Μπουρίνι.

Διήγημα

Μπουρίνι

(Κώστα Μάκιστου

Ο Κώστας Μάκιστος (1895-1984) ήταν Μυτιληνιός λογοτέχνης -από την Αγία Παρασκευή, το κεντρικό κεφαλοχώρι του νησιού. Παπαχαραλάμπους το πραγματικό του επώνυμο).

-Άντε δα,  γέρο! Τούτη μονάχα τη φορά και θα σε σχολιάσω πια…

Οι γέροι ήταν δυο. Ο άνθρωπος και το ζο. Περασμένα τα εβδομήντα πέντε του ο άνθρωπος. Στο κεφάλι, φόραγε πλατύγυρο ψαθί.  Από κείνα τα φτηνά, ξοχάρικα,  για τον ήλιο του καλοκαιριού, καπέλα. Το πολυχρονίτικο ψαθί στραβοχείλιαζε, η κουκούλα του ήταν σκισμένη και νότιζε από τον ιδρώτα.  Κάτω από τον ψαθόγυρο, ξεχώριζαν τα δασά, μεγαλότριχα φρύδια να μπερδεύονται με τις τούφες τ’ άσπρα μαλλιά που πέφτανε στο κούτελο.  Κάτω από κείνα τα φρύδια, δύο μάτια γαλανά, ήμερα.

Το ζό, ένας σταχτύς  γάιδαρος, θα τα κόντευε τα είκοσι πέντε του. Κατάκορφα στο κεφάλι, είχε και αυτός το καπέλο του για την καλοκαιριάτικη κάψα:  ένα κομμάτι από την παλιά, σπιτική ψάθα, με δύο τρύπες, απ’ όπου περνούσαν τα αφτιά, και με σπάγκο που έδενε κάτω από τον λαιμό. Το ζο ήταν αχαμνό. Μαδημένη, σαν καμουτσί, η ουρά. Στα λαγόνια, ξεπετιόνταν τα κόκκαλα. Τα κατσιασμένα τ’ αυτιά έγερναν πλαγινά. Και τα δύο μεγάλα, ειρηνικά μάτια του, κάθε λίγο και γλάρωνα. Όλο και γλάρωναν.

– Άντε δα!… Με το μεσημεριάτικο λιοπύρι βγαίνει τ’ αλώνι. Πώς το ξέρεις για!…

Βδομάδα, σωστή τώρα, που αλώνιζαν. Οι δυο τους, μονάχοι, ξάκρη του κάμπου, κοντά στο αποξηραμένο, ανάβαθο ρέμα. Οι θημωνιές δεν ήταν πολλές. Καμιά σαρανταριά δεμάτια, κι ούτε να πεις από κείνες τις θημωνιές τις βαριές και ασήκωτες. Συλλογιέται και αναθυμάται:

«Κείνη τη χρονιά, πούχαμε, με τον γιο μου, νοικιασμένα χωράφια στη Ζίγρα… Τι δεματάρες θεριωμένες, κείνη τη χρονιά!… Είχαμε άμα και ζα στα χέρια μας. Δυο φοράδες, κοπελιές ακούραστες. Και το μουλάρι, τον Καψάλη, που πετούσαν φωτιές τα πέταλά του…»

-Σένα, σ’ είχαμε για άλλες δουλειές τότε, γέρο, λέει στο ζο. Μα τάβλεπες δα κείνα τ΄ αλωνίσματα. Μεις χουγιάζαμε, τα ζα χλιμίντραγαν, και τρέχαμε και χορεύαμε πάνου στις θημωνιές. Τα θυμάσαι, γέρο;

Ο σταχτύς φταρνίστηκε και πετρώθηκε στον τόπο του, ασάλευτος. Ο ήλιος ανηφόριζε στα κατάκορφά του, κι η ζέστα όλο και άψωνε. Ανάσαινες λιοπύρι από τον αγέρα, αρμύρα και βούρκο από τη γειτονικιά την Αλυκή, και δρωτίλα μόχθου από τα λαγόνια του ζου και τις μασχάλες του ανθρώπου. Παλάμισε πανωτά, έτσι σα χάδι, ο άνθρωπος το σύντροφό του στα καπούλια, ανατράβηξε το σχοινί, το καπίστρι, («άντε και τελεύουμε… άντε!…»), το ζο ανακούνησε οκνά τ’ αφτιά του και ξανάρχισαν τη γύρα.

