Βουνό μου, γιατί θύμωσες και στέκεις βουρκωμένο;
Μήν πως χαλάζι σε βαρεί, μήν πως βροχή σε δέρνει;”
“Ούτε χαλάζι με βαρεί κι ούτε βροχή με δέρνει,
μόν’ με βαρούν οι Ιταλοί με μπόμπες και με όλμους.
Μαύρα πουλιά σκεπάσανε τον όμορφο ουρανό μου,
θερίζουνε τις ράχες μου, καίνε τα έλατά μου”. “Ρίξε, βουνό, τις μπόρες σου, ρίξε τις αστραπές σου ,
κι εγώ σού στέλνω έναν αϊτο απ’ τα Δερβενοχώρια.
Τον Γιώργο της Ανδρίκλϊας το πρώτο της το σπλάχνο,
που’χει τον ύπνο του λαγού και το αυτί του λύκου,
να καθαρίσει τις πλαγιές, να διώξει τους φασίστες,
που μπήκαν στην Ελλάδα μας, στα όμορφα χωριά μας”».













