Πάσχα 1970

Θυμάμαι, σαν απόψε, Μεγάλο Σάββατο, το 1970 κάτι θαυμαστό που συνέβη εδώ στον διπλανό συνοικισμό. Όταν χτύπησε η καμπάνα της Εκκλησιάς, για την Ανάσταση, όλο το χωριό, κατά οικογένειες, ξεκίνησε για την Εκκλησιά. 

Μαζί τους ανέβαιναν και ο γερο-Γεωργακός, ο μεγαλοκτηνοτρόφος, με την οικογένειά του. Μόλις πέρασαν τη μεγάλη ανηφόρα, άκουσαν, μέσα στην ησυχία της νύχτας, πέρα στα μαντριά του Γεωργακού, μεγάλο θόρυβο. 

Ο Γεωργακός έκαμε λίγο πιο πέρα και έβαλε αυτί για ν’ ακούσει καλύτερα τι συμβαίνει. Μαζί του στάθηκαν και άλλοι χωριανοί. 

– Λύκοι μπήκαν στο μαντρί μου, είπε. Απόψε διάλεξαν να το κάνουν. Ξέρω εγώ, ο σατανάς τους έστειλε για να με εμποδίσει να πάω στην Ανάσταση, αλλά, έννοιά του, δεν θα του κάνω το χατίρι… 

Κοίταξε πέρα προς τα μαντριά και φώναξε δυνατά: 

«Απόψε προβατάκια μου σας δίνω του Θεού μου». 

Και στρέφοντας το πρόσωπό του στους συνοδοιπόρους του χωριανούς, τους είπε: 

– Εγώ θα πάω στην Εκκλησιά να ακούσω το «Χριστός Ανέστη», που τόσο πολύ το περιμένω και το λαχταρώ. Θέλω να Λειτουργηθώ με την οικογένειά μου και να Κοινωνήσουμε τα Άχραντα Μυστήρια. Πενήντα μέρες ετοιμαζόμαστε για τη μεγάλη αυτή νύχτα, δεν τη χάνω με τίποτα! 

– Τί είναι αυτά που λες Γεωργακέ; του είπαν οι πλησιέστεροι συνοδοιπόροι του. Τρέξε γρήγορα να γλυτώσεις τα πρόβατά σου και να σώσεις την περιουσία σου που με πολλούς και πολύχρονους κόπους έφτιαξες. Φύγε γρήγορα, μη χασομεράς. Κάθε λεπτό που περνάει η ζημιά που σου κάνουν οι λύκοι γίνεται και πιο μεγάλη. Σκέψου, σε παρακαλούμε, την οικογένειά σου που ζει απ’ αυτά τα πρόβατα… 

– Ένα να μην μείνει, τους αποκρίθηκε ο τσέλιγκας, εγώ θα πάω στην Ανάσταση και ό,τι θέλει ο Θεός ας γίνει… 

Αυτά είπε και κίνησε για το ναό, σκορπίζοντας σ’ όλους τους συγχωριανούς του τον θαυμασμό για τη μεγάλη του πίστη! 

Στην Εκκλησιά, πρώτος και καλύτερος ο τσέλιγκας! Στεκόταν, αγέρωχος, στο στασίδι του κρατώντας στα χέρια του την ολοφώτεινη λαμπάδα του, που με το φως της χάϊδευε το ρυτιδωμένο πρόσωπό του. 

Στο κάλεσμα του ιερέα: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε», πήγε πρώτος αυτός και μαζί του ιεραρχικά όλη η φαμελιά του και Κοινώνησαν τα Άχραντα Μυστήρια. 

Όταν ο λειτουργός διάβαζε τον Κατηχητικό Λόγο του Ιερού Χρυσοστόμου, ο Γεωργακός στεκόταν μπροστά στην Ωραία Πύλη και άκουγε με προσοχή. 

Στα λόγια του παπά: «Ο Άδης, φησίν, επικράνθη», επαναλάμβανε το «επικράνθη» με πείσμα και θυμό, λες και εκδικιόταν τον Άδη και μαζί του τον διάβολο, με τη σκοτεινή δυναστεία του. Και όταν το κείμενο έφτασε στο: «Ανέστη Χριστός και ζωή πολιτεύεται», ο τσέλιγκας, στην κάθε επανάληψη του «Ανέστη», φώναζε δυνατά και θριαμβευτικά, με φωνή που σκέπαζε εκείνες των συνεορταστών του, το δικό του «Ανέστη». 