Ανθρώπινη ψυχή δε φαινόταν στα γειτονικά χωράφια. Τον είχε βάλει μποστανικά τον κάμπο ο κόσμος. Το ζευγαρισμένο χώμα μαυρολογούσε, και τα μποστανικά ότι κι άρχιζαν να ξαπλώνουν πράσινα κεντίδια στη μαυρογής. Κι έτσι γινόταν πάντα: Τη μια χρονιά στάρι, την άλλη μποστανικά.

«Ξεκουράζεται με τούτο το χώμα. Παίρνει προζύμι-μαγιά μέσα του για τη σταροχρονιά. Μονάχα εμείς στάρι στο στάρι το πήγαμε αράδα τρεις χρονιές φέτος»

-Βλέπεις, το ψωμί είναι το θεμέλιο στον άνθρωπο, γέρο!

«Κείνη, πάλι, την άλλη χρονιά, που βάλαμε μποστάνι με τον γιο μου στον Κακαλά…Τι βλογημένη  χρονιά και κείνη!…Σπιθαμή χώμα δεν έβλεπε το μάτι σου. Ξάπλωσαν οι πλώρες, αντάμωσαν και καπλάντισαν τη γης. Σα χαλί φουντωτό. Το μεσονύχτι, άκουγες τριζοβολητά. Μαζεύουν, βλέπεις, τη δροσιά της γης και της νύχτας τα καρπούζια και τη ζαχαρώνουν, και τεζάρουν τη φλούδα τους να την αποθηκιάσουν. Και, κείνη τη χρονιά, καίκια  ναύλωσε ο γιος μου και τα φορτώσαμε για τη Χώρα…»

Γύρα στη γύρα οι δύο γέροι, στο αλώνι, γύρα κι ο νους του ανθρώπου όλο σε κείνα τα παλιά, τα δικά του. Κι όχι πως ήταν όλα χαρούμενα και καλοθύμητα. Είναι πιο πολλά τ’ άλλα που κολλάν και αναλυώνουν, πικρό ρετσίνι στο λαρύγγι σου: Να, τότε που ξέσπασε η ανακατωσούρα στον κόσμο. Κι έγινε πόλεμος, και μάζεψαν τα παλικάρια, κι έφυγε και ο γιος. Νιόπαντρος τριώ μηνών γαμπρός. Και διάβηκαν  χρόνια και χρονάκια, και σαν πέρασε η μπόρα, ο γιος δε γύρισε. Χάθηκε στη Μικρασία και κανένας δεν ήξερε να πει, πού και πώς.  Κι ύστερα το άλλο: που η νύφη του κλείστηκε στο σπίτι και θωριά ανθρώπου δεν ήθελε να αντικρίσει, μόνο να δέρνεται και να μοιρολογά μερονυχτίς, ώσπου μαράζωσε και πέθανε. Κι άφησε τεσσάρω χρονώ το αγοράκι της, κι εγγονό του, πεντάρφανο. Κι ακόμα και το άλλο: Που ανημπόρεσε κι η δικιά του γριά. Και βογκούσε και την πιλάτευαν σφάχτες και πόνοι και την πήγαν σε σπιτάλια, σε γιατρούς και γιάτρισσες, και κανένας δεν μπόρεσε να την σώσει, και σφάλισε τα μάτια της και τον άφησε κι αυτή. Κι ακόμη και τα άλλα: Που πουλήθηκαν οι φοράδες κι ο Καψάλης και το λιοχτηματάκι, κι έμεινε με τούτο μονάχα το παρτσάδι της γης, ξάκρη του κάμπου, και με τούτον μονάχα το σύντροφο. Κι ακόμα…

Όμως,  όχι. Αυτά δεν θέλει να τ’ αναθυμάται. Κουρνιάζουν μέσα του, ναι, σα μαύρα πουλιά. Τα νιώθει να σαλαγάνε κάποτε στα φρένα του, μα δεν τ’ αφήνει να ξεμυτίσουν . Πάνε να μπήξουν την κρωξιά τους, να σε κάνουν να αρχίσεις μοιρολόγι μαζί τους. Κάνουν να ανοίξουν τις φτερούγες, να σκοτεινιάσουν τον κόσμο, να χάσεις από τα μάτια σου τον ήλιο κι από την ψυχή σου το κουράγιο και την υπομονή, όμως αυτός όλο και τα χουγιάζει, μυστικά και άφωνα, και τ’ αποδιώχνει στα κατάβαθά του κι αναλογιέται τ’ άλλα, τα πρόσχαρα, που τώρα και αυτά, έτσι που τα ξαναφέρνει ο λογισμός, δεν είναι πια γιορταστικά πρόσχαρα, αμή, είναι σαν παλιό παραμύθι, πικρούτσικο, αλήθεια, μα που σου δείχνει φέγγος. Αστρουλάκια που σελαγίζουν στη νύχτα σου.

