



Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.



Ένα έθιμο με πανάρχαιες ρίζες αναβιώνει κάθε χρόνο στην Ελευσίνα, στον ιερό τόπο των Ελευσίνιων Μυστηρίων, όπου από τη Μυκηναϊκή Εποχή έως το τέλος του 4ου αι. μΧ λατρευόταν συνεχώς η θεά Δήμητρα,

Ένα έθιμο με πανάρχαιες ρίζες αναβιώνει κάθε χρόνο στην Ελευσίνα, στον ιερό τόπο των Ελευσίνιων Μυστηρίων, όπου από τη Μυκηναϊκή Εποχή έως το τέλος του 4ου αι. μΧ λατρευόταν συνεχώς η θεά Δήμητρα, θεά της ανανέωσης της φύσης και της βλάστησης των σιτηρών.
Πρόκειται για το έθιμο με τα πολυσπόρια, που πραγματοποιείται την παραμονή των Εισοδίων της Θεοτόκου, δηλαδή στις 20 Νοεμβρίου, στο μεταβυζαντινό εκκλησάκι της Παναγίας Μεσοσπορίτισσας με πρωτοβουλία του Λαογραφικού Συλλόγου Ελευσίνας «Το Αδράχτι». Η εκκλησία δεσπόζει στον λόφο εντός του αρχαιολογικού χώρου -συγκεκριμένα πάνω από το αρχαίο Τελεστήριο, το εστιακό σημείο αναφοράς της λατρείας στη θεά- κι έχει χτιστεί πάνω στα ερείπια παλαιότερου χριστιανικού ναού.
Την ημέρα αυτή, οι γυναίκες της πόλης βράζουν στα σπίτια τους όσπρια (όπως ρεβίθια, φασόλια και φακές), αλλά και στάρι, αναβιώνοντας την αγροτική παράδοση που ήθελε ο καθένας να βράζει ό,τι παρήγαγε. Κατόπιν, τα πηγαίνουν στο Λαογραφικό Μουσείο, όπου μέσα σε ένα καζάνι γίνεται η «σύβραση», δηλαδή το βράσιμο όλων των παραπάνω μαζί με πετιμέζι, ρόδι και σταφίδες.
Κατόπιν το τελικό προϊόν, δηλαδή τα «πολυσπόρια», μοιράζεται σε πλαστικά ποτηράκια και μετά τον Εσπερινό (γύρω στις 5 το απόγευμα) διανέμεται στον κόσμο που έχει ανέβει στην εκκλησία για να παρακολουθήσει την εορταστική λειτουργία, προσκομίζοντας άρτους και πρόσφορα για τον εορτασμό της Παναγίας της Μεσοσπορίτισσας.

Πουλί γεννιέται ο άνθρωπος
και δέντρο θα πεθάνει:
ρίζες απλώνει γύρω του
και τα φτερά του χάνει…
Γιώργος Δροσίνης
67 μέρες νύχτα στο (Barrow) Utqiagvik της Αλάσκας ξεκινά από σήμερα. Δεν θα δουν το φως του ήλιου μέχρι τις 23 Ιανουαρίου 2023. Αυτό συμβαίνει επειδή ο ήλιος δεν ανατέλλει βόρεια του Αρκτικού Κύκλου λόγω της κλίσης της Γης, μακριά από την πιο άμεση ακτινοβολία του ήλιου. Θα περάσουν 67 μέρες χωρίς ήλιο!
Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος περιγράφει την κηδεία του Παλαμά που έγινε κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής (1943) :
Όταν φτάσαμε εκεί εμείς, η εκκλησία ήταν κατάμεστη και πάρα πολύς κόσμος ήταν έξω στην πλατεία. (…) Μετά τη νεκρώσιμη ακολουθία μίλησε ο Δαμασκηνός για τον Έλληνα. Ύστερα απάγγειλε ο Σικελιανός το ποίημά του με μια φωνή όσο ποτέ δυνατή. Τράνταζε ο Σικελιανός. Το ποίημα δεν ξέρω αν είναι από τα μεγάλα του. Εκείνη την ώρα τάραξε τις ψυχές και πολλοί κλαίγανε. Έδωκε τον τόνο. Δεν υπήρχε θάνατος πια. Τελούνταν μπρος μας η αιωνοποίηση, η αποθέωση ενός θνητού. Τη θλίψη την αντικαθιστούσε μια πνοή θριάμβου. (…) Ο κόσμος -τον υπολόγιζα ως δυόμιση χιλιαδες- σχημάτισε ένα αμφιθέατρο στον κατήφορο που οδηγούσε προς τον τάφο. Τι έγινε ακριβώς στον τάφο δεν είδα. Δεν μπόρεσα να πλησιάσω. Είδα πως γίνονταν κατάθεση στεφάνων, πως κατάθεσαν στεφάνια και κάτι ξένοι. Μόλις όμως συνέβηκε αυτό διά μιας από διάφορες πλευρές ακούγεται ο Εθνικός μας Ύμνος. Φαίνεται πως ο Κατσίμπαλης με την Ιωάννα άρχισαν πρώτοι. Πρώτα δειλά, ύστερα η φωνή κατάκτησε όλον τον κόσμο, μυριόστομη. Ήταν η στιγμή η πιο συγκινητική. Ο κόσμος τραγουδούσε με πάθος. Κάποιος φώναξε «Ζήτω η ελευθερία του πνεύματος». Αλλά ο κόσμος ήθελε ελευθερία σκέτη και φώναζε «Ζήτω η Ελευθερία».
“Χρωστάμε σ` όσους ήρθαν πέρασαν,θα `ρθουν, θα περάσουν. Κριτές θα μας δικάσουν οι αγέννητοι, οι νεκροί.”
Κ. Παλαμάς





Άγιος Θωμάς



Στο διήγημά του «Ο αντίκτυπος του νου», ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης παρουσιάζει μια παρέα φτωχογλεντζέδων που κάνουν «σπονδάς εις τον Βάκχον» «εις του Καρμάνη το μπακάλικον». Οι πιο αχώριστοι της παρέας είναι τρεις, ο σιτσιλιάνος Αντώνιος Αλμπέργος από την Κατάνια, ο Σαββατίνος Λευί ή Σάλβος, εβραίος από την Κέρκυρα, και ο Λύσανδρος Παπαδιονύσης, «ένας από τους δικούς μας» και ολοφάνερο άλτερ έγκο του Παπαδιαμάντη. «Τρεις άνθρωποι, τρεις φυλαί, τρία θρησκεύματα, ως κοινόν γνώρισμα είχον μεγάλην κλίσιν εις τα γιουβέτσια, τα οποία παρήγγελλον εις τον γειτονικόν φούρνον, με μακαρόνια πολύ χονδρά, ραβδωτά, τα οποία τινές ονομάζουσι, δεν ηξεύρω διατί, σέλινα». Στην παρέα προστίθεται κι ένας γέρος ιταλοκερκυραίος, ο μπαρμπα-Νιόνιος ο Πούπης, ο οποίος σιγά-σιγά πιάνει μεγάλες φιλίες με τον Σάλβο τον εβραίο.
Μαζύ έτρωγαν, μαζύ έπιναν, μέ τον Σάλβον. Ποτέ δεν τα είχαν τόσον καλά… Αίφνης ένα πρωί, κατά Μάρτιον μήνα, ενώ επλησίαζε το Πάσχα, έρχεται από την Κέρκυραν είδησις, και την ανέγραφον όλ’ αι εφημερίδες, ότι οι εκεί Εβραίοι ήρπασαν μικράν κορασίδα χριστιανήν, και τήν έσφαξαν· της έπιαν το αίμα!…
Άμα ήκουσεν ο μπάρμπα Πούπης την εΐδησιν, ότι εις την πατρίδα του (όπου είχε τριάντα χρόνους να πατήση) συνέβη αυτό το πράγμα, έγεινεν αμέσως πυρ και μανία εναντίον των Εβραίων. Ω! να είχεν ένα Εβραίον νά τον πνίξη!…
Κατά συγκυρίαν, εκείνην την στιγμήν, εισήρχετο εις το καπηλείον ο Σάλβος… Ιδού είς Εβραίος! Και Εβραίος μάλιστα εκ Κερκύρας, εκείθεν όπου οι ομόθρησκοί του έπραξαν το ανοσιούργημα…
Ο μπαρμπα-Πούπης εγείρεται, σφίγγει τας πυγμάς απειλητικώς, πάλλει ταύτας άνω και κάτω κυκλοτερώς, ως προς πυγμαχίαν, και εφορμά κατά του Σάλβου.