Παρότι δεν ήξερε πολλά γράμματα, ο τρόπος που αντιδρούσε στο άκουσμα των ρημάτων «επικράνθη και Ανέστη», έδειχνε πως όχι μόνον τα καταλάβαινε, αλλά κυριολεκτικά τα βίωνε μέσα στην ψυχή του. Χωρίς, δηλαδή, να το ξέρει, θεολογούσε!… 

Βγαίνοντας από την Εκκλησιά, αφού είπε το «Χριστός Ανέστη» με τη φαμελιά του και τους χωριανούς και άκουσε το «Αληθώς Ανέστη», κίνησε για το σπίτι του, γεμάτος αναστάσιμη χαρά και αγαλλίαση. 

Όταν έφτασαν στο σπίτι, αφού πρώτα άναψαν το καντήλι με το Αναστάσιμο Φως, έστρωσαν τραπέζι για να φάνε την παραδοσιακή μαγειρίτσα και να τσουγκρίσουν το κόκκινο αυγό. 

Αφού φάγανε και οι άλλοι αποσύρθηκαν για ύπνο, ο Γεωργακός, που δεν τον χωρούσε ο τόπος, πήρε την γκλίτσα του και βγήκε από το σπίτι για να πάει στα μαντριά να δει τι ζημιά του έκαναν οι λύκοι και πόσα από τα πρόβατα του απόμειναν. Ανέβαινε τον ανηφορικό δρόμο που οδηγούσε στις στάνες του, με γρήγορο βηματισμό, έχοντας διαρκώς το νου του στα ζωντανά του. 

Όταν έφτασε πολύ κοντά τον ανησύχησε η μεγάλη ησυχία που επικρατούσε εκεί. 

«Άϊντε, είπε, πάνε τα προβατάκια μου, δεν θα γλύτωσε κανένα», και μ’ αυτές τις σκέψεις, μπήκε στο μαντρί. Εκεί, έζησε όλο το θαύμα της Ανάστασης. 

Τα πρόβατά του είχαν στριμωχθεί όλα μαζί στην αριστερή πλευρά του μαντριού, ακίνητα, σαν μαρμαρωμένα. Στην άλλη πλευρά, είδε να γυαλίζουν, μέσα στο σκοτάδι, τέσσερα μάτια. 

Πάνω στα ξερά χορτάρια που στρώνουν οι βλάχοι για να ‘ναι τα ζωντανά τους στεγνά και ζεστά, κάθονταν, σαν τα ήμερα σκυλιά, δύο λύκοι και τον κοίταζαν!

Συγκλονισμένος απ’ αυτό που έβλεπε, πήγε αθόρυβα και άνοιξε τη μαντρόπορτα. Ύστερα, στάθηκε λίγο παράμερα και για να διώξει τους λύκους, κτύπησε με δύναμη τις παλάμες των χεριών του. Οι λύκοι πετάχτηκαν αμέσως έξω απ’ το μαντρί και εξαφανίστηκαν. 

Ο Γεωργακός τότε στράφηκε προς τα πρόβατα. Τα μέτρησε ένα προς ένα και ω του θαύματος! Τα βρήκε όλα, όχι μόνο ζωντανά και σωστά στον αριθμό, αλλά και ανέγγιχτα! Οι λύκοι, δηλαδή δεν τα είχαν ακουμπήσει! Ούτε καν μια σταλαγματιά αίματος δεν βρέθηκε πάνω στο μαλλί τους και στο δάπεδο! 

Ο πολύπειρος βοσκός, που στα τόσα χρόνια που φρόντιζε τα πρόβατά του, γνώρισε και άλλες τέτοιες «επισκέψεις», που όλες είχαν το κόστος τους, άλλες μικρό και άλλες μεγάλο, κατάλαβε πως αυτό που του συνέβηκε την Αναστάσιμη αυτή νύχτα, ήταν Θεία παρέμβαση! 