«Κείνη τη χρονιά που παντρεύτηκε ο γιος μου…»

Ναι έτσι πάντα αρχίζουν οι καλές και άγιες θύμησες. Έτσι όπως στο Βαγγέλιο: «Τω καιρώ εκείνω γάμος εγένετο εν Κανά της Γαλιλαίας…».

«Μπόρες, γέρο, μπόρες… Τον άνθρωπο τον βρίσκουν μπόρες και μπουρίνια. Όσο ζεις, μπόρες και μπουρίνια να απαντέχεις. Συ, άμα,  νταγιάντα!…Γιατί;…ρωτάς, γιατί; Να, έτσι!…Να νταγιαντά  η καρδιά σου και να μην σκοτεινιάζουν τα μάτια σου… Ρωτάς ακόμα γιατί;… Για τον Έγγονο, μωρέ!…Δεν καταλαβαίνεις; Για τον Εγγονό λέγω!…»

Τούτα δεν ήταν για το ζο. Ήταν για τον εαυτό του. Και τόχε πάρει συνήθειο να μονομιλά, πότε  μυστικά κι από μέσα του, ποτέ φωναχτά, για τόνα και τ’ άλλο που του λάχαιναν ή που αναθυμιόταν. Έτσι γίνεται: Σαν ξεμοναχιαστείς, στα μονομιλήματα το ρίχνεις.

«Δίκιο είχε το παιδί. Φτερώνεις, και τότε ο τόπος δεν σε χωρά. Λαχταράς. Για μεγάλα πράγματα λαχταράς. Είναι κι παραλήδες οι ξενιτεμένοι πούρχονται και ξεμαυλίζεσαι, κι ο παλιός τόπος δεν σε χωρά…Και τον χάσαμε και τον εγγονό. Πάνε τώρα τρία χρόνια που τον χάσαμε. Μας τον πήρε η Αυστράλια…Τον χάσαμε;…Γιατί λες τον χάσαμε;…Τίποτα δεν έχει κατάδικο του γέρο όσο ζει ο άνθρωπος. Τίποτα δεν έχει καταδικό του, Γέρο, όσο ζει ο άνθρωπος. Τίποτα δεν είναι καταδικό του, και πάλι σα δε σκοτεινιάζει ο νους του, όλα δικά του είναι…Έτσι, κάπως, αλλιώτικα  δικά του…»

– Άντε δα, μην οκνεύεσαι…Άντε μία γύρα ακόμα!

Ο σταχτύς βόγκηξε. Ένα βογκητό κατάιδια ανθρώπινο. Βόγκηξε και πέτρωσε στον τόπο του. Έριξε κατά κάτου το κεφάλι, κι η ανάσα του ήταν δύσκολη.

-Απόστασες, λέγω…Ε, τότε, να σχολάσουμε για κολατσιό.

Απούντο μεσημέρι θα ήταν. Έβραζε ο τόπος απ’ το λιοπύρι. Στην Αλυκή, η αλισάχνη ασπρογάνιαζε, λεπτόφλουδος, κρουσταλλιένος αφρός, κι έτσουζαν τα μάτια σου να τον τηράς. Έβαλε πρώτα το ζο το ταϊνι: Χλωρασιές, περιπλοκάδες, πολύκομπα, που τάχε συνάξει με τη δροσιά της αυγής, κι άχερο. Γέμισε και τον κουβά με νερό από τη μεγάλη στάμνα.

Διπλοπόδισε και κείνος στον ίσκιο, στο μικρό τσαρδάκι πούχε στημένο – τέσσερα πλατανόξυλα μπηγμένα σε τετράγωνο σχήμα, κι αροδάφνες και λυγαριές για σκεπή. Λάδωσε τα χθεσινοβραδινά κουκιά του, μούσκεψε και το αποξεραμένο ψωμί.

Σαν απόφαγαν, ήρθε και ο σταχτύς για τσαρδάκι. Όμως, λιγοστός είναι ο ίσκιος καταμεσήμερα. Λιγοστός για δυό. Κι ο άνθρωπος σηκώθηκε και πήγε στο αλώνι μονάχος. Ανασκάλεψε με τα χέρια το αλώνισμα. Γιόμισε τις φούχτες του και το κρησάρισε. Ναι, ο καρπός λευτερώθηκε από το τσόφλι του.

