

Αλλαγή
Αλλάξτε τις σκέψεις σας και αλλάζετε τη ζωή σας
Μαραθώνιος Λονδίνου
Επιτέλους δύο χρόνια μετά από τον πρώτο μου μαραθώνιο και μετά από πολλούς τραυματισμούς κατάφερα επιτέλους να σταθώ στην εκκίνηση του μαραθωνίου του Λονδίνου που όχι μόνο είναι από τους 6 καλύτερους μαραθώνιους του κόσμου και είναι πολυ λίγες οι πιθανότητες να κληρωθεις αλλά είναι και από τις αγαπημένες μου πολεις. Είχα πει πως σε αυτόν τον μαραθώνιο θα τερματίζα ακόμα και αν ήμουν η τελευταία. νομίζω Christos Toulas πως εσύ πιστεψες περισσότερο από μένα πως θα τα κατάφερνα και σε ευχαριστώ για ολα. Δεν έσπασα το 4 αλλά και τα 12 λεπτά ρεκόρ για μένα είναι τρελή επιτυχία. Σε ευχαριστώ για όλα. Kostas Kontos σε ευχαριστώ για την βοήθεια να βρεθώ καλά στην εκκίνηση. Fotis Kostas σας ευχαριστώ που με βοηθάτε να γίνω πιο δυνατή. Anna, Efi Μπάμπης σας ευχαριστώ για την στήριξη και την υπομονή.
Τέλος Inci Faidon , thanks for having me here .. nothing would be the same without you. You were the best support team a girl can have!! Thank you for everything!! You are my family in London..love you guys..
Ελλη Κρανιά 
Παπαδιαμάντης Αλ.
Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ
– Δε μ’ λες Σαραφιανέ, τι κάνουν εκείνα τα μ’λάρια τ’ Γιάννη τ’ Αργαστιώτη;
Την ερώτησιν αυτήν απηύθυνε περιοδικώς ο Γιάννης ο Λιοσαίος εις τον Σαραφιανόν, τον φαιδρόν και ανοικτόκαρδον καταστηματάρχην του ωραίου, σχεδόν εξοχικού μαγαζιού, του γερω Θωμαδάκη. Ο γέρων ήτο πατήρ του Σαραφιανού και ως μαγαζί εχρησίμευεν όλον σχεδόν το υπόγειον της ευρυχώρου οικίας, συνεχομένης με μέγα κήπον και αυλήν, παρά την εσχατιάν του χωρίου, και εχούσης προ αυτής μικράν πλατείαν με δύο τεραστίας πλατυφύλλους μωρέας.
Ο Σαραφιανός επροσπάθει με διαφόρους τρόπους να διασκεδάζη τας περιοδικάς ταύτας νοσταλγίας του μπάρμπα-Γιάννη του Λιοσαίου. Του προσέφερε τσιγάρον με καπνόν και με ολίγην μπαρούτην – όσον δια να γείνη ακίνδυνος μικρά έκρηξις, ικανή να τσιροφλίση τας τρίχας του μύστακος· τον εφίλευε τουρσί από ακρόδρυα «πιμπιράμφον», στυφά και ευώδη υπόξινα, τον εκέρνα εντόπιον ρακί, και του έβαζε κρασί, όσον ήρκει δια να κάμη κέφι ο μπαρμπα-Γιάννης. Διότι ευκόλως έπαιρνε φωτιά. Με δυο ποτήρια ήταν ικανός να φουσκώση την γκάιδα και ν’αρχίση να χορεύη ολομόναχος τον βουκολικόν, υποκάτω από τας ολοπράσινας μωρέας, κατέμπροσθεν του μαγαζιού.