Χωρίς καμιά, γι’ αυτόν, αμφιβολία, ο Αναστάς Κύριος φίμωσε τα στόματα των λύκων και προστάτευσε τα πρόβατά του. Γι’ αυτό, πήγε και γονάτισε ανάμεσά τους και αφού έκανε τρεις φορές τον σταυρό του, φώναξε θριαμβευτικά: «Χριστός Ανέστη»! Και τότε, ω των θαυμασίων Σου Κύριε, όπως έλεγε στους χωριανούς του, άκουσε τα πρόβατα να του αποκρίνονται, με ανθρώπινη φωνή: «Αληθώς Ανέστη»!!! 

«Τέτοιοι άνθρωποι, παιδί μου, ζούσαν στα χωριά μας εκείνα τα χρόνια!», είπε ο μπάρμπα-Θανάσης τελειώνοντας την ιστορία του, «άνθρωποι, φτωχοί μεν, αλλά αληθινοί Χριστιανοί, με μεγάλη πίστη και ευσέβεια». 

Διήγηση Μπάρμπα – Θανάσης Παπαντώνης

Σκούρτα

Ω γλυκύ μου έαρ,

γλυκύτατόν μου Τέκνον,

πού έδυ σου το κάλλος;

Υιέ Θεού παντάναξ,

Θεέ μου πλαστουργέ μου,

πώς πάθος κατεδέξω;

Έρραναν τον τάφον

αι Μυροφόροι μύρα,

λίαν πρωί ελθούσαι.

ήθελε ο θεός και ζήσαμε

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα και αναρτούμε ένα επίκαιρο διήγημα ,

ήθελε ο θεός και ζήσαμε..

Η Πρωτομαγιά του 1964 συνέπεσε με την Μεγάλη Παρασκευή , ήταν μια από τις σπάνιες χρονιές που το Πάσχα θα το γιορτάζαμε Μάιο . Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά στη κοιλάδα του ποταμού Ύλαιθου ή Δαφνούς.

Το ποτάμι προσέφερε με τα πλούσια νερά του τη ζωή στις μικρές καλλιέργειες που υπήρχαν στους παρακείμενους αγρούς   και από τους οποίους οι κάτοικοι συγκομιδούσαν τα βασικά τους αγαθά.

Με το πέρασμα του χρόνου οι κάτοικοι άλλαξαν το όνομα του ποταμιού τους σε Μόρνο γιατί τα νερά του είχαν το ίδιο χρώμα με τα μούρα που ευδοκιμούσαν στις όχθες του , Μουρινός ποταμός , και όπως συμβαίνει με τα ονόματα κόψε από εδώ πρόσθεσε από κει κατέληξε να λέγεται εδώ και πολλά χρόνια Μόρνος .

Τα χωριά στα οποία ανήκε ο κάμπος είχαν κτιστεί πέριξ της κοιλάδας σε χώρους ηλιόλουστους καλά προστατευόμενους από την υγρασία του κάμπου και από τους βοριάδες . Οι παλιοί κάτοικοι διάλεγαν με προσοχή. που θα κτίσουν τον οικισμό τους , Τα κριτήρια τους ήσαν κυρίως η ασφάλεια και το καλό κλίμα που θα τους προφύλασσε από αρρώστιες

Αυτό βέβαια είχε  το μειονέκτημα ότι έπρεπε καθημερινά να πεζοπορούν τουλάχιστον μια ώρα  για να πηγαίνουν στα αγροκτήματα τους .

Κάποιοι είχαν προνοήσει και είχαν κατασκευάσει και τα αγροτόσπιτα τους εκεί ώστε να αποφεύγουν αυτό το καθημερινό βασανιστικό πήγαινε – έλα , ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες .

Μια από τις λίγες οικογένειες που είχαν αυτό το προνόμιο ήταν και η δική μου . Ο παππούς, που είχε κάνει μετανάστης στην Αμερική για 25 χρόνια στις αρχές του εικοστού αιώνα, είχε φροντίσει, όταν γύρισε πίσω στην πατρίδα, να αγοράσει μια συνεχόμενη έκταση 50 στρεμμάτων δίπλα στις όχθες του ποταμού . Εκεί έκτισε ένα δίπατο αγροτόσπιτο με όλα τα υποστατικά που ήσαν απαραίτητα για την αγροτική και κτηνοτροφική δραστηριότητα .

