Νεμέα: Απεβίωσε ο μύθος του Κρασιού Θανάσης Παπαϊωάννου

Την τελευταία του πνοή σε ηλικία 92 ετών άφησε σήμερα το μεσημέρι ο “πατριάρχης” του Κρασιού Θανάσης Παπαϊωάννου.

Ο κορυφαίος οινοποιός Α.Παπαϊωάννου ένας θρύλος της οινικής ιστορίας της Νεμέας άλλα και της Ελλάδος δεν είναι πια μαζί μας. Η Νεμέα απόλεσε πριν από λίγο ένα μεγάλο κεφάλαιο από τον πολιτισμό ,την παράδοση και την ψυχή της στο πρόσωπο ενός ανθρώπου που για πολλά χρονιά υπήρξε η σημαία και η αίτια της αναπτυξιακής της προοπτικής.

Τί είχε πει ο ίδιος για τον εαυτό του σε μία συνέντευξη στο in2life.gr .

Λίγο πριν το τέλος του χρόνου, στο πλαίσιο μιας έρευνας που έκανα γύρω από σημαντικές προσωπικότητες της νεότερης ιστορίας του Ελληνικού κρασιού, άρχισα να ψάχνω για ένα βιογραφικό του μεγάλου Νεμεάτη οινοποιού, Θανάση Παπαϊωάννου.

Μη μπορώντας να βρω κάτι έτοιμο, που να καλύπτει τις συγκεκριμένες απαιτήσεις της έρευνάς μου, απευθύνθηκα στον ίδιο, θεωρώντας ότι θα έχει σίγουρα κάτι που έχει χρησιμοποιήσει στο παρελθόν, για να μου το στείλει. Θεώρησα λάθος όμως… Εκείνος, όχι μόνο δεν μου έστειλε κάτι έτοιμο, αλλά έκατσε και έγραψε επί τούτου το βιογραφικό του από την αρχή για μένα, εμπλουτίζοντάς το με ιστορικά στοιχεία, αλλά και με διδαχές από τη ζωή του, από αυτές που πρόθυμα και γενναιόδωρα ξέρει πάντα να μοιράζεται με τους νεότερούς του.

Εγώ εντυπωσιάστηκα από το κείμενο που έλαβα, πάνω απ’ όλα όμως θεώρησα τεράστια τιμή μου αυτήν του την πράξη. Έτσι, αφού ξεχώρισα κάποια στοιχεία του βιογραφικού του για τη δουλειά για την οποία τα χρειαζόμουν, ζήτησα την άδειά του για να δημοσιεύσω το κείμενο που μου έστειλε, αυτούσιο. Μου την έδωσε πρόθυμα και είναι μεγάλη μου χαρά και τιμή να φιλοξενώ την ανεκτίμητη αυτή ιστορική αναδρομή στην πρώτη δημοσίευση του 2017 για αυτή την σελίδα!

Σας παραθέτω το κείμενο παρακάτω. Είναι τόσο άμεσο και εξαιρετικό, που δεν θα τολμούσα να το κρατήσω μόνο για τον εαυτό μου. Σας προσκαλώ να το διαβάσετε και να το μοιραστείτε ελεύθερα με κάθε οινόφιλο που γνωρίζετε. Πιστέψτε με, θα σας είναι ευγνώμων, όπως είμαι κι εγώ στον μεγάλο αυτό οινοποιό μας και άνθρωπο. Κύριε Θανάση, σας ευχαριστώ, μέσα από την καρδιά μου!—–

Γεννήθηκα το 1928, μπορώ να πω μέσα στα αμπέλια, που ακόμα και σήμερα η ακουστική και η οπτική μνήμη, ξαναφέρνει το απόμακρο κελάηδημα του «αμπελουργού», του πολύχρωμου πουλιού, που ενσάρκωνε τον αμπελουργό και το παράπονο του για το φτηνό κρασί.

