“Σοφόν το ξύλον της αμπέλου”, γράφει ο Ευριπίδης. Και κάποιος άλλος πρόγονός μας αποφαίνεται: “Αμπέλου παις, εύφρων* οίνος”- χαροποιό το παιδί του αμπελιού.(*ευ+φρην: ο προξενών χαράν, ευθυμίαν, ο φαιδρύνων, ο καθιστών τινά εύθυμον-Λεξικόν Σταματάκου).

οίνος ευφραίνει καρδίας!!

Ο οίνος, μαζί με τα άλλα δύο “ιερά” προϊόντα, το σιτάρι και το λάδι, συγκροτούν το θεμέλιο του διατροφικού συστήματος των Ελλήνων. Συγχρόνως, αποτελεί μέρος της ελληνικής ιδιοσυστασίας και της πολιτιστικής μας ταυτότητας.

Πετούν και μας ψεκάζουν!!

Πετούν και μας ψεκάζουν (διήγημα του Dryhammer).

Ήταν εννιά και τέταρτο το πρωί όταν ο Μάριος άνοιξε την πόρτα του και βγήκε στην ταράτσα. Ήταν λιακάδα αλλά με κάποια ψύχρα εκεί πάνω. Από τις σκάλες κατέβηκε στον πέμπτο, πήρε το ασανσέρ για το ισόγειο και βγήκε στο δρόμο. Ότι που άρχιζε η πρωινή κίνηση στην πολυκατοικία. Θεωρούσε εξυπνάδα του να μένει σε πολυκατοικία γραφείων. Δεν ενοχλούσε, δεν τον ενοχλούσαν κι ήταν και σχεδόν στο κέντρο. Ο δρόμος είχε ακόμα σκιά. Εκεί έβλεπαν τον ήλιο μετά τις 11. Κατηφόρισε. Στον δεύτερο του απέναντι, η κυρία Ελισάβετ κοσκίνιζε στο μπαλκόνι την άμμο από ένα κουτί της γάτας. Σήκωσε κεφάλι και χέρι και την καλημέρισε για να του επιστρέψει μια μισόξινη «..λημέρα». Από τότε που έμαθε πως τη βάφτισε «γατομμυριούχα» για τις έξη γάτες της, του μιλούσε μόνο υποχρεωτικά κι εκείνος χαιρόταν που στραβομουτσούνιαζε όποτε την χαιρετούσε.  Δυο γωνιές παρακάτω σταμάτησε, πήρε δυό καφέδες και τράβηξε για το εστιατόριο παρακάτω να πιεί πρωινό καφέ με το Μάκη πού ξεκινούσε εκείνη την ώρα τις προετοιμασίες  για τα μεσημεριανά και κάποια βραδινά. Πέρασε μπροστά από το «Άρτος, Γαλακτοκομικά, …, …, Καπνός-Τσιγάρα» κι ο Γιάκωβος ο Θρακιώτης στο ταμείο έκανε πως δεν τον κοίταξε από τη τζαμόπορτα που πήρε καφέ απ’ αλλού. Εκείνος ένιωσε το βλέμμα στο σβέρκο του έτσι όπως ένιωνε και το δήθεν αδιάφορο βλέμμα των μπάτσων. «Πρέπει να ’ναι ρουφιάνος» σκέφτηκε για πολλοστή φορά, αλλά δεν έδωσε σημασία και προχώρησε.

Στην πόρτα του «Εστιατόριον – Ταβέρνα   Ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε» κοντοστάθηκε. Το σκουτεράκι του Μάκη έλειπε αλλά η πόρτα άνοιξε. Προχώρησε μέσα, ακούμπησε τους καφέδες στο πάσο κι έκατσε.

«Πού ‘ναι ρε το μηχανάκι σου; Στο κλέψανε;»

«Καλημέρα, είπαμε!»

Ο Μάκης, διπίθαμος και αεικίνητος, πήρε τον καφέ του μέσα και συνέχισε τα κοψίματα.

«Όχι ρε, μου το ‘ριξε προχτές το βράδυ ο αέρας και μου ‘σπασε τον καθρέφτη, ένα φλάς και λίγο από  πλαστικά και το πήγα να το σουλουπώσουν. Όποτε φυσάει πιο δυνατά μου το ρίχνει, αλλά τούτη ήταν καλή.»

«Η αβάσταχτη ελαφρότητά του είναι. Πάρε κάνα πιο μεγάλο να κρατιέται.»

«Το ξέρω, αλλά έλα που είναι βολικό και χώνεται. Το πρωί για μέσα στην αγορά είναι τέλειο. Μέχρι μέσα στα μαγαζιά μπαίνω.»

Από τη μισάνοιχτη πόρτα άκουσαν τις φωνές του Γιάκωβου.

«Με ποιόν τά βαλε πάλι ο παλαβός;» ρώτησε ο Μάκης από την κουζίνα.

«Δεν έχει σημασία, φτάνει κάτι να ‘χει για να τρώγεται και να φωνάζει.»

«Είναι κι αδελφόθεος ή μου φαίνεται;»

«Έ;»

«Είναι θεούσος με τους σταυρούς και τα εικονίσματα, αλλά είναι και μια κουτσομπόλα… Άπαπα! Μη σε πιάσει στο στόμα του! Σαν κάτι κακές αδερφές! Μόνο να κατηγοράει, όποιον και να ‘ναι. Ά ναι! Και να κάνει και αποκαλύψεις! Ξέρει εκείνος!  Χειρότερα κι από κάποιους του σιναφιού σου που βγαίνουν στην τηλεόραση. Εγώ σου λέω πως το ψιλοπάει…»

«Ούτε ξέρω κι ούτε με νοιάζει τι κάνει στο κρεβάτι του. Μαγκούφης είναι, ποιόνε να ‘χει να τσακώνεται… θα νιώθει και τίποτας που ξέπεσε στο general store, και πρέπει να βρίσκει κάποιο τρόπο να τους μειώσει όλους για να φανεί σπουδαίος. Κακογερνάει και, κάνει και χάλια καφέ…»

«Ποιος τον γαμεί αυτόνα. Πολύ ασχοληθήκαμε! Για δες εδώ τι γίνεται!» κι έγνεψε από το πάσο που είχε βγει, προς το δρόμο.