— Μωρέ σκυλί!
Και μπούπ! η μία πυγμή κατέπεσεν εις τον ώμον του Εβραίου. Ο Σάλβος δεν επρόλαβε να είπει: «Τι έχεις; τι έπαθες;» μόνον είπεν ώχ! και ωπισθοχώρησεν. Η δευτέρα πυγμή του Πούπη θα εύρισκε παρ’ ολίγον το στέρνον, αλλά κατέπεσεν εις το κενόν. Ο Καρμάνης, ο κάπηλος, ο Λύσανδρος Παπαδιονύσης, όστις έτυχε να είν’ εκεί, και δύο άλλοι, παρενέβησαν, και απεμάκρυναν τον Σάλβον, έξω του καπηλείου. Ο μπάρμπα Πούπης ήθελε να τον κυνηγήση εις τον δρόμον, αλλά μετά κόπου τον εκράτησαν.
Και αφηγείται ο Παπαδιαμάντης τις ειδήσεις που έρχονταν από Κέρκυρα:
Την επαύριον ήλθεν είδησις ότι ο όχλος της Κερκύρας είχε παρεκτραπή εις βιαιοπραγίας κατά των Εβραίων. Την τρίτην ημέραν η όχλαγωγία είχε φθάσει εις βαθμόν λίαν επίφοβον. Την άλλην ήμέραν αι ειδήσεις έλεγον ότι ενεργείται ανάκρισις ισχυρά. Την επομένην, ότι εξητάσθη το πτώμα της σφαγείσης κόρης, και ευρέθη ότι όλον το αίμα της είχε ροφηθή δι’ αλλόκοτου μεθόδου, δι’ απειραρίθμων εντομών και κοπίδων.
Την επιούσαν αι ειδήσεις έφερον ότι συνελήφθησαν τινές, ως ύποπτοι, ότι η εξουσία μετά μεγάλης δυσκολίας κρατεί την τάξιν… Ύστερον ήρχισαν ν’ αναγράφωνται συγκεχυμένα και αντιφατικά πράγματα… Ότι η νεκρά κόρη ευρέθη εφθαρμένη, ότι ο θάνατός της δεν προήλθεν εκ σφαγής, ούτε είχεν εκμυζηθή το αίμα της… Τέλος, ότι η κόρη δεν ήτον χριστιανή, αλλ’ Εβραία…
Την ίδια μέρα που γράφτηκε αυτή η είδηση στις εφημερίδες, ο Λύσανδρος Παπαδιονύσης, που επαναλαμβάνω ότι είναι προφανές άλτερ έγκο του συγγραφέα, συναντάει στο δρόμο τον Σάλβο, ο οποίος του λέει ότι είναι ψέμα πως οι εβραίοι σφάζουν παιδάκια για να τους πιουν το αίμα (χωρίς να καταφέρει να τον πείσει εντελώς) και προσθέτει, για την νεκρή κόρη της Κέρκυρας:
— Ναι, ήτον Εβραιοπούλα, και την είχαν σκοτώση χριστιανοί, απήντησε μετά πάθους ό Σάλβος, όχι διά χριστιανικούς σκοπούς βέβαια, προσέθηκε με πικράν έκφρασιν.
— Τι θέλεις να πης;
— Ναι, ήτον ή Ρουμπίνα, η ανηψιά μου, το πουλάκι μου! είπεν αίφνης ο Σάλβος… την είχαν βιάσει και την εσκότωσαν, που να κρεμασθούν ανάποδα!
Και η φωνή του επνίγη απ’ τα δάκρυά του, έβγαλε το μανδήλι από την τσέπην του, και ήρχισε να σπογγίζη τας παρειάς του.