Έρχεται στη μνήμη το πάτημα των σταφυλιών, με τις μέλισσες να τριγυρνούν σαν απρόσκλητοι δοκιμαστές και οινολόγοι, να μετρούν τα σάκχαρα του μούστου. Η αρωματική μνήμη έχει γίνει σύμφυτη με τα αρώματα του μούστου που ζυμωνόταν  στα μεγάλα τότε βαρέλια. Αναρωτιέμαι αν με βάπτισαν σε κολυμβήθρα ή σε κάποιο βαρέλι. Μεγάλωσα μέσα στους κινδύνους και τις ανάγκες του πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου. Οι κίνδυνοι που πέρασαν, σφυρηλάτησαν μια οιονεί αισιοδοξία γύρω από την αξία της ζωής, που δεν κινδύνευε πια από κάποιο αδέσποτο βόλι. Οι ανάγκες αποτέλεσαν τον μοχλό της δραστηριοποίησης χάριν της επιβίωσης, η δε συνήθεια αυτής της δυναμικής, έδωσε τη θέση της στην επίκτητο συνειδητή θέση, σε μια πορεία δημιουργικής ευχαρίστησης μέσα στο αμπέλι, μέσα στο οινοποιείο.

1947: Ανωτάτη Εμπορική

1949: Μεγάλες οικογενειακές υποχρεώσεις. Διακοπή σπουδών.

1951-1953: Στρατιωτική θητεία ως Έφεδρος Ανθυπολοχαγός

1957: Τέλος οικογενειακών υποχρεώσεων. Ισοζύγιο αρχής: 17 στρέμματα αμπέλια από την πατρική περιουσία, πλην, με οικογενειακές υποχρεώσεις ίσης σχεδόν αξίας. Μια αποθήκη, δυο μεγάλα βαρέλια, ένα πατητήρι (ληνό) και μια τσιπουριά (το τότε πιεστήριο) .

Η ανάγκη και τότε έδειχνε τον εύκολο δρόμο της φυγής ή τον δύσκολο της παραμονής και της πάλης. Ήταν πράγματι ένα προκλητικό τεστ στα δύσκολα. Το επέλεξα σαν διαβατήριο αυτοπεποίθησης για τη συνέχεια. Δεν μετάνιωσα. Σήμερα μπορώ να πω με βεβαιότητα πως τα πολλά προβλήματα αποτέλεσαν μια συνεχή ανανέωση της αυτοπεποίθησης και ασφάλειας, με μια μικρότερη ή μεγαλύτερη ευχαρίστηση από την επίλυσή τους.

Μια πρώτη ευχάριστη διαπίστωση, ότι η επένδυση σε ένα στρέμμα αμπέλι, όταν υπήρχε και μεταποίηση των σταφυλιών σε μούστο ή κρασί , έδινε αξιόλογο κέρδος, δεδομένης της συνήθειας των ανθρώπων τότε να βάζουν δικό τους κρασί στο βαρελάκι τους.

1973: Έγινε αγορά 82 στρεμμάτων και φύτευση με Αγιωργίτικο και Cabernet Franc. Παράλληλα, επέκταση του οινοποιείου σε μηχανήματα και οινοδεξαμενές χωρητικότητας 1000 τόνων λόγω συνεργασίας με την ΓΕΝΚΑ (Κρασιά Cellar)

1978-79: Συνεργασία με την ΚΑΜΠΑΣ ΑΕ (Εθνική Τράπεζα) για ένα πρόγραμμα εξαγωγής 2.000.000 φιαλών στις ΗΠΑ, ποιοτικού κρασιού VQPRD ΝΕΜΕΑ.

1981: Η πολιτική αλλαγή τότε και η αλλαγή στη διοίκηση της ΚΑΜΠΑΣ ΑΕ, σταμάτησε το πρόγραμμα, αλλά γενικότερα ευνοούσε τον οινοποιητικό Συνεταιρισμό Νεμέας σε επενδύσεις και κεφάλαια κίνησης (πλήρωνε ακριβά τα σταφύλια και πουλούσε φτηνό κρασί), καθιερώνοντας έτσι αθέμιτο ανταγωνισμό, ανάγκασε και το οινοποιείο μου σε αδράνεια στον τομέα συνεργασιών.