Μια ζουμερή γειτόνισσα περνούσε έξω από τη τζαμαρία.

«Ξαπλώσου στο ταψί, ξαπλώσου στο ταψί…» τραγούδησε φωναχτά ο μάγειρας.

«Πού θα βρεις ταψί να με χωρέσει ρε μπασμένο;» τον αντιπείραξε γελώντας εκείνη.

«Μπασμένο, μπασμένο αλλά το κοντοσούβλι ξέρεις από πού βγήκε;»

«Ξέρω πού μπήκε! Πάω να πληρώσω τη δόση του δάνειου» σοβάρεψε εκείνη και τάχυνε το βήμα.

Ο καφές είχε αρχίσει να πιάνει πάτο. Το ρολόι στον τοίχο έδειχνε 10 και είκοσι.

«Ώρα μου να πηγαίνω» είπε ο Μάριος.

«Έχουμε τίποτα;»

«Έχει στις δώδεκα συγκέντρωση των Καλών Ανθρώπων στην Πλατεία Καταπατητών. Θα μιλήσει κι ο μεγάλος.»

«Πού; Στο υποθηκοφυλάκιο απέξω;» Αλλιώς τη λέγαν την πλατεία, αλλά από τότε που μεταφέρθηκε εκεί το Υποθηκοφυλακείο και το Κτηματολόγιο μετονομάσθηκε άτυπα σε Πλατεία Καταπατητών (και  Οικοπεδοφάγων).

«Ναι ρε. Μη φοβάσαι, μακριά είναι.»

«Θα καλύψεις το γεγονός;»

«Πάω να δω τι παίζεται…»

«Κι άμα δεις κανένα δικό σου, ρίξε καμιά σπόντα για τη ρουφιανόπιτα»

«Για την πίτα θέλουν αίθουσες και κυριλίκια, από Χίλτον και πάνω, αλλά για καμιά σύναξη, ξέρεις πως δεν σ’ αφήνω έτσι.»

«Δεν έχω παράπονο, αλλά να’ ρθει και καμιά κάμερα, τίποτα …ξέρεις εσύ. Και πρόσεχε, έ! Όσο πιο καλοί ανθρώποι τόσο πιο βαρύ χέρι έχουνε.»

«Έννοια σου. Προσέχω.»

«Κανόνισε να σου βάζω σνίτσελ στο μάτι για το πρήξιμο.»

«Και μετά να μου το ταΐσεις.»

«Τι θέλεις; Να το πετάξω;»

Δεν το είχε (ακόμα) χρειαστεί, αλλά όταν είχε καμιά φασαρία εκεί κοντά παράγγελνε μαγειρευτό.

Βγήκε γελώντας και τράβηξε για τη στάση.

Στο Μάριο άρεσε να μετακινείται στην πόλη με τις συγκοινωνίες. Δεν είχε δικό του μέσο, δεν ήθελε να χει, σπάνια βιαζόταν, αλλά ο κύριος λόγος ήταν πως του άρεσε να βλέπει και πιο πολύ ν’ ακούει τους ανθρώπους γύρω του. Γι αυτό αν δεν είχε κάτι συγκεκριμένο να κάνει, πήγαινε και στις λαϊκές αγορές. Παρατηρούσε, μάζευε ατάκες, γνώμες, γούστα, πληροφορίες που τα αξιοποιούσε στη δουλειά του. Επίσημα δήλωνε δημοσιογράφος αλλά περισσότερο αρθρογράφος ήταν. Εκμεταλλευόμενος την ευκολία που είχε στο γράψιμο, είχε βρει κάποια περιοδικά, ένθετα, ιστότοπους, εφημερίδες σε χαρτί και σε οθόνη,  όπου διατηρούσε κάποιες μόνιμες στήλες, ρουμπρίκες, κάνα ψευτοχρονογράφημα και την κυλούσε αξιοπρεπώς ως ‘εξωτερικός συνεργάτης’ με διάφορα ψευδώνυμα. (Το freelancer δεν του άρεσε γιατί του θύμιζε το σαραβαλάκι του θείου του, που μάταια προσπαθούσαν να σπάσουν εκείνος με τα ξαδέρφια του στα εφηβικά τους καλοκαίρια στους χωματόδρομους πέριξ του χωριού.) Τους έγραφε ό,τι ήθελαν να διαβάσουν, διανθισμένο με ανώδυνο χιούμορ, λίγη επίδειξη γνώσεων του αντικειμένου, κι εύκολη γλώσσα. Βασικά μπορούσε να γράψει για οτιδήποτε, ανεξάρτητα από την προσωπική του άποψη.  Κάτι σαν τις εκθέσεις των εξετάσεων αλλά στο πιο επαγγελματικό. Σιχαινόταν το κυνήγι αλλά η σελίδα του «Στον πρώτο λύκο» σε κυνηγετικό ένθετο, διαβαζόταν από τις πρώτες. Είχε τις «Ανθηροστομίες» σε περιοδικό για κηπουρική και ανθοκομία (έντυπο και ηλεκτρονικό) αλλά το μόνο φυτό που είχε στη ζωή του ήταν ένας κάκτος – που δε θέλει πότισμα και περιποίηση. Μέχρι στο «Everyday pita» διατηρούσε το «Ανοίχτε τα παράθυρα» κι ας έπαιρνε μόνο καμιά τζούρα που και που για λόγους ‘επαγγελματικούς’,  για το συγχρωτισμό και τις ατάκες. Αν του ‘βγαινε και κανένα λαυράκι, το προετοίμαζε και το έσπρωχνε με το αζημίωτο σε κανένα ‘δημοσιογράφο – ερευνητή’, κατά προτίμηση τηλεοπτικό.

«Είσαι δηλαδή ο ρουφιάνος των ρουφιάνων;» τον ρώτησε κάποτε ο Μάκης.

«Μάλλον δικηγόρος της δημοσιογραφίας είμαι. Αλλοίμονο αν συμφωνούσα με τους πελάτες μου.»

«Πουτάνα της δημοσιογραφίας είσαι!»