Ο Λύσανδρος εστάθη επί τινα δευτερόλεπτα, εν άκρα απορία και αμηχανία. Δεν είξευρε τι να σκεφθή. Και εν ακαρεί, πλείσται αντιφατικαί ιδέαι, ασυνάρτητοι, συγκρουόμεναι, μαχόμεναι προς αλλήλας, συνέρρευσαν εις τον εγκέφαλόν του.
«Τι να πιστεύση κανείς; Προχθές ακόμη ήτον Ρωμηοπούλα, σφαγείσα και αιμορροφηθείσα από Εβραίους, και σήμερον είνε Εβραιοπούλα, βιασθείσα και φονευθείσα από Ρωμηούς. .. Πώς τόση τύφλωσις!… Πόθεν τόση αντίφασις;… Από κακίαν επιστεύθη το πρώτον, ή από κακήν επίδρασιν απεδείχθη το δεύτερον; Η ανάκρισις φωτίζει τα σκοτεινά, ή σκοτίζει τα φωτεινά;.. Οι Εβραίοι προσκυνούν τον Ιεχωβά και τον Χρυσούν Μόσχον, ή οι Χριστιανοί δουλεύουν Θεόν και Μαμωνάν; Τι να είνε;.. Τι να συμβαίνη;… Δεν εδόθη εις τους αμυήτους να τα γνωρίζουν αυτά… Ποτέ δεν θα μάθωμεν την αλήθειαν.»
Εντοσούτω τα δάκρυα του Σάλβου ήσαν δάκρυα. Δεν ηδύνατο να είπη τις αν ήσαν φώκης ή κροκοδείλου, πλην οπωσδήποτε ήσαν δάκρυα. Ο Λύσανδρος εστάθη, τον εκύτταξε και πάλιν εν συμπεράσματι καθ’ εαυτόν είπε·
«Μήπως οι Εβραίοι δεν είνε άνθρωποι; Ιδού ο άνθρωπος αυτός κλαίει… Βεβαίως πρέπει να υπήρξε κακή…………………
Και εδώ, στη μέση πρότασης, τελειώνει το χειρόγραφο που έχει σωθεί. Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει σε γενικές γραμμές με ακρίβεια τα γεγονότα του πογκρόμ.
Ας δούμε, σε αντιδιαστολή, πώς τα παρουσιάζει ένας σημερινός ιστορικός, ο Γ. Μαργαρίτης, από το βιβλίο του «Ανεπιθύμητοι συμπατριώτες»:
Στις 2 Απριλίου 1891, στην πόλη τής Κέρκυρας, βρέθηκε το πτώμα ενός εντεκάχρονου κοριτσιού. Το πτώμα ήταν άγρια κακοποιημένο, στραγγισμένο από το αίμα του, κλεισμένο μέσα σε σάκο μαζί με πίτουρα και χορτάρια. Οι βασανιστές και σφαγείς του το είχαν αποθέσει στην Εβραϊκή συνοικία της πόλης, κοντά στη Συναγωγή. Το κορίτσι, όπως γρήγορα αποδείχθηκε, ονομαζόταν Ρουμπίνα και ήταν κόρη του Εβραίου ράφτη Βήτα Σάρδη. Ο πατέρας του είχε δηλώσει τήν εξαφάνιση στην Αστυνομία και είχε προσλάβει κήρυκα (ντελάλη), υποσχόμενος αμοιβή σε όποιον βοηθούσε τις έρευνες για την ανεύρεση του.