1982: Τελειώνει τις σπουδές του ο γιός μου Γιώργος σε Χημεία και Οινολογία, ο οποίος αρχίζει να δραστηριοποιείται ενεργά στην όλη παραγωγική διαδικασία.

Οι δυο τελευταίες συγκυρίες μας οδήγησαν άμεσα στην εμφιάλωση κρασιών δικής μας παραγωγής.

Η αρχή της επανάστασης στο ελληνικό κρασί, από 3-4 μικρούς παραγωγούς, με μόνο ίσως αμπελουργό-οινοποιό εμένα στην ομάδα: Αβέρωφ, Κοκοτός, Παρπαρούσης, και λοιπών στην συνέχεια.

Ο αθέμιτος ανταγωνισμός που επικρατούσε τότε έκανε δύσκολη, αν όχι αδύνατη την επιβίωση των μικρών μονάδων. Έπρεπε να βρεθεί τρόπος, όχι μόνο επιβίωσης αλλά και προοπτικής. Η λύση αυτή έπρεπε να βασιστεί κυρίως στην ποιότητα και υγιεινή αφενός  αλλά και μείωση του κόστους έναντι των προσφερόμενων τότε κρασιών.

Πρώτη προϋπόθεση: Το ποιοτικό κρασί ξεκινάει από το αμπέλι. Πρώτος λοιπόν ο αμπελουργός με γνώσεις.

Δεύτερη προϋπόθεση: Ο οινοποιός–οινολόγος με γνώσεις των ελληνικών και ξένων ποικιλιών και τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής .

Τρίτη προϋπόθεση: Σε ποια αγορά απευθύνεται το κρασί σου;

Και οι τρεις αυτές συνισταμένες έπρεπε να βρίσκονται σε αρμονική ισορροπία.

Και στους τρεις αυτούς τομείς υπάρχει αφενός η θεωρητική γνώση , η οποία πολλές φορές δεν λύνει τα προβλήματα εάν δεν συνδεθεί με την εκάστοτε πραγματικότητα. Με λίγα λόγια, πρέπει να αποτελεί εργαλείο σκέψης και όχι αντιγραφής, διότι τίποτε σχεδόν δεν μοιάζει με τον τόπο και τον χρόνο διατύπωσης μιας θεωρίας.

Στο αμπέλι: Θεωρητική γνώση και παρατήρηση γύρω από την βιολογική λειτουργία του αμπελιού (φυτού) και των μικροοργανισμών που το περιβάλλουν. Όλα αυτά με οδήγησαν στον ονειρεμένο κόσμο της βιολογικής ισορροπίας που πρώτος ο Θεόφραστος (380 π.Χ.) δίδαξε με το βιβλίο του «Περί φυτών αιτίων» (βλ. βιβλίο μου Αμπελουργίας).

Στο οινοποιείο: Όπως στο αμπέλι, έτσι και στο οινοποιείο υπάρχει θεωρητική γνώση και παρατήρηση. Τα προβλήματα στο οινοποιείο, η παρατήρηση, με οδήγησαν στην ανάγκη θεωρητικής τεκμηρίωσης. Το βιβλίο οινολογίας του καθηγητή Ζαγανιάρη με οδήγησε σε εγκατάσταση οινολογικού εργαστηρίου (καζανάκια, οξύμετρα κ.λ.π.) και έδινα λύσεις σε πολλές περιπτώσεις, πρόληψης ασθενειών του κρασιού, αλλά κυρίως στην ανάδειξη ποιοτικών χαρακτηριστικών όπως αρώματα, γεύση, τανίνες, παλαίωση κ.λ.π.