«Οι πουτάνες προσφέρουν περισσότερα από μένα και πολύ περισσότερα από τους δικηγόρους στην κοινωνία, για πολύ λιγότερα» γνωρίζοντας και την ακριβοπληρωμένη αντιπάθεια του Μάκη για τους δικηγόρους.

«Ναι τους πούστηδες! – Γι αυτό σε γουστάρω ρε ελεεινέ, γιατί ξέρεις τι σου γίνεται!» επικρότησε ο Μάκης και κέρασε ένα κρασάκι.

Όταν μπούχτιζε με τα του μεροκάματου, έβγαζε το άχτι του στο μπλόγκ του τον «Λιβελ(λ)ούλη» με άβαταρ το γνωστό αθόρυβο και ταχύτατο έντομο. Η φυσική του δυσπιστία, αποκτημένη από εφηβικά κερατώματα, σφυρηλατημένη στο επάγγελμά του και στον τρόπο πού το εξασκούσε, τον είχαν κάνει σκεπτικιστή με όλους ακόμα και με τ’ άντερά του. Αυτό το τελευταίο τούχε κοστίσει κάποτε ένα λερωμένο βρακί και το ταξί για το σπίτι όπου φυσικά έμενε μόνος. Με μότο του «όπου βλέπεις καυγά, ψάξε για το πάπλωμα» ανασκεύαζε μύθους, ξέχεζε ευγενικά όποιον κι ό,τι δε γούσταρε και γενικά δημιουργούσε αντιπάθειες ιδίως σ’ εκείνους που συμπαθούσαν τα άλλα του γραπτά χωρίς να μπορούν να συνδυάσουν τον αρθρογράφο με το λιβελλογράφο, έτσι που του ‘φερναν σαν αντίλογο τα δικά του κείμενα από αλλού. Κι εκείνος τα αποκαλούσε ‘τα αριστερουργήματα ενός δεξιοτέχνη’ και ξεμπέρδευε μαζί τους.

Η εμμονή του ήταν οι αγελαίες συμπεριφορές των ανθρώπων. Η ανάγκη να ανήκουν σε κάποιο κοπάδι, οι περισσότεροι όχι μόνο σε ένα, με αρχηγό ορατό ή αόρατο, με σκοπό (βαφτισμένο ως ανώτερο) την υπεροχή και επικράτηση πάνω στα άλλα κοπάδια, με εχθρό όποιον διαφωνούσε ή έστω αμφέβαλλε με τα θέσφατα του κοπαδιού τους. Τους οίκτιρε που, ευτυχισμένοι όντες που είχαν θεό να λατρεύουν, ευαγγέλιο να ακολουθούν και διάβολο να μισούνε, δεν ήθελαν να δουν πόσο κορόιδα τους πιάνανε αυτοί που τους τα παρείχαν. Κι ακόμα υπήρχε το μεγάλο κοπάδι των μοναχικών, αυξανόμενο συνεχώς με τη βοήθεια της τεχνολογίας, που χειραγωγούνταν ευκολότερα και φθηνότερα κι είχαν και να καμαρώνουν πως δεν ήταν αγέλη σαν τους άλλους. «Τζάμπα σηκωθήκαμε όρθιοι, τζάμπα πέσαν οι ουρές» κατέληγε σχεδόν πάντα.

Σήμερα είχε να παρατηρήσει ένα νέο κοπάδι που αυτοαποκαλούνταν «Οι Καλοί Άνθρωποι». Παραθρησκευτική οργάνωση με γερές διασυνδέσεις (όπως αναμένονταν), μέτριας για την ώρα αποδοχής στους πιστούς, ολίγη φιλανθρωπία και αλτρουισμός, αρκετός φανατισμός και βασικά τυφλή υπακοή στον αρχηγό. Για αυτόν δεν ήταν και πολλά γνωστά. Ξεκίνησε παπάς στην επαρχία, είχε το χάρισμα του λόγου, ήξερε για πρόσωπα και πράγματα, έγινε σύντομα ευνοούμενος του δεσπότη, εκμεταλλεύτηκε καταστάσεις και συγκυρίες, κι  έτσι κατάφερε να φτιάξει μια οργάνωση με φιλανθρωπική βιτρίνα, προσωποπαγή, που όταν απλώθηκε αρκετά ώστε να την υπολογίζουν (κυρίως ως αριθμό ψήφων), ήθελε νάχει λόγο για όλα και να του περνάει. Οι διαδόσεις έλεγαν πως σήμερα είχε να επιδείξει και κάτι καινούργιο αλλά δεν ήξεραν τι. Άλλοι μιλούσαν για αποκαλύψεις, άλλοι για την Αποκάλυψη, άλλοι για αγγέλους που θα κατέβαιναν, ένα κουλουβάχατο που του εξήπτε την περιέργεια να μάθει τι σκατά θα ήταν αυτό.

Έντεκα και τέταρτο κατέβηκε δυό στάσεις πριν την πλατεία και προχώρησε πεζός. Ήθελε να δει τη διαδρομή των πιστών, να ακούσει τις κουβέντες στις παρέες  που πήγαιναν στη συγκέντρωση, να δει που και πόσες κλούβες είχε στα πέριξ, τα πηγαδάκια των μπάτσων, το παρασκήνιο και το φήλινγκ τον ένοιαζε, το λόγο θα τον διάβαζε στο σάιτ με την ησυχία του, αν είχε τέτοια όρεξη.

Έβλεπε μικρά μπουλούκια να προχωρούν και να ενώνονται σε πιο μεγάλα όσο πλησίαζαν στην πλατεία, με ανησυχητικά λίγες κουβέντες και ανησυχητικότερη προσμονή στο βλέμμα τους. Δυό δρόμους πριν την πλατεία οι κλούβες, ένστολοι και εποχούμενοι ένα δρόμο πριν, και στις παρυφές ακροβολισμένοι λίγοι με στολές και κάμποσοι ασφαλίτες με πολιτικά -χώρια οι ανάκατοι με τον κόσμο. Κόβοντας φάτσες παρατήρησε πως σε αρκετούς γυάλιζε η μούρη χωρίς να είναι ιδρωμένοι και τον παραξένεψε, αλλά δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Έστρεψε την προσοχή του στους συγκεντρωμένους. Δεν του άρεσε το βλέμμα τους, παραήταν προσηλωμένο. Ήταν σίγουρος πως θα είχαν βαρύ χέρι και το βράδυ θα κοιμόταν ήσυχοι κι ικανοποιημένοι πως έκαναν το σωστό.

