσα σ’ όλον αυτό τον «οργασμό», έχει ατονήσει η τάση για σοβαρή έρευνα πάνω στο ρεμπέτικο –τάση που υπήρχε μέχρι και τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια- και οι παλιοί ρεμπέτες συχνά πεθαίνουν μέσα στη γενική αδιαφορία και οπωσδήποτε χωρίς να έχουν δώσει όσες μαρτυρίες θα μπορούσαν. Μια γρήγορη επισκόπηση των όσων έχουν κατά καιρούς γραφτεί ή ειπωθεί για το ρεμπέτικο αρκεί για να πείσει ότι, αν μη τι άλλο, επικρατεί μεγάλη σύγχυση γύρω απ’ το θέμα. Και ταυτόχρονα, πολλά δεν έχουν εξεταστεί καν, όπως ας πούμε γλώσσα του ρεμπέτικου.
Εμείς θα προσπαθήσουμε παρακάτω να κάνουμε απλά μερικές εμπειρικές νύξεις γύρω απ’ το θέμα των αξιών και της κοινωνιολογίας του ρεμπέτικου.
Το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο είναι ενταγμένος ο ρεμπέτης της προπολεμικής περιόδου, είναι, κυρίως, το σινάφι, η ομάδα των ομοίων δηλαδή, ενώ ο χώρος στον οποίο κινείται είναι η πιάτσα. Εκεί μέσα, και μόνον εκεί, αισθάνεται οικεία ο ρεμπέτης.
Η ένταξη στο σινάφι σημαίνει αυτόχρημα την, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, απόρριψη των επίσημων θεσμών της κοινωνίας, ήδη απ’ την προεφηβική ηλικία.
Μ’ έστελνε η μανούλα μου – σχολειό για να πηγαίνω
και γω τραβούσα στο βουνό – με μάγκες να φουμέρνω
(« Ο Μάρκος μαθητής», Μάρκος, 1935)
Αντί σχολειό μου πάγαινα μες στου Καραϊσκάκη
έπινα διάφορα πιοτά να μάθω μπουζουκάκι.
Οι συγγενείς μου λέγανε να το απαρατήσω
αυτό το παλιομπούζουκο, να μην τους ξεφτιλίσω
(«Εγώ μάγκας φαινόμουνα», Γενίτσαρης, 1937)
Μέσα στους κόλπους αυτού του σιναφιού επικρατεί βέβαια μια ιεραρχία, που όμως δεν ξεπερνά κάποιο ελάχιστο όριο, και περισσότερο στην «αρχαιότητα» βασίζεται:
Χρόνια μες στην Τρούμπα μαγκίτης κι αλανιάρης
φρόντισε να μάθεις κι ύστερα να με πάρεις
(«Χρόνια μες στην Τρούμπα», Μάρκος, 1936)
Στο παραπάνω τραγούδι του Μάρκου βρίσκουμε μια καλή σύνοψη των προσόντων του καλού μάγκα, που είναι «παιδάκι έξυπνο», παίζει μπουζουκάκι και «στην πιάτσα που μεγάλωσα όλοι μ’ έχουν θαμάξει, γιατί είμαι μάγκας κι έξυπνος και σ’ όλα μου εντάξει».
Όσο για το σαβουάρ βιβρ της πιάτσας, η τελευταία στροφή του ίδιου τραγουδιού μας λέει πως:
Οι μάγκες με προσέχουνε κι όλοι με λογαριάζουν
όταν με βλέπουν κι έρχομαι μαζί μου νταλκαδιάζουν.
Η καταξίωση του ρεμπέτη επομένως, δεν έρχεται με το χρήμα ή την κοινωνική άνοδο, αλλά όταν απολαμβάνει τη φιλία και την εμπιστοσύνη της παρέας:
Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά εμένα μ’ αγαπούνε
μόλις θα μ’ αντικρίσουνε θυσία θα γενούνε
ή:
Που πηγαίνω με κοιτούνε κι όπου κάτσω με κερνούνε
(«Μάρκος ο Συριανός», Μάρκος)
Χαρακτηριστικά είναι και τα επίθετα που χρησιμοποιούνται: μάγκας, μαγκίτης κι αλανιάρης, παιδάκι με ψυχή και ζηλεμένο (Τσιτσάνης), σερέτης, παιδί τζιμάνι (Μάθεσης), μαγκιόρος (Παπάζογλου), ζόρικος και ήσυχος (Μάρκος). «Κουτσαβάκης, μάγκας και ντερβίσης,· όλ’ αυτά είναι ένα. Αλλά ο ντερβίσης είναι ανώτερος απ’ όλους», λέει ο Μάρκος στην αυτοβιογραφία του, ενώ ο Κερομύτης μιλάει για τον «πρωτόμαγκα», δίνοντας έτσι και κάποια απόχρωση ιεραρχίας.