«Καλό, χοντροκούκουτσο και φέτος το στάρι. Το θεμέλιο της χρονιάς σιγούραρε…Μόνο το άχερο θάθελε ακόμα τρίψιμο. Να μπορεί να το μασουλά το ζο, που το πήραν τα γεράματα…»

Πήρε το λιχνιστήρι και φτιάριζε τις άκρες και της έριχνε καταμεσίς στο αλώνι. Ο σταχτύς είχε διπλοποδίσει χάμου, με το κεφάλι του στο λίγο τον ίσκιο, και νύσταζε. Νύσταζε…

Δούλεψαν και το απομεσήμερο οι γέροι. ‘Ήρθε και το δειλινό. Δρόσισε ο αγέρας, κι έγινε ασυνήθιστα νοτερός. Κει στον ουρανό, πάνω από το μπουγάζι, μιαν άσπρη γανάδα ξάπλωνε την αράχνη της:

«Εσύ, τι γυρεύεις, καλοκαιριάτικα, εσύ, κει ψηλά;…»

Το αχνό συννεφάκι μια πήγε να μαυρίσει, ύστερα ξέφτιζε, λίγνευε, άπλωνε, ξέφτιζε, ώσπου χώνεψε και χάθηκε μέσα στις τριανταφυλλένιες και χρυσαφιές δόξες του ήλιου που βασίλευε.

‘Ήλθε η νύχτα, κι έγιναν όλα μαλακά και απίθανα. Ήρθε κι ο ύπνος, που έχουν να λένε πως είναι ο αδελφός του θανάτου. Πάρωρα, ήρθαν και τα όνειρα στον άνθρωπο και γίνονται τώρα, όλα, αλλόκοτα αληθινά. Τόσο αλλόκοτα αληθινά, Θεέ μου!…

«Το αλώνι στη Ζίγρα στρώθηκε. Πού είναι λοιπόν οι φοράδες κι ο Καψάλης; Γιατί αργούν να φέρουν τα ζα; Και να, ο γιος με το σπαθάτο κορμί και τα σμιχτά φρύδια. Κι ήρθε, λέει, με τα μουσικά όργανα, την κομπανία τα νταούλια. Μαζί του κι η νύφη, η Σανιούλα, η αμυγδαλωμάτα η Σανιούλα. «Άπλου το χέρι πάνω στις θημωνιές, και δώσε όρκο!…», της λέει ο άντρας της. Κι η κόρη απλώνει το χέρι και δίνει τον όρκο:

«Ορκίζουμαι: να μην του πικράνω ποτέ τη καρδιά του Πατέρα σου. Τ’ ορκίζομαι στις θημωνιές και στα μάτια σου…»

Ο σταχτύς, που λούφαζε παραδίπλα στο τσαρδάκι, ανασήκωσε το κεφάλι: Τι έπαθε το αφεντικό, αλήθεια, και μιαουρίζει, κι αναρουφάει, και κλαίει μέσα στη νύχτα;

«Μπου-ού!…Ντουκ, ντούκου, ντουκ…Μπου-ού…παίζουν τα νταούλια. Χλιμιντράν οι φοράδες κι ο Καψάλης, χουγιάζουν γιος και Πατέρας, και ζα κι ανθρώποι τρέχουν και χορεύουν ξέφρενα: («Άντε αλώνι’ αλώνιαα!.. Άντε αλών’ αλώνιαααα!…») πάνω στα στρωμένα δεμάτια. Κι Σανιούλα βγάζει από τον κόρφο της το γαλάζιο μπουχούρι με το ροδόσταμο και  ραντίζει το αλώνι και ραίνει γιο και Πατέρα…Μπου-ού…Ντουκ, ντούκου ντουκ….Μπου-ού!…Γυρίζει ύστερα η κόρη, στο μεγάλο, απόδιπλα, σωρό και ξαναραίνει ροδόσταμο. Και τότε, θεόρατες πύρινες γλώσσες ξεπετιούνται από τις θημωνιές και λαμπαδιάζουν ολόγυρα τα πάντα…»

Ξύπνησε, ανατινάχτηκε κι ανακάθησε στα στρωσίδια του: Σκοτύφλα ο ουρανός και στάλες βροχή τον χτύπησαν στο πρόσωπο. Βουή ανέμου από τη θάλασσα, βουή ανέμου από το πευκόδασο. Αστραποβολήματα στο μπουγάζι, μπουμπουνητά στα ουράνια:

«Καλοκαιριάτικα…Τέτοιο πράμα καλοκαιριάτικα! Θα μουλιάσει το αλωνισμένο μας και θα χασομερίσουμε πάλι…»

Σηκώθηκε ολόρθος, και στο γυμνό του απανωχέρι άχνισε ζεστή η ανάσα του γέρου. Τον αγκάλιασε από το λαιμό και ένιωθε το κεφάλι του άδειο και το στόμα του να στεγνώνει. Έκαμε να τρέξει κατά το αλώνι. Να κάνει όμως τι; Σταμάτησε και ξαναγκάλιασε το σταχτύ.