«Μπάς-αγέλη» σκέφτηκε «καλά καλά κοπάδι, σαν τους μαστουρωμένους της θύρας». Είχε κακές εμπειρίες από θύρες. Όταν έκανε λογοπαίγνιο με έναν παίκτη που δεν ήθελε να σπείρει κι άλλους απογόνους γύρω γύρω και δεν αποδέχτηκε και μια πρόταση από ομάδα, γράφοντας αντί  βαζεκτομή, βαζελεκτομή, τον είχαν στριμώξει κάπου απόμερα και θα έτρεχε για πολλά σνίτσελ  αν δεν ήταν η Σίλβια να τον αρπάξει από το σβέρκο και να τον πετάξει στο πίσω κάθισμα ενός περιπολικού, υποτίθεται συλλαμβάνοντάς τον για διατάραξη.

«Άντε μαλάκα και θα σε βρίσκανε οι αρχαιολόγοι αν δεν βρισκόμουνα» του είπε τότε, αλλά ποτέ δεν έμαθε κατά πόσο ήταν τυχαίο το πέρασμά της από κει. Γνωρίστηκαν περισσότερο γιατί εκείνος εκτιμούσε το οξύ πνεύμα της και  τους στρογγυλούς γλουτούς της κι εκείνη επειδή, όπως έλεγε, της απέπνεε τυχοδιωκτισμό χωρίς να είναι περιπετειώδης τύπος. Συναντιόταν όποτε τύχαινε να διασταυρωθούν οι δρόμοι τους κι απολάμβαναν πιο πολύ την παρέα με ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών (με τη μορφή hints & tips – μη γίνουμε και ρουφιάνοι) πάρα ό,τι άλλο κάποτε προέκυπτε. Βασικά το τυχαίο και χωρίς συνέπειες τους ένωνε μαζί με την ποικιλία ενδιαφερόντων.

«Άμα γεράσουμε, πρέπει να μείνουμε μαζί να ενώσουμε τις συντάξεις μας» του είπε κάποτε.

«Φοβάμαι πως το ‘άμα’ δεν είναι χρονικό» της απάντησε.

Ιστορία η Σίλβια («από Ασημίνα όχι από Αργυρώ», εξήγησε όταν του την διηγόταν).  Πέρασε Πολυτεχνείο για να σπουδάσει μακριά από το μέρος της, και, όταν στα τρία χρόνια συνειδητοποίησε πως για να βρει δουλειά σαν Ηλεκτρολόγος Μηχανολόγος έπρεπε πρώτα να ασχοληθεί μ’ αυτά που μπαίνουν πάνω απ’ τα μπουζί και οι καφετέριες είναι με ημερομηνία λήξης πιο μικρής κι από τους σπρίντερ, κανόνισε με τη βοήθεια κι ενός μπάρμπα της ε.α. να μπει στη σχολή της Αστυνομίας. Τέλειωσε και το Πολυτεχνείο, πήρε και Κοινωνιολογία («όσο για να είμαι σε μεγάλη πόλη και να μη γίνω ποτέ διοικητής») κι έβγαινε πια στο δρόμο αλά κέφα.

Καθώς ο κόσμος πλήθαινε, βρέθηκε πιο συνωστισμένος απ’ όσο ήθελε κι ας μην είχε προχωρήσει πολύ προς το κέντρο. Ένοιωσε ένα τράβηγμα στο μανίκι του. Η Σίλβια με στολή (της πήγαινε το παντελόνι της φόρμας) χαμηλωμένο το τζόκεϊ και το πρόσωπο να γυαλίζει.

«Άντε μαλάκα πάλι θα σε σώσω».

Του την έδινε το «Άντε μαλάκα» της μπατσικής υπεροχής αλλά η απορία υπερίσχυσε:

«Από τι;»

«Θα βγουν τα Σέρχερ και θα σταμπαριστείς, κι αν σε συνδέσουν με το Λιβελούλη μπορεί να γίνει επικίνδυνο».

«Τι, τι είναι αυτά;»

«Θα τα δεις και θα τα νοιώσεις, αλλά για τώρα άλειψε αυτό στο πρόσωπο» και του έδωσε ένα βαζάκι.

«Τι είναι αυτό;»

«Εμπιστέψου με κι αλείψου, κι αν μείνει βάλε και στα χέρια σου, αλλιώς έχε τα στις τσέπες».

Πήγε να ανοίξει το βαζάκι αλλά τον σταμάτησε.

«Όχι εδώ, πήγαινε παράμερα.  Εγώ κάπου εδώ θα ‘μαι».

Πήγε στην άκρη της πλατείας, χώθηκε στη κόχη μιας εισόδου πολυκατοικίας, και με γυρισμένη την πλάτη στο πλήθος, κάνοντας πως τηλεφωνά, πασαλείφτηκε σε πρόσωπο και χέρια. Έβαλε το βαζάκι στην τσέπη να δει αργότερα αν θα μάθει κάτι απ΄ αυτό, κι επέστρεψε δίπλα στη Σίλβια.

«Τι είναι όλα αυτά;»

«Τι σόι δημοσιογράφος είσαι και περιμένεις να τα μάθεις από μένα, μια πτωχή αστυνομικό εν ώρα υπηρεσίας;

Θα δεις τα Σέρχερ να πετούν από πάνω σου, θα σε ψεκάσουν και με αφοριζατέρ και θα δεις τον κόσμο αλλιώς»

«Ρε Σίλβια τι μου λες τώρα; Άγνωστες λέξεις;».

Το πλήθος ανασάλεψε. Από το μπαλκόνι κάποιος υπαρχηγός βγήκε να κάνει τον ανιματέρ.

Η Σίλβια σχεδόν φωνάζοντας του είπε πάνω από τον θόρυβο:

«Φεύγω τώρα, έχω Κοινωνιολογική έρευνα. Πάρε με την Παρασκευή το βράδυ για ποτό και να τα πούμε».