Τα στοιχεία της υπόθεσης, το θρήσκευμα του δολοφονημένου παιδιού και η απελπισμένη αναζήτηση του από τον πατέρα άφησαν αδιάφορη την κοινή γνώμη και τις αρχές της πόλης. Γι αυτούς το έγκλημα ήταν οπωσδήποτε εβραϊκή πλεκτάνη …
Ο εισαγγελέας εφετών Μπένσης, που ανέλαβε τη διαλεύκανση της υπόθεσης, έστρεψε όλη του τη δραστηριότητα προς την εβραϊκή κοινότητα της πόλης. Κατάσχεσε τα βιβλία της Συναγωγής, ανέκρινε Εβραίους και πολύ σύντομα διέταξε τη σύλληψη υπόπτων, ξεκινώντας μάλιστα από τους ίδιους τους γονείς του δολοφονηθέντος κοριτσιού. Αυτές οι κινήσεις των επίσημων αρχών έπεισαν και τους πλέον διστακτικούς ότι κάτι το πολύ σκοτεινό βρισκόταν πίσω από τον φρικτό θάνατο, κάτι που εκπορευόταν από το εσωτερικό της εβραϊκής κοινότητας. Το έναυσμα για την εκδήλωση αντισημιτικών ταραχών δόθηκε έτσι με τον πλέον επίσημο τρόπο. Παρά τις διαμαρτυρίες και τις διαβεβαιώσεις του αρχιραβίνου της Κέρκυρας, αλλά και του νομάρχη, πλήθος ιστορίες κυκλοφόρησαν αστραπιαία στην πόλη. Στην τελική τους εκδοχή, το κορίτσι παρουσιαζόταν ως χριστιανή κόρη την οποία ο δήθεν πατέρας της έκλεψε ή αγόρασε, ίσως στα Γιάννενα, ώστε να τη διαθέσει στις εβραϊκές ανθρωποθυσίες.
Πλήθη Κερκυραίων συγκεντρώθηκαν πάραυτα, σε κατάσταση υστερίας. Αλίμονο στους Εβραίους που δεν πρόλαβαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Λιθοβολισμοί, κακοποιήσεις, πυρπολήσεις, καταστροφές και λεηλασίες καταστημάτων, επιθέσεις κατά των οικιών. Σύμφωνα με τις φήμες, μερικοί από τους κακοποιημένους υπέκυψαν στα τραύματα τους.
Τίποτε επίσημο και συγκεκριμένο όμως δεν μπορούσε να μαθευτεί. Οι αρχές επέβαλαν συσκότιση στις περί τα γεγονότα ειδήσεις και απαγόρευσαν την αποστολή τηλεγραφημάτων. Στρατιωτικές δυνάμεις απέκλεισαν την Εβραϊκή συνοικία για περισσότερο από ένα μήνα, και μάλιστα τόσο αποτελεσματικά, ώστε λιμός έπληξε τους αποκλεισμένους. Για τον εφοδιασμό τους λειτούργησε ένα είδος μαύρης αγοράς που, φυσικά, εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τις περιστάσεις.
Τα γεγονότα εξαπλώθηκαν και στα άλλα νησιά των Ιονίων. Στη Λευκάδα οι αρχές έκλεισαν τον εβραϊκό πληθυσμό στο Φρούριο, κάτω από άθλιες συνθήκες, για να τον προστατεύσουν. Στη Ζάκυνθο τα γεγονότα πήραν αγριότερες διαστάσεις καθώς ευθύς εξαρχής χρησιμοποιήθηκαν πυροβόλα όπλα. Οι μικρές στρατιωτικές μονάδες που υπήρχαν στα νησιά αποδείχθηκαν ανεπαρκείς για να προλάβουν ή να καταστείλουν τις ταραχές, γεγονός που οδήγησε στην αποστολή στρατιωτικών ενισχύσεων από την Πελοπόννησο και την Αθήνα. Στο τέλος Απριλίου μεταφέρθηκαν στην Κέρκυρα μονάδες πυροβολικού και ισχυρή ναυτική μοίρα. Τα γεγονότα είχαν στο μεταξύ προκαλέσει διεθνή συγκίνηση και, εκτός από τη δυσαρέσκεια της αυτοκράτειρας της Αυστρίας και τη φιλεύσπλαχνη άφιξη στο νησί της πρώην αυτοκράτειρας της Γαλλίας, Ευγενίας, η ελληνική κυβέρνηση είχε να αντιμετωπίσει τη διεθνή επέμβαση, διπλωματική ακόμα και στρατιωτική. Πολεμικά σκάφη της Ιταλίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας κατέπλευσαν στην Κέρκυρα ενώ εξετάστηκε πολύ σοβαρά η απόβαση αγημάτων.