Είνε αληθές ότι, όσον εύκολα ευθυμούσε, τόσον γρήγορα εχόλιαζε. Μέσα εις την ολοφούσκωτην γκάιδαν έπλεεν η ευθυμία, εις τον πάτω της γκάιδας, αντηχούσης με γογγυσμό, η δυσθυμία εφώλευεν. Εις όλην την ζωήν του σχεδόν, άλλο επάγγελμα δεν είχεν, ειμή να είνε παραγυιός – κοπέλλι – του Γιάννη του Αργαστιώτη, του μυλωνά. Αλλά διά την ακρίβειαν, παραπάνω από 15 φορές υπήρξε παραγυιός του, και παραπάνω από 15 φορές του έφευγε μέσ’ στη μέση και τον άφηνε μάρμαρο. Ήτο στραβόξυλον. Εις το γόνα το έτρωγε το ψωμί.
Εις την ελαχίστην αφορμήν εθύμωνεν, εγκατέλειπε την εργασίαν κι’ έφευγεν.
Ήτο αυτός 15 χρόνια γεροντότερος από τον αφεντικό του, νέον άνθρωπον και πατέρα τέκνων· αυτός ήταν άγαμος, απόκληρος, ακτήμων. Δεν είχε «στον ήλιο μοίρα».
Τότε, αφού το δαιμόνιον της μελαγχολίας εξεθύμαινε κάπως, μετά μίαν ή δύο ημέρας επέρνα από το μαγαζί του Σαραφιανού και με θλιβερόν τόνον τον ηρώτα:
– Δε μ’ λες, τι κάνουν εκείνα τα μ’λάρια τ’ Γιάννη τ’ Αργαστιώτη;
***
Βεβαίως τα επονούσεν ο μπαρμπα-Γιάννης τα μουλάρια εκείνα. Κι’ εκείνα τον εγνώριζαν και τον εκτιμούσαν πολύ. Ήσαν ο Αράπης, εν αλογάκι μαύρον, πολύ τρελλόν, και το οποίον δεν εδέχετο άλλον άνθρωπον πλησίον του, ειμή τον αφέντην και τον Λιοσαίον. Η Μούλα μεγαλόσωμος, ρωμαλέα με κοκκινωπόν τρίχωμα, και το Μελαψί, το χαϊδευμένον της κυράς του. Όλα ήσαν πολυβασανισμένα από την βαρείαν και μονότονον εργασίαν του αλογομύλου και ήσαν νευροπαθή και οξύχολα, όσον και ο Γιάννης ο Λιοσαίος.
***
Μιαν χρονιάν, τας ημέρας του Πάσχα, και πάλιν ο Γιάννης είχε δραπετεύσει από τον μύλον. Ο Σαραφιανός τού έλεγε:
– Δεν κάθησες τουλάχιστον να φας τ’ αρνί;
– Δεν με μέλλει για τ’ αρνί, απήντησεν ο Λιοσαίος. Λυπάμαι εκείνα τα ζα…
Την Δευτέραν και Τρίτην του Πάσχα, ακόμη και την Παρασκευήν της Ζωοδόχου Πηγής, οπότε γίνεται φαιδροτάτη πανήγυρις, και την Κυριακήν του Θωμά, ότε η εκκλησία ψάλλει «Σήμερον έαρ μυρίζει και καινή κτίσις χορεύει» ο Γιάννης ο Λιοσαίος εχόρευε κι’ επήδα με την γκάιδα του, έξωθεν του μαγαζιού τού Θωμαδάκη, υπό το πυκνόν των μωρεών φύλλωμα. Και την ημέραν του Αγίου Γεωργίου – «ανέτειλε το έαρ δεύτε ευωχηθώμεν…» – είχε γίνει μεγάλη σύναξις, υπό τα πελώρια δέντρα, ανδρών και παιδίων και μικρών κορασίων, δια ν’ απολαύσουν το θέαμα των αιπολικών χορών του Γιάννη και ολίγων άλλων αγροδιαίτων νέων και πανηγυριστών, κατελθόντων την δείλην από το βουνόν, όπου είχεν εορτασθή εις το εξωκκλήσιόν του ο Άγιος.