Τα βλέμματα όλων ήταν προσηλωμένα στο μπαλκόνι. Η βαβούρα του πλήθους έκρυψε το χαμηλό βουητό από το σμήνος των drones που είχε απλωθεί από πάνω τους. Ήταν κιτρινόμαυρα, πιο χοντρά από το συνηθισμένο, με έξι έλικες και σίγουρα όπως τα έκοψε γεμάτα κάμερες, κι από κάτι σαν μπεκάκι στην κοιλιά ψέκαζαν τον κόσμο με κάποιο υγρό που μύριζε αγιασμό, ή έστω είχε άρωμα βασιλικού. Το πλήθος σταυροκοπήθηκε. Ο ανιματέρ άρχισε να φωνάζει δυνατότερα στο μικρόφωνο. Μετά από κάτι (συνθηματολογικές βασικά) παπαριές αναγγέλθηκε η είσοδος του αρχηγού. Ο Μάριος ένοιωσε μια ελαφριά ζαλάδα κι αποφάσισε να απομακρυνθεί. Πίσω από την πλάτη του με μια φωνή τραγουδούσαν τον ύμνο για την εγκατάλειψη των εγκοσμίων και την προσήλωση στον σκοπό – στα αγγλικά παρακαλώ γιατί έχουμε και βλέψεις για διεθνή εξάπλωση:

I ‘ve made up my mind

To throw a black stone behind

And abandon

Yes Sir, all right Sir (1)

ήταν η πρώτη στροφή και δεν ήξεραν αν το  Sir ήταν για τον Κύριο ή για τον Αρχηγό τους, αλλά προφανώς είχε μικρή σημασία.

Καθώς απομακρυνόταν βιαστικά πια, άκουγε τον αρχηγό που ευλογούσε κι έκλαιγε μέσα στους αλαλαγμούς των πιστών του. Η πρώτη φράση της ομιλίας του «Καλοί μου άνθρωποι» σχεδόν τον συγκίνησε κι άρχισε να αναρωτιέται τι έπαθε και τον έκαναν συναισθηματικό τα καραγκιοζιλίκια. Μπήκε στο πρώτο ταξί που βρέθηκε και πήγε στου Μάκη.

«Τι έπαθες ρε κι είσαι σα μαστουρωμένος;» τον ρώτησε. «Τόσο καλοί είναι οι καλοί άνθρωποι;»

«Άρρωστοι είναι και τους αρρωσταίνουν χειρότερα. Πάω στην τουαλέτα να πλύνω τα μούτρα μου να συνέλθω και να κάτσω να φάω κάτι. Και θα πιώ νερό!»

«Ό,τι πεις εσύ αφεντικό» του απάντησε ειρωνοδουλικά ο Μάκης.

-*-*-*-

Μέχρι την Παρασκευή το απόγευμα είχε κάνει την έρευνά του. Τηλεφώνησε γύρω γύρω, μίλησε με πολλούς και φαινομενικά άσχετους μεταξύ τους, ξενύχτησε στον υπολογιστή, μέχρι κάτι ξεχασμένα διδακτορικά διάβασε, ως και τις δημοσιεύσεις κάποιων παλαβωμένων, αλλά μετά κι από το ξεσκαρτάρισμα τη βρήκε την άκρη.

Οι τύποι της ΟΚΑς (όπου Ο.Κ.Α. = Οι Καλοί Άνθρωποι) είχαν ζόρικες διασυνδέσεις μέσα κι έξω από τη χώρα σε εκκλησιαστικούς και μη κύκλους. Χάρη στην ευλογία και τη χρηματοδότηση είχαν αρκετά για το πείραμα χειραγώγησης και την απαιτούμενη τεχνολογία, και ακόμα τις πλάτες για να το κάνουν.

Κάπου στην ΕΕ η Seventh Heaven Ltd τους έφτιαχνε κατά παραγγελία τα Σέρχερ, σύντμηση των Σεραφείμ – Χερουβείμ, drones με 6 έλικες και 12 κάμερες (10 +2 UV)κι ένα σύστημα ψεκασμού. Αχακάριστα στην πλοήγηση από κεντρική μονάδα, έλεγχαν τις κινήσεις του πλήθους, και κατά το δοκούν έκαναν και ψεκασμό.

Το αφοριζατέρ (aforizateur©) ήταν άλλος πόνος. Το έκαναν εισαγωγή μέσω Ρώμης και με τη χρήση νανοτεχνολογίας μπορούσε να σταμπάρει τους άπιστους. Αν δεν ανίχνευε τις φερομόνες της προσήλωσης, αντιδρούσε αφήνοντας ένα χρωματισμό ορατό μόνο σε κάποια συχνότητα υπεριώδους που τον έπιαναν οι UV κάμερες του Σέρχερ. Στη Ρώμη το δοκίμασαν σε κλειστό κύκλο σε μια βιβλιοθήκη, όπου μπροστά στα υποκείμενα είχαν ένα φυλλάδιο. Στους μισούς είχαν ένα αντίτυπο από τους «Μύθους του Υσσώπου» (σαδομαζοχιστικά κείμενα ξεθαμμένα από τα υπόγεια του Βατικανού)  και στους άλλους ένα κείμενο για την ιερότητα των κολλύβων. Κάποια στιγμή πέρασε ένα διακάκι και τους ράντισε με αγιασμό. Δυστυχώς στο θέμα της απόχρωσης δεν το είχαν ακόμα τελειοποιήσει, κι έτσι οι μισοί γέμισαν φούξια κηλίδες – πλην ενός ή δύο που κοίταζαν το διακάκι. Πρόσθεσαν κι ένα ελαφρύ ναρκωτικό για ενίσχυση της προσήλωσης και το κοκτέιλ ήταν έτοιμο.

Φυσικά ένα τέτοιο εργαλείο ενδιέφερε πολλούς κι ήδη ετοίμαζαν μια γαλανόλευκη έκδοση με το όνομα Εραρ (από τα Ερμής – Άργος) για εθνίκια, παραστρατιωτικούς κλπ.

Για κείνο που δεν βρήκε πολλά ήταν το αντίδοτο, που αν δεν το είχε ήδη χρησιμοποιήσει θα πίστευε ότι ήταν φήμη η ύπαρξή του. Πρέπει να πήγαινε μάτια – μάτια και στη μαύρη αγορά θα ήταν πανάκριβο. Πιθανότατα το έφτιαχναν οι ίδιοι που έφτιαχναν και το αφοριζατέρ – προς χρήση των αρχηγών υπέθετε ο Μάριος.