Κακοποιήσεις και ίσως δολοφονίες Εβραίων σημειώθηκαν και σε άλλες περιοχές της χώρας. Είναι φυσικά δύσκολο να υπολογίσουμε τον αριθμό και τη σύνθεση των επιτιθέμενων, μπορούμε όμως να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα από το μέγεθος των στρατιωτικών δυνάμεων που επενέβησαν για να περιορίσουν το κακό, καθώς και από τη διάρκεια του. Η έγκυρη Εφημερίς η οποία, όπως είδαμε, υποστήριζε στην αρχή του χρόνου ότι στο θέμα του αντισημιτισμού η Ελλάδα αποτελούσε φωτεινή εξαίρεση στον τότε ευρωπαϊκό κόσμο, παραδέχθηκε τη μεταβολή των δεδομένων. Υπερθεμάτισε μάλιστα ως προς το μέγεθος της απειλής διαπιστώνοντας ότι ενώ ο «κοινωνισμός» εισήχθη στη χώρα μάλλον ως ακίνδυνο αστείο, ο αντισημιτισμός ξεπέρασε ραγδαία, άμα τη εμφανίσει του, τα παραδεκτά όρια της βίας. Οι εβραϊκές κοινότητες στην τότε Ελλάδα ήταν μικρές έως ανύπαρκτες, ενώ οι κοινότητες των Ιονίων νησιών περιορίστηκαν αισθητά μετά τα γεγονότα. Εκατοντάδες Εβραίων εγκατέλειψαν τα Επτάνησα μεταναστεύοντας κυρίως προς την Αίγυπτο.
Ίσως ο Μαργαρίτης να είναι φειδωλός ως προς τον αριθμό των νεκρών και των εβραίων που έφυγαν. Η Ιουδαϊκή Εγκυκλοπαίδεια (2η έκδοση) γράφει:
In 1891, when the Jewish population of 5,000 still lived in their own quarter, a blood libel caused a storm on the island and throughout Greece and brought in its train large-scale emigration. The ensuing riots lasted three weeks and some 22 Jews died. Foreign ships were sent to the island to quell the disturbances in light of the apathetic attitude of the Greek authorities. From then on the Jewish community waned; many Jews emigrated to Trieste and Alexandria, Egypt.
(Encyclopedia Judaica, 2nd edition, Vol. 5, p. 222)
Τα τηλεγραφήματα των ξένων πρακτορείων κάνουν λόγο μέχρι και για 50 νεκρούς. Μια ιδέα από τα τηλεγραφήματα της εποχής παίρνετε από το εξής απόσπασμα… νεοζηλανδικής εφημερίδας, στη δεξιά στήλη της σελίδας (για κάποιο λόγο, ελεύθερη πρόσβαση στην αναζήτηση των αρχείων τους παρέχουν κυρίως αυστραλιανές και νεοζηλανδικές εφημερίδες ), όπου παρατίθενται διαδοχικά τηλεγραφήματα πρακτορείων από την Κέρκυρα (και μερικά από τη Ρωσία).
Ανάμεσα στις χιλιάδες Εβραίους που έφυγαν, αν και όχι αμέσως αλλά λίγα χρόνια αργότερα, ήταν και η οικογένεια του μετέπειτα σημαντικού γαλλόφωνου λογοτέχνη Αλμπέρ Κοέν. Τελικά έμειναν κάπου 2000 Εβραίοι στο νησί και τους αφάνισαν οι Γερμανοί το 1944 (μόνο 200 γλίτωσαν), πολλοί λένε με τη συνέργεια του κατοχικού δημάρχου (ή, ακριβέστερα, του προκατοχικού, κατοχικού και μετακατοχικού δημάρχου, αφού και πριν ήταν δήμαρχος και μετά επανεκλέχτηκε). Αντίθετα, στη Ζάκυνθο, όπου η σαφώς μικρότερη παροικία επίσης υπέστη διωγμούς το 1891, σώθηκαν και οι 200 Εβραίοι στην Κατοχή. Ο δεσπότης και ο δήμαρχος, όταν κλήθηκαν να υποβάλουν καταλόγους των Εβραίων του νησιού, έγραψαν μόνο δύο ονόματα: τα δικά τους.