Ο Λιοσαίος όλος ένθους, εφύσα δαιμονιωδώς τον βαρύαυλον, εκβάλλων διατόρους βαρείς ήχους κι’ εγούρλωνε εκστατικά τα όμματα, αι παρειαί του και το στόμα του είχαν γίνει ένα με την γκάιδαν. Έψαυε με την πλάτην του τον κορμόν του δέντρου, αντεστήλωνε τον ένα του πόδα, έκαμπτε τον άλλον, κι’ επάλλετο όλος, σύμφωνα με τον ρυθμόν του μέλους, συνοδεύων τον εύθυμον πηδηκτόν χορόν των νεαρών σατυρίσκων του βουνού:
Της μικρής ξανθής τα νάζια
μώβαλαν πολλά μαράζια
Στο βουνό, στο μετερίζι,
Σκύβ’ η Αθούσα βοτανίζει,
κι’ η ποδιά της ανεμίζει…
Τα παιδιά, οι θεαταί της ψυχαγωγίας αυτής επευφήμουν, άλλα με παιδικήν ειρωνίαν και άλλα με αφελή θαυμασμόν τον χορόν και την μουσικήν ταύτην. Ο Σαραφιανός έφερνε γύρους ανάμεσα εις τον χορόν και τον όμιλον, έδιδε κέρματα εις τους χορευτάς κι’ έρριχνε πειράγματα εις τον Λιοσαίον.
– Ώμορφα, ώμορφα Γιάννη· κύτταξε μη σκάση η γκάιδα και τότε τι θα γίνουμε!
Αίφνης, την ώραν της δύσεως του ηλίου, μακρυνός θόρυβος ακούεται. Φαιδρά άσματα, των οποίων η ηχώ ήρχετο έξωθεν από τα λειβάδια, πλησιάζουσα ολονέν, άλλη πολυάριθμος παρέα, κατέρχεται από το βουνόν, επιστρέφουσα από την πανήγυριν του Αγίου Γεωργίου. Οι νέοι οι αποτελούντες αυτήν άλλοι πεζοί, άλλοι οχούμενοι επί οναρίων, φαιδροί, στεφανωμένοι με ρόδα και με παπαρούνες, με κλάδους πλατάνων και με φτέρες, πλησιάζουν εις τας δύο μωρέας, χαιρετίζουν, και άλλοι κάθηνται εις τους σανιδένιους πάγκους, άλλοι με ελεύθερον τρόπον πιάνονται εις τον ίδιον χορόν, της παρέας του Γιάννη του Λιοσαίου.
Ο είς τούτων βιάζει με θάρρος τον Γιάννη να πιασθή ο ίδιος εις τον χορόν, χωρίς ν’ αφίση την γκάιδαν, και με την δεξιάν χείρα να κρατή το όργανόν του, με την αριστεράν να κρατήται από την χείρα του ιδίου, όστις ετάχθη αυτός δεύτερος, και να τον «βγάλη στον κάβο» ήτοι να σύρη τον χορόν.
Ο Γιάννης γελών, εφιλοτιμήθη ν’ ανταποκριθή εις την ιδιοτροπίαν του ευθύμου νέου, κι επροσπάθει όπως ηδύνατο να φυσά την γκάιδα και να χορεύη άμα.
Αλλά μόλις έκαμε δύο γύρους, είς άλλος από τους πανηγυριστάς, τους νεωστί ελθόντας, όστις δεν έλαβε μέρος εις τον χορόν, επλησίασεν τον Λιοσαίον και του ωμίλησε με σιγανή φωνήν.
***
Αίφνης ο Γιάννης, αφήσας την χείρα του χορευτού, πετά την γκάιδαν κάτω, τρέχει και γίνεται άφαντος κατά τα λειβάδια. Οι παρεστώτες προς στιγμήν έμεινον άφωνοι από την έκπληξιν.