Βροχή κι αγέρας φορτσάριζαν. Το τσαρδάκι τριζοβόλησε και τόειδε, στις απανωτές αναλαμπές, να φτερουγίζει αναμαλλιασμένο. Έτρεξε κι άρπαξε το χράμι. Τόστρωσε κατάραχα στο ζο. Έριξε από πάνω και την παλιά κουβέρτα. Έσυρε κοντά και το σαμάρι. Χώνεψε κι ο ίδιος  κάτω από τούτο το τσαντίρι και κάθισε στο σαμάρι. Ο λογισμός συμμαζευόταν από το ξάφνιασμά του, ξανάβρισκε κι η γλώσσα τα μονομιλήματά της. Είπε:

«Για την ώρα…τίποτα δεν περνά απ’ το χέρι σου για την ώρα…Τι τ’ όφελος, λοιπόν, να φουρτουνιάζουμε κι ελόγου μας;…»

Έσκυψε, έβγαλε το πρόσωπο από τα σκεπάσματα και τηρούσε έξω στ’ αναλαμπίσματα. Αχερόσκονη τούτσουξε τα μάτια, αχεράκια  γαντζώνονταν, τρύπωναν στα λαιμά του, χοροπήδαγαν ανάερα μπροστά του. Ο αγέρας σβούριζε δαιμονισμένα το αλώνισμα. Είπε:

«Αν προκάνουν και μουσκέψουν,  δεν θα τ’ ανεμοσκορπίσει όλα…»

Το σβούρισμα χίμηξε σφυρίζοντας καταπάνω του, ο σταχτύς τρίκλισε, τα σκεπάσματα αναποδογυρίστηκαν από το ζο, και κατακουκούλωσαν τον άνθρωπο. Ξανάφτιαξε, με πολύ κόπο, κόντρα στον αγέρα, το τσαντίρι. Ξαναμούλωξε το σαμάρι, έσκυψε κάτω από την κοιλιά του γέρου, χούφτωσε τις άκρες τα σκεπάσματα, κι από την άλλη μεριά, και τα κράτησε γερά. Απόμεινε  κάμποσο, έτσι καταχωνιασμένος. Έκανε να ματασαλέψει τα πόδια του ο σταχτύς, κι η παράξενη τούτη η «Κιβωτός»,  που φυλάγε τ’ ανάστροφα έναν άνθρωπο κι ένα ζο από το μπουρίνι, στράβισε να ξεπαρτσαλακωθεί.

-Φρόνιμα, λέγω!…Τέτοια ώρα δε μας πέφτει λόγος…

Τράβηξε σφιχτά κατά κάτω τα σκεπάσματα που κράταγε, και το ζο ξανακόλλησε στη γης. Έβγαλε και πάλι το πρόσωπο από το κουκούλωμα: Τ’ αστραπόβροντα είχαν σταματήσει. Καλμάρισε κι ο αγέρας. Πηχτό τώρα σκοτάδι, και τάριχναν τουλούμπα τα νερά τους τα ουράνια…

Υστερότερα ήταν που κατέβηκε το ρέμα, ξεχύλισε, ξεμπουκάρησαν στο χτήμα τα νερά και τ’  αποτέλεωσαν όλα…

Έφεξε η μέρα, κι ουρανός έδειχνε να μην ήταν κείνος του μεσονυχτιού. Λαμπικαρισμένος, γαλάζιος, ολοκάθαρος, κι ο Ήλιος να ξαναγεννιέται με τις δόξες του πάλι.

Από το αθώρητο μακρινό χωριό, έφταναν καμπανίσματα. Κυριακή ήταν η μέρα που ξημέρωσε.  Κει πάνω, που ζούσαν οι μαζεμένοι ανθρώποι, στη μεγάλη Εκκλησιά, ο ιερέας έστελνε στον Κύριο τις ικεσίες του:

«Υπέρ πλεόντων, οδοιπορούντων, νοσούντων, καμνόντων…»

Οι Άγιοι, στο παλιό εικονοστάσι, στέκονταν αποπνευματωμένοι πάνω στα ζωγραφιστά εικονίσματα. Σταυροκοπιόνταν οι πιστοί και συλλογίζονταν τα καθημερινά τα δικά τους, τα χθεσινά δικά τους, τα σημερινά που πρέπει να είναι ασφαλισμένα δικά τους, «και της Σωτηρίας των ψυχών ημών τω Κυρίω δεηθώμεν».