Είχε λοιπόν  πολλά να ρωτήσει τη Σίλβια, όπως τι ήξερε η Αστυνομία για αυτό, γιατί άφηνε να γίνει η χρήση του, το αντίδοτο τους το χορηγούσαν ή το είχε βρει μόνη της, μέχρι που έφταναν οι σχέσεις με την ΟΚΑ και πολλά άλλα. Βέβαια, ούτε ο ένας ούτε η άλλη θα τα έλεγαν όλα όσα ήξεραν, αλλά μάλλον  θα επιβεβαίωναν άμεσα ή έμμεσα όσα ήξεραν ήδη.

Κατά τις 7 έπιασε το τηλέφωνο να κανονίσουν το ραντεβού. Η Σίλβια είχε κέφια.

«Θα πάμε για ποτά, γιατί τελευταία προτιμάς να μη φορτώνεις το συκώτι σου».

«Να δώσεις την αγάπη μου στο Γιάκωβο, όποτε ξαναμιλήσετε».

Όταν άρχισε να υποψιάζεται πως ο Θρακιώτης ήταν χαφιές του έκανε το τεστ του. Ξεκίνησε να αγοράζει ουίσκι, βότκα, τζίν με ρυθμό δυό τρία μπουκάλια τη βδομάδα, και μετά το ‘κοψε κι αγόραζε μια δυο μπίρες και μεγάλα τσιγαρόχαρτα.

Φυσικά το μαγαζί θα το διάλεγε εκείνη.  Εκείνος είχε μια λίστα με μέρη που δεν θα πήγαινε για διάφορους λόγους.

Π.χ. στο Bar Judy’s όπου στεγάζονταν και η λέσχη του Pall Mall με σήμα το πορτρέτο ενός στρατιωτικού του 1900, (σίγουρα υποψήφιοι αγοραστές Εραρ) του είχαν τάξει να του κάνουν  κλύσμα με ριμούβερ αν περνούσε έστω κι απέξω. («Ασταδγιάλα εμμονικοί» σκέφτηκε)

«Απόψε Μάριε σ΄ αφήνω να διαλέξεις.  Στο Cronin, στο Don Martin ή στο τάδε ΕΦΗ;»

«Ωραίες επιλογές μου δίνεις».

Από το βάθος ακούστηκε ένα άλλο κάλεσμα τηλεφώνου.

«Σε κλείνω τώρα. Πάρε κατά τις εννιάμιση – δέκα να μού πεις που προτιμάς για να ξεκινήσουμε. ΟΚ;»

«ΟΚ»

Η επιλογή του μπαρ απόσπασε τη σκέψη του από τα σκοτεινά μονοπάτια της ΟΚΑς και τον έβαλε σε ευχάριστα διλήμματα.

«Άμα θέλει η ρουφιάνα σου φτιάχνει το βράδυ πριν να ξεκινήσει» σκέφτηκε.

Το μπαρ Cronin είχε ωραίο στήσιμο, πολύ καλή μουσική με προτίμηση στα ισπανόφωνα, κι ήταν στέκι για άγουρα και ώριμα χρόνια. Καλό για ξεκάρφωμα (και κάρφωμα ενίοτε) αλλά όχι για κουβέντα. Είχε πολλά να σε αποσπάσουν με πρώτη την ιδιοκτήτρια.

Στο Don Martin  η διακόσμηση ήταν σκίτσα και βινιέτες του γνωστού (από το MAD) σκιτσογράφου, πιο πουροκουλτουράδικο με ορολογία των ‘80ς, αλλά εκεί θα πήγαιναν να κάτσουν στο μπαρ. Δεν μπορούσαν να έχουν απέναντί τους πίσω απ’ τον πάγκο τον πανύψηλο Dimitris και να καθίσουν σε απόμερο τραπεζάκι. Λίγη τσίπα πια…

Το «τάδε ΕΦΗ» ήταν ιδανικό για συζήτηση. Πιο διακριτικό  σαν χώρος και σαν μουσική για να τα πούνε με την ησυχία τους.

Εννιάμιση την ξανακάλεσε.

«Πάμε στης Έφης;»

«Το περίμενα πως θα διάλεγες αυτό, αλλά μετά θα πάμε κι αλλού. Εντάξει;»

«Άγριες διαθέσεις βλέπω. Εντάξει!»

«Δεν θα μιλήσουμε για ευχάριστα πράγματα, οπότε πρέπει μετά να αλλάξουμε περιβάλλον, να ξεκολλήσει το μυαλό μας».

«Μ’ αρέσει που τα σκέφτεσαι όλα».

«Για να μην σκέφτομαι τίποτα μετά».

«Γεια σου ρε Σίλβια με τον προγραμματισμό σου!»

Δεκάμιση η Σίλβια μπήκε στο μπάρ. Αναμφισβήτητα ήξερε να ντυθεί. Το αν θα ήταν εντυπωσιακή, προκλητική ή αδιάφορη φορώντας τα ίδια, εξαρτιόταν μόνο από τη στάση και την έκφρασή της. Ο Μάριος, ντυμένος χαλαρά, την παρατηρούσε από το τραπεζάκι που καθόταν να τον ψάχνει με βλέμμα επαγγελματικό («σκανάρεις το χώρο» της είχε πει κάποτε) κι όταν τον είδε, να του χαμογελά πλατιά πλησιάζοντάς τον.