Στην αγορά: Ο δυσκολότερος ίσως τομέας, αυτός της αγοράς, αυτός των μικρών μονάδων παραγωγής είχε ανάγκη μιας διαφορετικής στρατηγικής , έναντι των καθιερωμένων τρόπων των μεγάλων μονάδων. Ο μόνος τρόπος ήταν η από πρόσωπο σε πρόσωπο γνωριμία του προϊόντος με το κριτήριο της ποιοτικής και υγιεινής διαφοροποίησης. Το ενισχυτικό και πολύ αποτελεσματικό μέσο ήταν η οικονομικά συμφέρουσα, αποστολή και συμμετοχή σε όλους τους διεθνείς διαγωνισμούς κρασιού. Το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό. Άρχισαν τα χρυσά βραβεία, τα οποία , όχι μόνο ανέτρεπαν την κακή εικόνα των ελληνικών κρασιών, αλλά ο κύκλος των ανθρώπων του κρασιού, με την δημοσιοποίηση, δημοσιογράφοι, γευσιγνώστες, έμποροι , εστιάτορες, σομμελιέ και οινόφιλοι άρχισαν να ενδιαφέρονται. Ήταν ευχάριστη έκπληξη όταν ξένοι επισκέπτες, ερχόμενοι  στο οινοποιείο, κρατούσαν στα χέρια τους δημοσιεύματα από τον δικό τους ξένο τύπο, για τα κρασιά Παπαϊωάννου.

Μια ικανοποίηση και δικαίωση αποτέλεσε το ηθικό κέρδος μιας προσπάθειας με μόνο εφόδιο τις γνώσεις και την ατομική ευθύνη.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

Σταφίδα

Πετρέλαιο ακόμα δεν έχουμε αξιωθεί να βρούμε σε μεγάλες ποσότητες κάτω από τη γη ή τη θάλασσά μας, και ίσως να μη βρούμε ποτέ, αλλά ελληνικός μαύρος χρυσός έχει υπάρξει στο παρελθόν, εξίσου προσοδοφόρος και πολύ πιο εύγευστος. Είναι η σταφίδα.

Η αποξήρανση των σταφυλιών για παρασκευή σταφίδας είναι γνωστή από τα αρχαία χρόνια. Ο Έρμιππος, κωμικός της κλασικής εποχής, σε ένα απόσπασμα κωμωδίας που διασώζεται από τον Αθήναιο, μας πληροφορεί ότι οι καλύτερες σταφίδες έρχονταν από τη Ρόδο. Η λέξη που χρησιμοποιεί είναι «ασταφίς», που ήταν παράλληλος τύπος με το «σταφίς» και αρχαιότερος. Φανερή είναι η σχέση με τη λέξη «σταφυλή». Υπάρχει και αρχαία παροιμία, «Ανθρώπου γέροντος ασταφίς η κεφαλή», η οποία μας θυμίζει το «σταφιδιασμένος» που λέμε εμείς σήμερα για κάποιον που έχει γεράσει και το δέρμα του είναι ζαρωμένο και  γεμάτο ρυτίδες.

Η κορινθιακή σταφίδα, δηλαδή η μαύρη, έγινε τόσο ονομαστή ώστε ταυτίστηκε σχεδόν με τη σταφίδα και γλωσσικά. Η λέξη «currant», που σημαίνει στα αγγλικά την κορινθιακή μαύρη σταφίδα, έχει την αρχή της στην Κόρινθο. Από τα γαλλικά, raisins de Corinthe, ή μάλλον raisins de Corauntz όπως ήταν στα γαλλικά της εποχής, πέρασε τον 14ο αιώνα και στα αγγλικά, όπου σιγά-σιγά το raisins παραλείφθηκε. Στα κείμενα της εποχής τη λέξη τη βρίσκει κανείς γραμμένη σε πάμπολλες παραλλαγές: corentes, corauntz, currents, currence, corans κτλ.

Μάλιστα, όταν τον 16ο αιώνα άρχισαν να καλλιεργούνται στην Αγγλία τα φραγκοστάφυλα, ο κόσμος νόμισε ότι αυτός ο καρπός είναι η νωπή μορφή της σταφίδας, και τα είπε κι αυτά currant· το λάθος επισημάνθηκε αμέσως, αλλά, όπως συχνά συμβαίνει, ρίζωσε, γι’ αυτό  σήμερα currants λέγονται και τα φραγκοστάφυλα και οι σταφίδες. Στην Αμερική, για να διαλυθεί η σύγχυση, τις σταφίδες τις λένε Zante currants, δηλαδή ζακυνθινές. Η Ζάκυνθος ήταν σημαντική πηγή για εξαγωγές σταφίδας προς τη Βρετανία. Μια λέξη σχεδόν ξεχασμένη για την κορινθιακή σταφίδα είναι το κουρεντί,  αντιδάνειο από το currant.