***
Τι είχε συμβεί;
– Τι του είπες Γιώργη; είπεν εκείνος εκ των πανηγυριστών, όστις είχε βιάσει τον Λιοσαίον να πιασθή εις τον χορόν, προς τον άλλον, τον ομιλήσαντα εις το ους του Γιάννη.
– Του είπα τι εμάθαμε στον δρόμο.
– Και τι σ’ έμελλε;… Να τώρα μας χάλασες την διασκέδασι.
– Ημείς είδαμε και πάθαμε να τον βάλουμε στο καντίνι, είπε γελών ο Σαραφιανός. Είτα επέφερε:
– Μα τι τρέχει;
***
Κατ’ εκείνην την στιγμήν ο Γιάννης ο Λιοσαίος είχε διατρέξει τα λειβάδια, τον πρώτον κάμπον έξω του χωριού, έφθασεν εις τα Βουρλίδια, την κοιλάδα, τρέχων το ρέμμα-ρέμμα, και ήρχισε να τρέχη εις το βουνόν τον ανήφορον. Όταν έφθασε εις τα μέρη εκείνα, τα λίαν γνωστά εις αυτόν, ήρχισε να συρίζη έν σύριγμα το οποίον εφαίνετο να απευθύνεται εις κάποιον ζων πλάσμα.
Είτα μετά το σύριγμα εφώναζε:
– Μούλα! ε, μούλα! σ σ σ σ σ, ε, Μούλα!
Μικρόν παραπονετικόν χρεμέτισμα απήντησεν εις την πρόσκλησιν ταύτην. Ο Γιάννης έτρεξε, και μετ’ ολίγον εντός μικράς χαράδρας εύρε δύο ζώα, τα οποία εφαίνοντο ότι αρτίως είχαν σταματήσει, ύστερ’ από βιαστικόν περπάτημα. Ήσαν κάθιδρα και ασθμαίνοντα.
Εδέχθησαν τον Γιάννη μετά προφανούς χαράς, τείναντα τας κεφαλάς και τους λαιμούς των εις θωπείαν.
Ήσαν η Μούλα και το Μελαψί, και τα δύο εκ των ζώων του αλογομύλου.
***
Ιδού τι είχεν ειπεί ο Γιώργης εις τον Λιοσαίον.
– Τι κάθεσαι Γιάννη; Η Μούλα επηλάλησε… Έρριξε μια γυναίκα κάτω.
Ο Γιάννης δεν εζήτησε πλατυτέραν εξήγησιν, ήξευρεν ότι ο Γιάννης ο Αργαστιώτης μ’ όλην την οικογένειάν του, και με τα τρία μουλάρια του, ήτο πρώτος εις όλα τα πανηγύρια και πόσο μάλλον δεν θα επήγαινεν εις τον Άι-Γιώργη, του λεβέντη και καβαλλάρη την εορτήν; Ηννόησε λοιπόν ότι η Μούλα αναγκασθείσα να δεχθή ακουσίως βάρος ανθρώπων είχε ρίξει το φορτίον της και είχεν αποσκιρτήσει.
Δεν τον έμελλε τον Γιάννη διά το ανθρώπινον φορτίον, το οποίον είχε απορρίψει με μικρόν άλλως κίνδυνον το ζώον, τον έμελλε δια την Μούλαν, δια τον Αράπη και το Μιλαψί. Γι’ αυτό έτρεξε, έφθασε και ωδήγησε εις τον σταύλον των τα ζώα. Από τότε ο Γιάννης επανήλθε εις τον αλογόμυλον.
ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Αείμνηστοι Γιώργηδες 



Άγιος Γεώργιος Σκούρτων
Χρόνια πολλά Γεωργίες και Γιώργηδες !

1974

Πετρίλιο Αγράφων


ΠΑΣΧΑ 20019

Ο πρόεδρος επί τω έργω