Ο πατέρας μου εδώ έφερε την μητέρα μου ως νύφη και μαζί με τον παππού και την γιαγιά καλλιεργούσαν την πλούσια γη κυρίως με καλαμπόκια , σιτηρά και κηπευτικά και βιοπόριζαν την οικογένεια τους . Σε αυτό το αγροτόσπιτο γεννήθηκα και μεγάλωσα εγώ , ο μεγαλύτερος , ο αδελφός μου και η αδελφή μου .

Εκείνη την Μεγάλη Παρασκευή του 1964 ο πατέρας μου είχε τελειώσει με την σπορά  των χωραφιών, που ήσαν γύρω από το σπίτι,  με καλαμπόκι . Τα χρόνια εκείνα το όργωμα και η σπορά γινόταν με το παραδοσιακό τρόπο δηλαδή με τα άλογα ή τα μουλάρια και με το αλέτρι του Ησίοδου ,ήταν μια δύσκολη δουλειά και για τον άνθρωπο και για ζώα .

Δεν έπρεπε ούτε σπυρί να πάει χαμένο ,για να πιάσει ο κόπος τόπο, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά οι άνθρωποι του μόχθου.

Στα φρέσκα οργώματα έπεφταν τα κάθε είδους πουλιά για να ¨κλέψουν΄΄ κανένα σπόρο. Οι επιδρομές δε των κορακιών ήταν η μεγάλη μάστιγα για τους γεωργούς και κατά την σπορά αλλά και μετά κατά την περίοδο της ωρίμανσης και συγκομιδής .

Για να μειώσουν αυτές τις επιδρομές οι γεωργοί έφτιαχναν με παλιά ρούχα κάποια σκιάχτρα και τα τοποθετούσαν στα χωράφια τους . Στην αρχή ήταν αποτελεσματικό μέτρο αλλά σιγά σιγά τα πουλιά εξοικειωνόντουσαν και στο τέλος καθόντουσαν και πάνω στα σκιάχτρα ..

Χρησιμοποιούσαν επίσης κάποιες αυτοσχέδιες κατασκευές από τενεκέδες που με τον άνεμο δημιουργούσαν έντονο θόρυβο που φόβιζε τα πουλιά τουλάχιστον στην αρχή .

Κάποιοι γεωργοί θεωρούσαν πιο αποτελεσματικό μέτρο  το να κρεμούν σε κάποιους στύλους μέσα στα χωράφια τους νεκρά πουλιά που είχαν τουφεκίσει.

Ο πατέρας μου  είχε ένα παλιό τυφέκιο  στρατιωτικό μακρύκανο ,τύπου γκρα, που το είχε μετατρέψει σε κυνηγετικό ,έπαιρνε κυνηγετικό φυσίγγι στην θαλάμη αντί για σφαίρα, λειτουργούσε με κινητό ουραίο .

Εκείνο το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής το είχε  κατεβάσει από το ταβάνι του σπιτιού μας όπου το φύλασσε, το όπλισε και παραμόνευε στην αυλή ώστε όταν πέσουν τα πουλιά στα οργωμένα χωράφια να τα τουφεκίσει . Κάποια στιγμή κάπου θέλησε να πάει και άφησε το όπλο πάνω στον φράχτη και απομακρύνθηκε .

Εγώ με τα αδέλφια μου που παρακολουθούσαμε την σκηνή τρέξαμε και εγώ πήρα το όπλο και άρχισα να σημαδεύω πρώτα το αδελφό μου και μετά την αδελφή μου λέγοντας τους αστειευόμενος , σας «σκοτώνω» …πιστεύοντας μάλλον ότι δεν έχει φυσίγγι .
Το χαρακτηριστικό κλικ του επικρουστήρα ακούστηκε και στις δυο περιπτώσεις χωρίς να γίνει εκπυρσοκρότηση ….
μετά έστρεψα το όπλο προς τον ουρανό και ξαναπάτησα την σκανδάλη και ο εκκωφαντικός ήχος της εκπυρσοκρότησης ακόμη ακούγεται στα αυτιά μου ……

πόνημα δημιουργικής γραφής

Κωνσταντίνος  Γ. Μπερτσιάς
Φεβρουάριος 2019