Όταν σηκώθηκαν, στο τραπέζι είχε τα δυο άδεια ποτήρια τους κι ένα μισογεμάτο τασάκι. Ήδη τους τα είχαν αλλάξει δυο φορές, αλλά τα κεφάλια τους ήταν πιο πολύ γεμάτα από όσα είπαν παρά από όσα ήπιαν. Οι φόβοι του ήταν βάσιμοι. Τους ήξεραν, τους ήθελαν, είχαν σκοπό να τους χρησιμοποιήσουν, το πείραμα της χειραγώγησης θα δοκιμαζόταν και σε άλλες ομάδες, το αντίδοτο δινόταν σε μετρημένους επίλεκτους, κάποιοι έπαιρναν ποσοστά από το νταραβέρι, οι σχέσεις έφταναν ψηλά, και στο εξωτερικό, το στοίχημα ήταν στο τέλος ποιος χρησιμοποιούσε ποιόν, μια και όλοι πίστευαν πως εκείνοι έχουν τον έλεγχο. Το ναρκωτικό ήταν εκτός λίστας ελεγχόμενων ουσιών και ήταν βολικό γιατί ευνοούσε την προσήλωση και την καταστολή. Είχαν βέβαια κάποιες παράπλευρες απώλειες μέχρι να μάθουν τη σωστή δοσολογία, όταν δοκίμασαν το κοκτέιλ σε μια ομάδα που πίστευε πως ήταν απόγονοι γηγενών που επιβίωσε της εισβολής από το Σείριο, κι αυτοί βγήκαν κι έσπαγαν τα αυτοκίνητα με σειριακό κιβώτιο για να απελευθερώσουν τους φυλακισμένους αδερφούς τους, αλλά το πέρασαν στο ντούκου σαν πόλεμο του υποκόσμου για τον έλεγχο στις κόντρες.

Τελικά κατέληξαν στο Cronin. Άγουρα και ώριμα χόρευαν. Δεν του έκαναν και τόση εντύπωση γιατί το μυαλό του ήταν αλλού. Έτσι δεν πρόσεξε το παιχνίδι που παιζόταν ανάμεσα σε μια ψηλή σερβιτόρα και τη Σίλβια. Το αντιλήφθηκε όταν αργότερα πηγαίνοντας στην τουαλέτα τις βρήκε να φιλιούνται και να χουφτώνονται στον προθάλαμο. Η Σίλβια του έκλεισε το μάτι ενώ η άλλη τον έκοψε από πάνω ως κάτω και του είπε:

«Σε μισή ώρα σχολάω. Αλλάζει η βάρδια. Έχεις χώρο στο κρεβάτι για ένα αμφίψωμο;»

Χώρο είχε, διάθεση δεν είχε και η Σίλβια μάλλον vegetarian δείπνο είχε στο μυαλό της.

Χαιρέτησε, βγήκε και βγήκε κι απ το μπαρ.

Ήταν κοντά τρεις όταν έφτασε σπίτι. Είχε υλικό για το Λιβελ(λ)ούλη κι αν τσιμπούσαν θα το πουλούσε σε κάνα μεγάλο της τιβι. Ο Κηπουρός ίσως ή ο Χωλόπουλος. Πεινούσε. Έψαξε στο ιντερνέτ για ντελίβερι τέτοια ώρα. Θυμήθηκε πως ξημέρωνε Σάββατο. Μπήκε στο αγαπημένο του: Sarah’s Dakos – Κριτικοί μεζέδες.

«Τον κερατά που σας έμαθε ελληνικά και κάνετε και λογοπαίγνια» μουρμούρισε.

Παράγγειλε την «Πιατέλα του Σαββάτου – Μεζέδες Special» το μεγάλο μέγεθος.

Έβαλε ένα ουίσκι με πολύ πάγο κι άνοιξε τον κειμενογράφο περιμένοντας να έρθει το φαΐ.

 

Πηγή: sarantakos.wordpress.com

…ακόμα και οι μεγαλύτεροι συγγραφείς δεν θα μπορούσαν να επινοήσουν κάτι σαν το θάνατο. Ο οποίος -οφείλουμε να συμπληρώσουμε- είναι ένα μέσον που μπορεί να το χειριστεί μόνο μια Απέραντη Σοφία. Στα δικά μας τα χέρια, θα ήταν καταστροφή….

ΟΥΜΠΈΡΤΟ ΕΚΟ

Ουμπέρτο Εκο

Η κωμωδία γεννάται στις κώμες, δηλαδή στα χωριά των αγροτών, σαν ευφρόσυνη τελετή μετά από κάποιο γεύμα ή κάποια γιορτή. Δεν αφηγείται τις πράξεις των φημισμένων και ισχυρών ανθρώπων, αλλά των ταπεινών και γελοίων, μα όχι κακών, υπάρξεων, και δεν τελειώνει με τον θάνατο των πρωταγωνιστών. Επιτυγχάνει το κωμικό αποτέλεσμα δείχνοντας των κοινών ανθρώπων τα ελαττώματα και τις φαυλότητες . Το γέλιο ελευθερώνει τον αγροίκο από τον φόβο του διαβόλου, γιατί μες στη γιορτή των τρελών και ο διάβολος φαίνεται φτωχός και ηλίθιος, κι επομένως ελέγξιμος.    Όταν ο αγροίκος γελά, με το κρασί να κελαρύζει στο λαρύγγι του, νιώθει αφέντης, γιατί έχει αντιστρέψει τις σχέσεις της εξουσίας.

The Top 10 Distinctions Between Millionaires and the Middle Class»…

Η πορεία για να γίνει κάποιος εκατομμυριούχος ξεκινά από τη νοοτροπία του. Το πώς όμως διαχειρίζεται τις ιδέες του έχει εξίσου μεγάλη σημασία.

Δεν αρκεί να σκέφτεσαι σαν εκατομμυριούχος, πρέπει και να λειτουργείς με τον τρόπο αυτό, εξηγεί ο Keith Cameron Smith στο βιβλίο του «The Top 10 Distinctions Between Millionaires and the Middle Class»…

, στο οποίο μοιράζεται με τους αναγνώστες όλα τα «μυστικά» που έμαθε περνώντας δύο χρόνια, παρατηρώντας και μελετώντας του ζάμπλουτους. Μεταξύ άλλων κατέγραψε τις κινήσεις και τις νοοτροπίες τους που τους διαφοροποιούν από τον μέσο άνθρωπο.

Αυτοί είναι τέσσερις τρόποι να αρχίσει κανείς να συμπεριφέρεται σαν εκατομμυριούχος- ακόμα κι αν τα ψηφία στον τραπεζικό του λογαριασμό δεν τον επιβεβαιώνουν.