Όταν κέρδισε η Ελλάδα την ανεξαρτησία της, η σταφίδα ήταν το μοναδικό αξιόλογο εξαγωγικό προϊόν του νεαρού κράτους. Δεδομένου ότι έφτασε να αντιπροσωπεύει το 50%-75% της αξίας του συνόλου των ευρωπαϊκών εξαγωγών, δεν είναι υπερβολή αυτό που είχε πει ο Ξ. Ζολώτας, ότι η σταφίδα για την Ελλάδα ήταν «ό,τι και ο καφές για τη Βραζιλία». Τότε η σταφίδα χαρακτηρίστηκε «χρυσός της Κορινθίας», αν και καλλιεργήθηκε σε πολύ ευρύτερη ζώνη, σε όλη τη δυτική και βορειοδυτική Πελοπόννησο και στα Επτάνησα, όπου οι αγρότες επέκτειναν δυσανάλογα τις αμπελοφυτείες σε βάρος των ελαιώνων και των άλλων καλλιεργειών. Πολλές οικογένειες που έπαιξαν ηγετικό ρόλο στην ελληνική πολιτική σκηνή εδραιώθηκαν με άξονα τις ζώνες Κόρινθος-Πάτρα και Πύργος-Καλαμάτα και συνδέθηκαν με το εμπόριο της σταφίδας

Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι που έγραψε για τη σταφίδα ο Κλεάνθης Τριανταφύλλου (1850-1889), ο εκδότης της εφημερίδας Ραμπαγάς:

        Απ’ το τσαμπί σου κρέμεται, γλυκιά μου μαυρομάτα,
το έθνος… Σένα θρέφουμε μονάκριβη ελπίδα,
χλωρή, όσο ξεραίνεσαι, συ κάνεις την πατρίδα,
είν’ από σένα τάλαρο τ’ αλώνια μας γεμάτα,
μικρή, γλυκομελάχρινη, κοπέλα μου σταφίδα! 

Σχεδόν το σύνολο της παραγωγής της σταφίδας εξαγόταν. Ο μεγάλος πελάτης αρχικά ήταν η αγγλική αγορά· εκεί η σταφίδα χρησιμοποιόταν στην παρασκευή της πουτίγκας, που ήταν βασικό στοιχείο της διατροφής των λαϊκών στρωμάτων. Καθώς η τιμή της σταφίδας ανεβοκατέβαινε, οι σταφιδοπαραγωγοί, που είχαν μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις, ευημερούσαν ή πεινούσαν (οι έμποροι πάντοτε θησαύριζαν). Μετά το 1880 άρχισε να φθίνει η ζήτηση σταφίδας από την Αγγλία και να πέφτει η τιμή της, αλλά ένα τυχαίο γεγονός έδωσε μια δεκαετή παράταση στην ελληνική παραγωγή: τα γαλλικά αμπέλια καταστράφηκαν από επιδημία φυλλοξήρας, οπότε οι Γάλλοι οινοπαραγωγοί στράφηκαν στην ελληνική σταφίδα και έκαναν μαζικές εισαγωγές που υπεραναπλήρωσαν τη μείωση της αγγλικής ζήτησης, με αποτέλεσμα  να εκτοξευθεί στα ύψη η τιμή της και να αυξηθούν οι καλλιεργούμενες εκτάσεις. Έτσι, ενώ το 1860 καλλιεργούνταν 220.000 στρέμματα που πάραγαν 50.000 τόνους σταφίδας (σχεδόν όλοι εξάγονταν), το 1891 η καλλιέργεια είχε φτάσει στα 670.000 στρέμματα και η παραγωγή στους 165.000 τόνους.