Αυτή η αφελώς ειδυλλιακή εικόνα κυριαρχεί στο ρεμπέτικο γύρω στο ’35, και όσο πιο πίσω στο παρελθόν πηγαίνουμε, τόσο πιο «ανέμελη» γίνεται. Πρέπει να πούμε ότι αυτό καθόλου δεν συνεπάγεται ταύτιση της πιάτσας με τον υπόκοσμο, πράγμα που γίνεται φανερό αν σκεφτούμε τις δεκάδες ρεμπέτικα που μιλούν για επαγγέλματα (κυρίως για χασάπηδες, μανάβηδες, ψαράδες, τσαγκάρηδες και ταβερνιάρηδες) και που δίνουν το περίγραμμα της πιάτσας.
Η μάγκικη ζωή, ωστόσο, ήδη από τα τελευταία προπολεμικά χρόνια υφίσταται κάποια ρήγματα κι έχουμε τραγούδια που υπαινίσσονται πως «χάλασαν πια τα πράματα»:
Όλος ο κόσμος τώρα δουλεύει μηχανές…
Ψεύτικα σου γελάνε, μηχανικά μιλούν
κακό για να σου κάνουν μονάχα προσπαθούν
(«Η ψευτοφιλία», αποδίδεται στο Στελλάκη, 1936)
ενώ ο μάγκας αρχίζει να μετανιώνει σκεπτόμενος τις συνέπειες της ζωής που περνάει. Καμιά φορά γίνεται και ξέμαγκας:
γιατί όσο τη φουμάριζα κι έπαιζα και το ζάρι
μπροστά με λέγαν έξυπνο και πίσω παλαβιάρη
(«Ο ξέμαγκας» του Παπάζογλου)
Αυτά είναι τα πρώτα δείγματα του τι θα επακολουθήσει. Με καταλύτη την Κατοχή και τον Εμφύλιο, η μετά τον πόλεμο εικόνα έχει αλλάξει ριζικά. Το σινάφι και η πιάτσα έχουν εξαφανιστεί, ή τουλάχιστον έχουν μεταμορφωθεί, και περιορίζονται στα λαϊκά κέντρα, τα πέριξ και τους θαμώνες τους.
Ο «μάγκας» ακόμα και σαν λέξη σπάνια εμφανίζεται, και όταν αυτό συμβαίνει εννοεί τους μποέμηδες, που «γυρίζουνε ξενύχτηδες τα βράδια και ρομάντζες τραγουδάνε στα σκοτάδια» («Σερσέ λα φαμ», Τσιτσάνης, 1949) και «κάθε μας μεράκι γίνεται τραγούδι και το λέμε, και μες στα στραπάτσα μάθαμε ποτέ μας να μην κλαίμε» («Είμαστε αλάνια», Τσιτσάνης, 1953), αλλά μέχρι εκεί και μη παρέκει. Όπως λέει ένα τραγούδι που έχει περάσει στο όνομα της Νίνου («Τρεις μάγκες είμαστε«),
Τρεις μάγκες είμαστε κι οι τρεις αδέρφια
αλλά το πρωί
τη γλυκιά μανούλα μας στο στόμα τη φιλούμε
και ξεκινούμε για τη δουλειά
Μ’ άλλα λόγια, όλα περιστρέφονται γύρω απ’ την ταβέρνα και μόνο, και οι δεσμοί είναι πολύ πιο χαλαροί. Συχνά μάλιστα ο μάγκας γίνεται αντικείμενο χλευασμού («Μαχαλόμαγκα να ζήσεις, άσε τις παρεξηγήσεις», Τσιτσάνης, 1949), ενώ το χρήμα θεωρείται σπουδαία αρετή του γλεντζέ (θέλω… για δικό μου κέφι τα φράγκα να σκορπάς – Μητσάκης 1950, ή απόψε το μπουζούκι σου θα στο μαλαματώσω · Τσιτσάνης 1951).