Οι εκατομμυριούχοι μιλούν για ιδέες, όχι για πράγματα

Δεν είναι πως οι ταινίες ή τα αυτοκίνητα, για παράδειγμα, δεν ενδιαφέρουν τους πολύ πλούσιους. Αλλά επικεντρώνονται περισσότερο στις μεγαλύτερες ιδέες παρά στο τι συμβαίνει τώρα.

«Οι εκατομμυριούχοι είναι δημιουργικοί» τονίζει ο Smith. «Αφιερώνουν χρόνο στο να σκέφτονται νέες ιδέες. Την ώρα που η μεσαία τάξη μιλά για αυτοκίνητα και ταινίες, οι εκατομμυριούχοι είναι ιδιοκτήτες των αυτοκινητοβιομηχανιών και των εταιρειών παραγωγής των ταινιών. Καταλαβαίνουν πως «οι ιδέες είναι το πιο πολύτιμο ‘κεφάλαιο’ στον κόσμο. Για να γίνεις πιο επιτυχημένος πρέπει να επεκτείνεις τους ορίζοντές σου» γράφει ο Smith. «Σε έναν κόσμο που όλα αλλάζουν με ταχείς ρυθμούς, είναι σοφό να αφιερώνεις χρόνο στο να σκέφτεσαι νέους τρόπους να γίνονται τα πράγματα».

Οι εκατομμυριούχοι παίρνουν υπολογισμένα ρίσκα

Ενώ οι άνθρωποι της μεσαίας τάξης είναι ευχαριστημένοι μένοντας στη θέση τους, οι εκατομμυριούχοι προτιμούν να «μετακινούνται». Με άλλα λόγια, την ώρα που ο άνθρωπος της μεσαίας τάξης φοβάται να ρισκάρει πολλά, ο εκατομμυριούχος ξέρει πότε να το κάνει.

Αυτό συμβαίνει επειδή «οι εκατομμυριούχοι ξεπερνούν τον φόβο ενώ η μεσαία τάξη υποτάσσεται σε αυτόν» εξηγεί ο Smith.

«Οι εκατομμυριούχοι ξεπερνούν τον φόβο με γνώση» συνεχίζει. «Οι εκατομμυριούχοι εκπαιδεύουν τους εαυτούς τους πριν πάρουν ρίσκα και μετά εξετάζουν τις συνέπειες της αποτυχίας». Υπολογίζουν την ένταση του ρίσκου συγκρίνοντάς τον με τη δύναμη της ανταμοιβής. «Αν μπορείς να ζήσεις με το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί και αν το πιο πιθανό να συμβεί θα σε φέρει πιο κοντά στον στόχο σου, κάντο!» γράφει.

Οι εκατομμυριούχοι είναι γενναιόδωροι

Ενώ αρκετές φορές οι άνθρωποι της μεσαίας τάξης πιστεύουν πως δεν αντέχουν οικονομικά να προσφέρουν, οι πλούσιοι θεωρούν τη γενναιοδωρία αναγκαιότητα.

«Οι περισσότεροι εκατομμυριούχοι πιστεύουν στον νόμο πως θερίζεις ό,τι έσπειρες» λέει ο Smith. «Βλέπουν το χρήμα σαν τον σπόρο. Οι εκατομμυριούχοι ξέρουν πως αν είναι γενναιόδωροι θα λάβουν περισσότερα ως ανταμοιβή».

Πολλοί εκατομμυριούχοι και δισεκατομμυριούχοι είναι φιλάνθρωποι, σημειώνει το Yahoo. Το 2010 ο Γουόρεν Μπάφετ και ο Μπιλ Γκέιτς ένωσαν τις δυνάμεις τους σχηματίζοντας το «The Giving Pledge», μια προσπάθεια που ενθαρρύνει τους πολύ πλούσιους να δωρίζουν μεγάλο μέρος του πλούτου τους σε καλούς σκοπούς. Περισσότεροι από 150 δισεκατομμυριούχοι έχουν εγγραφεί στο πρόγραμμα, ανάμεσά τους ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ και ο Ρίτσαρντ Μπράνσον.

«Δεν είναι όλοι οι εκατομμυριούχοι γενναιόδωροι, αλλά οι ευτυχισμένοι είναι!» γράφει ο Smith.

Οι εκατομμυριούχοι φροντίζουν να έχουν πολλές πηγές εσόδων

Όσο περισσότερες πηγές εισοδήματος έχεις, τόσο περισσότερο είναι να συγκεντρώσεις μεγαλύτερα έσοδα. Ο Smith δίνει το παράδειγμα ενός ψαρά που ψαρεύει με μία πετονιά κι ενός άλλου που έχει ρίξει πέντε. Ποιος θα πιάσει τα περισσότερα ψάρια;

Το να ασχολείσαι με πολλές πηγές εισοδήματος σημαίνει πως πρέπει να εγκαταλείψεις μια νοοτροπία που έχουν συχνά οι άνθρωποι της μεσαίας τάξης: Την ιδέα πως πρέπει να τα κάνεις όλα ο ίδιος, κάτι που «περιορίζει σημαντικά την οικονομική δυναμική σου».

«Οι εκατομμυριούχοι έχουν άλλη αντίληψη» γράφει. «Πιστεύουν πως μπορούν να βρουν κάποιον που μπορεί να κάνει κάτι όχι μόνο όσο καλά και οι ίδιοι αλλά ακόμα καλύτερα».

Ο Smith επιμένει πως η δημιουργία πηγών «παθητικών εισοδημάτων» είναι κρίσιμη για την συγκέντρωση πλούτου. Αυτό σημαίνει πως χρειάζεται να προσπαθήσεις στην αρχή αλλά τελικά θα αφήσεις να πορευτούν μπροστά πιο ικανοί άνθρωποι ώστε να προχωρήσουν στο νέο προσοδοφόρο πρότζεκτ. Μην προσπαθείτε να είστε υπεύθυνοι για όλα, αυτό θα σας οδηγήσει στην εξάντληση. Οι εκατομμυριούχοι επικεντρώνονται στη μεγάλη εικόνα χωρίς να κάμπτονται από τις λεπτομέρειες. «Η μεσαία τάξη πιστεύει πως αν επιχειρήσεις να έχεις πολλές πηγές εισοδήματος, γίνεσαι αδύναμος» εξηγεί.