Ο Γ. Σουρής έγραψε στον «Ρωμηό» για τη σταφιδική κρίση:

                  Κι αν λείψει κάθε φόρος της, κι ας βάλουν πιο μεγάλο
                  εγώ ποτέ στο στόμα μου σταφίδα δεν θα βάλω
                  και ούτε θέλω να την δω ποτέ μου σε τραπέζι
                 κι ας κάνουν μόνο με αυτήν πουτίγκες οι Εγγλέζοι

Ο Αντρέας Καρκαβίτσας, που ήταν από εκείνα τα μέρη, περιέγραψε αριστοτεχνικά, στο διήγημά του «Το σύγνεφο», την αγωνία των σταφιδοπαραγωγών που έχουν απλώσει τη σταφίδα να ξεραθεί, καθώς βλέπουν ένα απειλητικό σύννεφο. Στο ίδιο διήγημα ένας παραγωγός καμαρώνει: «Ο Μάης βγάνει τα κεράσια, ο Θεριστής τ’ αγγούρια, ο Αλωνάρης τα καρπούζια και ο Άγουστος τα τάλαρα» – η αυγουστιάτικη σταφίδα έδινε το πολύ εισόδημα. Η Αθηνά Κακούρη περιγράφει με πολλή τέχνη στο μυθιστόρημα Πριμαρόλια την εποχή εκείνη στην Πάτρα.

Μια γουστόζικη λεπτομέρεια: για να πεισθεί το ελληνικό κράτος να δώσει άδεια στη γαλλική αρχαιολογική σχολή να κάνει ανασκαφές στους Δελφούς, κάτι που συνεπαγόταν εκτεταμένες απαλλοτριώσεις στο χωριό (το Καστρί) που ήταν χτισμένο πάνω στον σημερινό αρχαιολογικό χώρο, το γαλλικό κράτος δέχτηκε να αγοράσει μια σημαντική ποσότητα σταφίδας σε ικανοποιητική τιμή – σταφιδική διπλωματία δηλαδή!

Κάθε τι ωραίο κάποτε τελειώνει… και μάλιστα απότομα. Από το 1889 οι γαλλικές αμπελοφυτείες άρχισαν να αναρρώνουν, με αποτέλεσμα οι εισαγωγές να πέσουν κατακόρυφα: από 69.500 βαρέλια το 1889 σε 21.700 το 1892 και σε μόλις 3.100 το 1893. Εξίσου δραματική και η πτώση της τιμής: από 625 φράγκα ο τόνος το 1890 έπεσε σε 92 το 1893! Το κράτος παρενέβη με τρόπο που ικανοποιούσε τους σταφιδεμπόρους και όχι τους σταφιδοπαραγωγούς· αγόραζε ποσότητες σταφίδας από τους παραγωγούς, που τις χρησιμοποιούσε για την παραγωγή οινοπνεύματος, ώστε να ανακόψει την πτώση της τιμής του προϊόντος.

Ο Πατρινός ποιητής Ηλίας Συνοδινός, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Μώμος Πατρεύς, δημοσίευσε το 1894 την εξής παράκληση προς τη σταφίδα, σαν να εκλιπαρεί κάποια θεότητα:

       Σταφίς, ελέησόν μας,
κλεινή Ελλήνων σώτειρα, ευθύς βοήθησόν μας
εκ των μεγάλων και πολλών, νυν ρύσαι μας, κινδύνων,
μη ζήτει την καταστροφήν του γένους των Ελλήνων.

        Ως βλάκες, φευ, αφήσαντες αγόνους άλλους πόρους
και ζώντες έως σήμερον με δάνεια και φόρους,
της πείνης θα ψοφήσομεν, αν συ δεν ευδοκήσεις
ολίγον άρτον κρίθινον ημίν να χορηγήσεις.
Σταφίς, σε μόνην έχομεν βοήθειαν κι ελπίδα,
λοιπόν, θεά, διάσωσον την δύστηνον Πατρίδα,
εκ σού και μόνης, των Ρωμηών το κράτος συντηρείται
εκ σού κι αυτός ο Βασιλεύς αδρώς μισθοδοτείται.