Στον κάμπο, ολοένα και ξεπρόβελναν οι άνθρωποι, που περιτριγύριζαν τα χωράφια τους, να καταμετρήσουν τι ζημιές τους έκανε το χθεσινό μπουρίνι, και ποια κέρδητα τους άφησε η βροχή.

-Μπάρμπα-Γιαννακόοο!

Άχνιζαν στον Ήλιο τα καταμουλιασμένα ρούχα του μπάρμπα Γιαννακού, και ο σταχτύς παραδίπλα του, μασούσε τις αποθερισμένες καλαμιές του χωραφιού, που μαλάκωσαν με τα νερά.

-Έ, τί ‘ναι; Τι ξεφωνίζεις;

Το εντεκάχρονο αγόρι, γειτονόπουλο, άρχισε:

-Είπ’ η μάνα μ’, έχις, λέει, γράμμα στν’ πόστα. Τσ’ είπ’ η μάνα μ’, να του πάρου, να στου φέρου, τσ’ είπε, λέει, η Ταχυδρόμους δε μπουρεί να του δώσι’ γιατ’ είνι σφαλισμένου. Τσι πρέπ’ νάσι ατός σ’, λέει, γιατί του γράμμα θάχι’ μέσα σάλλαγμα…

-Σάλλαγμα;…Τι σάλλαγμα;

-Να, σάλλαγμα! Δραχμές…Τσ’ είνι, λέει, απ’ τν’ Αυστράλια.

Λαμπύρισαν νοτισμένα τα μάτια του Μπάρμπα-Γιαννακού. Παλάμισε στα καπούλια το σταχτύ κι είπε:

-Δε σου τάλεγα; Ο Εγγονός… Χε!… Έχει την καλή μαγιά του γιου μου, μέσα του ο Εγγονός…

-Ίιιιι, άχυρα τσι κακό γι Αλτσήηη…ξεφώνισε το αγόρι και απόμεινε να τηρά.

Αλήθεια, πέρα, στα στεκάμενα, τώρα, νερά της Αλυκής, έπλευε όλο το αλώνισμα της χρονιάς, κι ο αγέρας δε μύριζε πια αρμύρα, αμή μονάχα βούρκο.

H Λάμια της Μπόεζας

H Λάμια της Μπόεζας από:

http://agiosthomas.wikidot.com/.

Στην αχλή των παιδικών μου χρόνων θυμάμαι τη γιαγιά μου να μου φωνάζει: «Μος βγεν νε σκοταδ γιαστ. Ντο τε χαν λαμιετ (Μην βγαίνεις έξω το βράδυ, θα σε φάνε οι Λάμιες)».

Αυτή η φράση έτρεφε για αρκετά χρόνια τους φόβους μου. Ποτέ δεν πήγα μόνος μου στη βρύση με τη βαρέλα για νερό. Πάντα ο παππούς δίπλα. Όταν δε ρώτησα τη γιαγιά να μου πει πως είναι οι Λάμιες, εκείνη μου απάντησε:

«Εγώ δεν έχω δει, αλλά η γιαγιά μου είχε πει πως είναι κάτι γυναίκες με φτερά που ξεκινούν όλες μαζί από το πηγάδι του Κοκκίνη και φθάνουν το βράδυ στη βρύση για να πλυθούν πριν κοιμηθούν στη σπηλιά. Είναι ψηλές, δυνατές, έχουν πάντα μαζί τους έναν νταουλιέρη γιατί τους αρέσει η διασκέδαση και τρώνε ότι βρουν στον δρόμο τους γιατί λατρεύουν τις σάρκες».

Μετά από αυτή τη περιγραφή πέρασα αρκετά μαρτυρικά βράδια άυπνος και σκεπασμένος ‘κούκουλα’ μην τυχόν και με συναντήσουν.

Όταν δε είπα στους συμμαθητές μου για τις Λάμιες, νομίζοντας ότι θα τους αποκαλύψω ένα μυστικό, όλοι γέλασαν γιατί γνώριζαν περισσότερα από μένα γι’ αυτές και σε κάθε οικογένεια ήταν το δόλωμα του φόβου « Φάε, γιατί θα φωνάξω τη Λάμια». Όταν δε έτρωγαν πολύ: “τρως σα Λάμια”

Τον φόβο μου αυτό ήρθε να καθησυχάσει μια συμμαθήτριά μου περιγράφοντάς το πάθημα μιας συγχωριανής μας.