Και θα κλείσω το άρθρο με μια άλλη λογοτεχνική ματιά στο πογκρόμ της Κέρκυρας, από τον Γεώργιο Σουρή. Βέβαια, ο Σουρής σατιρικός ποιητής ήταν και φαίνεται δύσκολο πώς μπορεί κανείς να προσεγγίσει σατιρικά ένα τέτοιο γεγονός· όμως στον Ρωμηό, την έμμετρη εφημερίδα που έβγαζε επί 35 χρόνια ο Σουρής, σχολιάζονταν όλα τα γεγονότα, όχι μόνο όσα επιδέχονταν σατιρικό σχολιασμό· και τα θλιβερά, και τα ηρωικά, και τα πένθιμα. Ο Σουρής βέβαια τονίζει τον επεισοδιακό χαρακτήρα των γεγονότων, αλλά δεν νομίζω ότι κρατάει ίσες αποστάσεις. Να σημειώσω ότι το ποίημα δημοσιεύτηκε στο φ. 341 του Ρωμηού (4 Μαΐου 1891) και ότι μια δισύλλαβη λέξη στον δεύτερο στίχο δεν φαίνεται και γι’ αυτό την παρέλειψα.
Των Εβραίων διωγμός
και σφαγή κι αλαλαγμός
Πω πω! με τους Εβραίους μεγάλο ξαφνικό…
φωτιά οι Κερκυραίοι και οι Ζακυνθινοί,
σκυλοκαυγάς, αντάρα, και τόσο φονικό,
κι ακόμη ποιος ηξεύρει τι έχει να γενεί.
Αλαλαγμός και θρήνος, παντού φωτιά και λαύρα,
και φεύγουν οι Εβραίοι αλλού να κάνουν χάβρα.
Εκ βάθρων συγκλονείται η νέα Βαβυλών…
Ουαί στον Ιεφθάε, ουαί στον Ζαβουλών!
Αποκλεισμός και τρόμος, βαρούν καμπαναρία,
τσακώνεται ο Νιόνιος μετά του Αζαρία,
αγρίως αλαλάζουν Ραβίνοι και παπάδες
και σπάνε τα ποτήρια και παν οι μαστραπάδες.
Πας εν Χριστώ πολίτης και τέκνον της αγάπης
λυσσομανά, φρενιάζει και γίνεται χασάπης,.
κι ο λέγων πως η πίστις δεν είναι για τα μάτια,
όταν Εβραίο τύχει τον κάνει δυο κομμάτια,
και ζωντανό δεν μένει ούτε τσιφούτη κτήνος,
και χαίρει η Εκκλησία και ο παπα-Μαρτίνος.
Σηκώνεται και κάθε Χριστιανή γυναίκα
κι οργής σκουπίζει μύδρους και κεραυνούς και λάβαν
και με τα τσόκαρά της η καθεμιά Ρεβέκκα
στην Χαναάν πηγαίνει για να ευρεί τον Λάβαν.
Στρατός και πυροβόλα, βροντά και το Σινά
και τρέχουν οι Εβραίοι και παίρνουν τα βουνά.
Κατρακυλούν τα φόντα, σκοτίζεται κι ο ήλιος.
μα πιο πολύ αφρίζει κάθε πιστός Σγαρίλιος,
και μέσα στην αντάρα και μες στο φονικό
στην Κέρκυρα πηγαίνει βαπόρι αγγλικό,
και αν δεν βάλει χέρι κι η μήτηρ Θεοτόκος
μπορεί να γίνει πάλι κανένας νέος μπλόκος.
Κι ο Θοδωρής, η μόνη ασφάλεια και σκέπη
παγίδας και πλεκτάνας του Χαριλάου βλέπει
Κι ενώ εκείνος τρώγει στο Μεσολόγγι σπάρους
αυτός συστήνει γνώσιν κι αγάπην στους πολίτας
γιατί ό,τ’ είχε πάθει με τους παλιο-Βουλγάρους
φοβάται μην το πάθει και με Ισραηλίτας.



Το πέτρινο, υπέροχο, μοναχικό γεφύρι, που ενώνει τις όχθες του Ασωπού. Περίπου έξι μέτρα ύψος, με μια αψίδα και δυο μικρές καμάρες, σε εκτοξεύει με μιας στην Ήπειρο!






“Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα
τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες
καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν
ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.
Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.
ΦΕΤΟΣ φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.”
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
1925 – 2005