Είναι ευνόητο ότι έξω απ’ την ταβέρνα κυριαρχεί η δυσπιστία ακόμα και ανάμεσα στους φίλους (τάχα δεν φταίει ο εμφύλιος γι’ αυτό;) και από την ανέφελη εικόνα της προπολεμικής πιάτσας φτάνουμε στο λαϊκό του ‘ 50-’60 όπου:
υπάρχουν και καλά παιδιά στην κοινωνία μέσα
αποτελούν, δηλαδή, εξαίρεση.
Να προσέξουμε πολύ τη λέξη κοινωνία.
Στο προπολεμικό ρεμπέτικο είναι ζήτημα αν αναφέρεται πάνω από δυο φορές αυτή η λέξη. Ο μάγκας διαμαρτύρεται βέβαια για τα βάσανά του, όμως ο υπαίτιος γι’ αυτά, όταν δεν είναι η «κακούργα» γυναίκα, είναι η μοίρα –έτσι γενικά– η «ζωή» ή η «καταραμένη φτώχεια» (Χατζηχρήστος-Λελάκης).
Ο Μάρκος λέει: «Ψεύτικος είναι ο ντουνιάς και ψεύτικη η ζωή μας» και απορεί για τα βάσανά του μη βρίσκοντας την αιτία:
Ρε παιδεμένη μου ζωή, πάψε πια για τα μένα
τι σου ‘κανα και μου ‘κανες τα μάτια βουρκωμένα
(«Ώρες με θρέφει ο λουλάς», 1936)
Μονάχα ο κατ’ εξοχήν «παραπονιάρης»Χατζηχρήστος θα πει κάπου «παλιοζωή, ψεύτη ντουνιά και παλιοκοινωνία». [Κι αυτό μεταπολεμικό είναι, οπότε δεν πιάνεται]
Αντίθετα, μετά τον πόλεμο, η σύνδεση του ρεμπέτικου με την πολιτική κατάσταση και με την εργατική τάξη έχει σαν αποτέλεσμα να αναδειχθεί η «κοινωνία» σε κεντρικό σημείο αναφοράς. Η διαμαρτυρία εντοπίζεται εκεί:
Κοινωνία ένοχη που γυρεύεις θύματα
μ’ έβαλες και μένα στο μαυροπίνακα
(«Μαυροπίνακας», Τσιτσάνης)
Έχουμε αμφισβήτηση (Ψεύτρα κοινωνία, πέτα τη μάσκα στη φωτιά –Λαύκας) που προχωράει στην κατανόηση:
Ένιωσα ποια είν’ η κοινωνία
ένιωσα του κόσμου την τόση αδικία
(«Η κοινωνία», Κολοκοτρώνης)
Ο ρεμπέτης διατυπώνει προτάσεις που κατονομάζουν τον ένοχο: «Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία έχουν θερίσει την κοινωνία» (Μπακάλης), για να φτάσουμε στο γνωστό — και απαγορευμένο — του Τσιτσάνη:
Δυο δρόμοι τη χωρίζουνε την κοινωνία τούτη
και φέρνουν μαύρη συμφορά, η φτώχεια και τα πλούτη
Της κοινωνίας η διαφορά – φέρνει στον κόσμο μεγάλη συμφορά
Βέβαια θα’ ταν υπερβολή να λέγαμε ότι «όλο» το μεταπολεμικό ρεμπέτικο κατάφερε να αποκτήσει εργατική ταξική συνείδηση. Τα δείγματα που πιο πάνω παραθέσαμε, μάλλον εξαιρέσεις του κανόνα αποτελούν· ωστόσο είναι ενδεικτικά του δρόμου μπορούσε να ακολουθήσει το ρεμπέτικο αν δεν μεσολαβούσε η εμπορικοποίηση και αλλοίωσή του. Πάντως, η σύγκριση με το προπολεμικό είναι αποκαλυπτική: Πριν έφταιγε η «μοίρα», τώρα η «κοινωνία». Άλλωστε, στο καθεστώς μετά τον Εμφύλιο λίγα μπορούσαν να ειπωθούν. Μην ξεχνάμε πως υπήρχε μια λογοκρισία αυστηρή και ηλίθια (από τραγούδι του Καλφόπουλου κόπηκε η λέξη «οδοιπόρος» γιατί θύμιζε το «συνοδοιπόρος») και πως συχνά οι ρεμπέτες αυτολογοκρίνονταν. Όπως θα δούμε παρακάτω, δεν είναι και λίγα αυτά που «τόλμησαν» να πουν.
Συνεχίστε την ανάγνωση του “ρεμπέτες”