Βρισκόμαστε λίγο πριν τον πόλεμο του 1940. Όπως σε όλη την χώρα έτσι και στη Λιάτανη υπάρχει αναταραχή και φόβος για το τι πρόκειται να συμβεί. Πως θα ζήσουν τα παιδιά μέσα στον πόλεμο! Οι οικογένειες πολυμελείς. Ο άντρας ήλιο με ήλιο στο χωράφι και η γυναίκα του σπιτιού έχει επιφορτισθεί όλες τις δουλειές. Πλύσιμο, Μαγείρεμα, ζωντανά, αγροτικές εργασίες και ότι βάλει ο νους σας.

Ο Γιωρ Βόγγλης μόλις έχει στεφανωθεί τη Μαριώ. Και φυσικά η νιόπαντρη έχει μεγάλο άγχος να προλάβει τις δουλειές της. Από το πρωί έχει στο μυαλό της ότι πρέπει να πιάσει νερό για ζύμωμα, αλλά οι πολλές δουλειές δεν αφήνουν χρόνο, μέχρι που σουρουπώνει.

Τότε θυμάται ότι δεν έχει νερό και τρελαίνεται, γιατί το βράδυ το εξέταζαν να βγουν από τα σπίτι και να πάρουν νερό από τη βρύση.

«Τι θα κάνω τώρα; Πως θα ζυμώσω αύριο;» Αυτή η σκέψη στροβίλιζε συνεχώς στο μυαλό της, ώσπου αξημέρωτα σχεδόν, ξυπνάει. Φορτώνει τη βαρέλα στο γαϊδουράκι της και πάει για τη βρύση. Όσο πλησιάζει ακούει φωνές, αλλά όταν φθάνει κοντά, οι φωνές αυτές γίνονται τραγούδι. Από τον φόβο δεν προσέχει τη βαρέλα που πέφτει και γίνεται κομμάτια. Όταν δε αρχίζει να συνέρχεται, βλέπει ένα άσπρο σεντόνι να σηκώνεται και να τρέχει. Τα χάνει η Μαριώ. Θεωρεί ότι είδε Λάμια και πέφτει κάτω λιπόθυμη.

Ο Γιωρ Βόγγλης έχει σηκωθεί και αναζητά τη γυναίκα του. Βλέπει ότι λείπει η βαρέλα και παίρνει το δρόμο της βρύσης. Τη βρίσκει ξαπλωτή στο χώρο των ζώων. Τη σκουντάει. Εκείνη συνέρχεται, αλλά έχει χάσει πλέον τη μιλιά της. Τη φέρνει σπίτι και μάταια προσπαθούν όλοι να καταλάβουν τι έχει γίνει.

«Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση» αποφαίνεται η μαμή. «Λάμιες θα είδε. Ευτυχώς που δεν την έφαγαν».

Το νέο μεταδίδεται αστραπιαία στο χωριό. Το μαθαίνει και η ξαδέρφη η Μαριγώ, που επισκέπτεται τη Μαριώ για να μάθει περισσότερα και εκείνη μιλάει επιτέλους ξανά: «Μαριγώ μου, τσι τε θον(τι να σου πω) φωνές, βογγητά, τραγούδια και ένα άσπρο σεντόνι να περνάει μπρος μου και να κάνει κατά τον Προφήτη Ηλία».

Όλοι χάρηκαν που η Μαριώ ξαναβρήκε τη φωνή της, αλλά πλέον ζούσε με πολλούς φόβους και σκιαζόταν με κάθε τι. Ώσπου μια μέρα που ήταν μαζί η Μαριώ με τη Μαριγώ τους πέτυχε στο δρόμο η Σοφιά. Η Σοφιά ήταν παντρεμένη με τον μπαρμπα Μήτσο. Ήταν 17 χρόνια μεγαλύτερός της, αλλά είχε τον τρόπο του και έτσι ό φτωχός συμπέθερος χαλάλισε 2 μέτρα γυναίκα στον γέρο.

«Μαριώ θέλω να σας εξομολογηθώ κάτι, γιατί το έχω καημό. Εκείνο το βράδυ στη βρύση, εγώ ήμουν πίσω από το σεντόνι» «Αααα!» έκαναν με ένα στόμα και οι δυο που το άκουσαν.

« Εγώ ήμουν και σας ζητώ να με συγχωρέσετε για το κακό που έκανα»

«Μα καλά πως;» αναρωτήθηκε η Μαριώ, για να μπει στη κουβέντα η Μαριγώ « Μωη μαρσοε με ποιον ήσουν;» Σκύβει το κεφάλι η Σοφιά «Ε τι ρωτάτε τώρα, αν είχατε και σεις γερο άντρα θα με καταλαβαίνατε»

Η Μαριώ είχε μείνει στήλη άλατος. Δεν μπορούσε ακόμη να πιστέψει ότι η Λάμια ήταν η Σοφιά. Είπαν μερικές κουβέντες ακόμη, τη συγχώρεσαν και επέστρεψαν σπίτι.