Η κρίση της σταφίδας είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για την πτώχευση της Ελλάδας επί Τρικούπη («δυστυχώς επτωχεύσαμεν», τον Δεκέμβριο του 1893). Επίσης, γέννησε τα πρώτα κοινωνικά κινήματα, αρχικά μεταξύ των σταφιδοπαραγωγών. Δεν είναι τυχαίο που οι πρώτοι σοσιαλιστές και αναρχικοί εμφανίστηκαν όχι στην Αθήνα αλλά στην Πάτρα και στον Πύργο. Η σταφιδική κρίση πυροδότησε άλλωστε τη μαζική μετανάστευση στην Αμερική, από την τελευταία δεκαετία του 1890 και μετά, όταν μετανάστευσαν, κυρίως από την Πελοπόννησο, εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες.

Βέβαια, σταφίδα δεν είναι μόνο η μαύρη αλλά και η ξανθή, που ανήκει στην ποικιλία σουλτανίνα, κι αυτή χωρίς κουκούτσια (απύρηνη), όπως και η κορινθιακή. Το όνομα προέρχεται από τα ιταλικά (uva sultanina) και μάλλον οφείλεται στο ότι η σταφίδα αυτή εισαγόταν από την επικράτεια του σουλτάνου, την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σύμφωναμε μία άλλη εκδοχή, πήρε το όνομά της από την καταγωγή της, δηλαδή από την επαρχία Σουλτανιέ της Περσίας. (Υπάρχουν και άλλες θεωρίες, πολλές μάλιστα επιστρατεύουν και κάποιον μύθο, επειδή στα αγγλικά η λέξη για τη σταφίδα, sultana, είναι ίδια με τη λέξη για τη σουλτάνα.) Στην Ελλάδα η σουλτανίνα ήρθε το 1838 από τη Σμύρνη.

Όταν λέμε για κάποιον ότι «έγινε σταφίδα», εννοούμε καταρχάς ότι γέρασε πολύ και το δέρμα του έχει γεμίσει ρυτίδες, ότι σταφίδιασε, όπως είπαμε και παραπάνω με αφορμή την αρχαία παροιμία· ωστόσο, η ίδια έκφραση χρησιμοποιείται επίσης σαν ένα από τα αναρίθμητα συνώνυμα τού «έγινε λιάρδα», δηλαδή μέθυσε πολύ. Ο Βάρναλης, στις αναμνήσεις του από την εξορία, θυμάται έναν σύντροφό του, από την Μπαρμπάσαινα Ηλείας, που είχε παρατσούκλι «Ο Σταφίδας», επειδή ήταν σταφιδοπαραγωγός.

Σταφίδες μοιράζει ο στρατός στους φαντάρους· αξιόπιστος σύντροφος κόντρα στο κρύο στις βραδινές περιπολίες σε καιρό ειρήνης, πολύτιμο εφόδιο που σώζει ζωές στον πόλεμο, όπως λέει κι ο Ελύτης στο Άξιον εστί: «Και τις λίγες φορές οπού κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα.»

Η σταφίδα ποτέ δεν ξαναβρήκε τη δόξα του 1880 και ποτέ δεν ξεπέρασε τη χρόνια κρίση της· στην Κατοχή όμως, αλλά και μετά, έσωσε και έθρεψε πολύ κόσμο. Το ελληνικό μαύρο χρυσάφι έχει χάσει λίγη από τη λάμψη του, όχι όμως και την αξία του.

Πηγή : Sarantakos.wordpress.com

Η μοίρα ήταν ένα κακομαθημένο παιδί που σε κάποιους έδινε δώρα και χαρές ενώ με άλλους έπαιζε σκληρά παιγνίδια .

Γ Κακαλοπούλου

«Σήκωσαν κεφάλι» τα έσοδα τον Ιούλιο

Βαθιά ανάσα πήραν τα έσοδα του τακτικού προϋπολογισμού τον Ιούλιο μετά τη «βουτιά» κατά 15% που είχαν καταγράψει τον Ιούνιο.

Πληροφορίες αναφέρουν πως εισπράχθηκαν περισσότερα από 1,1 δισ. ευρώ από την πρώτη δόση του φόρου εισοδήματος, ενώ συνολικά στο ταμείο μπήκαν (προ επιστροφών) 5,566 δισ. ευρώ ή 205 εκατ. ευρώ παραπάνω σε σχέση με τα προϋπολογισθέντα