«Να το πω του Γιώργου;» αναρωτήθηκε η Μαριώ; «Μωη γιε κουτέ;» της απάντησε η Μαριγώ. « Ότι έγινε έγινε. Αρκεί που ησυχάσαμε από το φόβο και άσε τη Σοφιά να κάνει ότι θέλει, γιατί αυτή πρέπει να έχει περισσότερα προβλήματα από εμάς».

Η καταγραφή της ιστορίας αποτυπώθηκε από την Σωτηρία Γ. Σύρμα

Εντάσσεται στη συλλογή: Ιστορίες του μικρού χωριού μου που ακροβατούν ανάμεσα στον μύθο και τη πραγματικότητα.

πηγή :http://agiosthomas.wikidot.com/

Νάνος Βαλαωρίτης

Οχι άλλες κραυγές στο χαρτί

Θεωρούσε θλιβερό τον θάνατο αλλά ακόμα πιο «θλιβερή την ιδέα του να ζεις για πάντα». Λαχταρούσε την παρέα των νέων παιδιών, ήταν εξαιρετικά δραστήριος χρήστης των social media σε διαρκή επικοινωνία με το κοινό. Και η συμβουλή που είχε να δώσει σε όσους επιθυμούν να γράψουν, όπως την διατύπωση στο eranistis.net; «Να μην αποτυπώνουν κάτι τη στιγμή που συμβαίνει. Χάνουν τη στιγμή και καταστρέφουν το αφήγημα. Το συναίσθημα είναι πολύ έντονο και οι λέξεις δεν μιλάνε στον άλλο, αλλά στον εαυτό τους. Είναι μόνο κραυγές στο χαρτί. Το 90% όσων γράφουν, αυτό παθαίνουν». Και για όσους δεν το έχουν συνειδητοποιήσει, όταν σιγοτραγουδούν το «ποια θάλασσα ποια θάλασσα θα ‘ναι αρκετά μεγάλη gια να χωρέσει τον καημό που μάζεψ’ η ψυχή;» του Χρήστου Θηβαίου, τις λέξεις του Βαλαωρίτη απηχούν.

Πηγή: iefimerida.gr

Δημήτρης Λιαντίνης – «Εν αρχή ην ο δάσκαλος»

«Εν αρχή ην ο δάσκαλος. Μη ο δάσκαλος η φύση θα ήταν, δε θα ήταν όμως οι κοινωνίες. Θα υπήρχε ο χρόνος, αλλά δε θα υπήρχε η ιστορία. Και στο βασίλειο των ζωντανών ήχων θα άκουγε κανείς την κραυγή, τα χουγιαχτά, τα συνθήματα. Δε θα άκουγε όμως ούτε θα ‘βλεπε τη φωνή, τα γράμματα της γραφής, τις συμφωνίες και τους χορούς.

Γιατί; Απλά γιατί ο δάσκαλος είναι που μεταμορφώνει τον εγκέφαλο του ζώου σε νου του ανθρώπου. Αυτός κατορθώνει ώστε η ματιά του καθένα μας να μη μένει βλέμμα βοδιού, αλλά να γίνεται βιβλίο ανοιχτό να το διαβάζεις. Επεξεργάζεται το πετσί της κεφαλής μας και δημιουργεί πρόσωπο. Η δουλειά του δασκάλου είναι ο αθέρας της βυρσοδεψίας. Και στο τέλος-τέλος ο δάσκαλος θωπεύει και μαλάζει έτσι το σώμα και την ψυχή μας, ώστε από τη στέρησή μας αποστάζεται το κλάμα, και από την πλησμονή κορφολογιέται το γέλιο μας.

Τα ζώα και τα φυτά δεν γελούν ούτε δακρύζουν. Γιατί τους λείπει ο δάσκαλος. Έτσι δεν έμαθαν ποτές ότι στον ενόργανο κόσμο πέρα από τη σφαίρα του βιολογικού ανοίγεται ο φωτεινός ορίζοντας του πνεύματος. Ο θυμός, δηλαδή, οι επιθυμίες, τα πάθη, η φαντασία, ο λόγος.

Ο δάσκαλος είναι ο φυτουργός και ο σπορέας του λόγου. Εκείνου του λόγου που το τέταρτο Ευαγγέλιο τον αναφέρει στο θεό.”