Stone-Casters

της Μαριάννας Σκυλακάκη

 

Για το σημερινό editorial, είχα ξεκινήσει να σχολιάζω τον ισχυρισμό του Γιάνη Βαρουφάκη ότι θα ήμασταν καλύτερα με τη δραχμή -θα σας εκπλήξει να σας πω ότι διαφωνώ κάθετα;- όμως κάτι άλλο μου τράβηξε στο μεταξύ την προσοχή, έτσι δεσμεύομαι να επανέλθω στο ζήτημα αυτό αύριο.

Αντ’ αυτού λοιπόν, πιστεύω ότι αξίζει να δείτε ένα απόσπασμα από πρόσφατη τοποθέτηση του Barack Obama πάνω στην τάση που έχουμε να κρίνουμε τους άλλους, εν χορώ, με τη βοήθεια των social media, για να αποδείξουμε την κοινωνική μας αφύπνιση. “Ο κόσμος είναι σύνθετος. Υπάρχουν αμφισημίες. Οι άνθρωποι που κάνουν πραγματικά καλά πράγματα έχουν ελαττώματα. Οι άνθρωποι τους οποίους μάχεστε μπορεί να αγαπούν τα παιδιά τους και να μοιράζονται μαζί σας ορισμένα κοινά”, ανέφερε ο πρώην Αμερικανός πρόεδρος, υπενθυμίζοντας ότι το να σχολιάσουμε κάτι σκωπτικά μπορεί να μας κάνει να νιώθουμε καλά με τον εαυτό μας, από μόνο του όμως, δεν είναι αρκετό. “Αν το μόνο που κάνεις είναι να πετάς πέτρες, πιθανότατα δεν θα φτάσεις τόσο μακριά”, συμπληρώνει.

Στην εποχή μας, το να ενώσει κάποιος τη φωνή του με αυτή άλλων ανθρώπων για την προώθηση ενός ζητήματος είναι πιο εύκολο παρά ποτέ, και αυτό έχει ασφαλώς πάμπολλα πλεονεκτήματα για τη λειτουργία της δημοκρατίας και την υπεράσπιση των δικαιωμάτων μας. Όμως, το να λειτουργούμε ως όχλος είναι επικίνδυνο.

Υπάρχουν κι άλλα χρώματα πέρα από το άσπρο και το μαύρο. Το να στηλιτεύουμε πράξεις και συμπεριφορές είναι χρήσιμο, πρέπει να διατηρούμε όμως την ψυχραιμία μας και να καταλαβαίνουμε παράλληλα ότι, δίπλα στην κριτική, πρέπει να προτείνουμε και λύσεις. Και πολλές φορές αυτή είναι η πιο δύσκολη -και σύνθετη- υπόθεση.

Ενδείξεις για μεγάλο κοίτασμα φυσικού αερίου νότια της Κρήτης

Πρόκειται για τη δομή Τάλως, η οποία είναι παρόμοια με το κοίτασμα Ζορ που ανακαλύφθηκε στην ΑΟΖ της Αιγύπτου το 2015. Η δομή Τάλως, κρύβει φυσικό αέριο 10 τρισ. κυβικών ποδιών ή 280 δισ. κυβικών μέτρων και το μέγεθος του κοιτάσματος είναι όσο εκείνο του Ταμάρ στο Ισραήλ και διπλάσιο από εκείνο της Αφροδίτης στην Κύπρο.

«Μεγάλωσα χωρίς νερό μέσα στο σπίτι, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς τη μάνα μου»

Ελένη Καραΐνδρου: «Μεγάλωσα χωρίς νερό μέσα στο σπίτι, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς τη μάνα μου»

Η Ελένη Καραΐνδρου, ένας χείμαρρος από νότες και μουσικές, είναι μια γυναίκα γεμάτη ενέργεια για την ζωή και την τέχνη της. Ξέρει ότι χρωστά πολλά στον Θόδωρο Αγγελόπουλο και τις ταινίες του, όπως ξέρει ότι η μουσική ήταν ο δρόμος της. Μένει στο Μετς και από το μπαλκόνι της βλέπει την θάλασσα. Ζει με τον σκηνοθέτη Αντώνη  Αντύπα. Εχει έναν γιο και δύο εγγόνια από τον πρώτο γάμο. Κι ετοιμάζεται για συναυλίες. 

«Μεγάλωσα σε ένα χωριό στην Φωκίδα. Το παιδί στο χωριό ήταν το παιδί της ζούγκλας, σαν σε έναν άλλο κόσμο. Τα χωριά τότε, ήταν πραγματικά χωριά. Εγώ δεν ήξερα τι είναι η θάλασσα. Ο πατέρας μου έλειπε πολύ, δίδασκε στο σχολείο. Ηταν ο πόλεμος. 

Ζούσαμε σε επαφή με την φύση, ξυπόλητοι, χωρίς νερό μέσα στο σπίτι, χωρίς ηλεκτρικό. Οταν ήρθα στην Αθήνα άλλαξαν όλα. Ανακάλυψα αμέσως το πιάνο, την μουσική -μπήκαν αμέσως στην ζωή μου. Ηταν μια εποχή μεγάλης φτώχειας. Μας παραχώρησαν ένα υπόγειο στο σχολείο όπου δούλευε ο πατέρας μου. Δίπλα ήταν το σινεμά Φλερύ. Κόλλησα στο σινεμά και έβλεπα τα πάντα. Ολα τα είδα στην Αθήνα, από τρεχούμενο νερό ως κινηματογράφο.

Το μήνυμα

το μήνυμα της ημέρας:

Ουκ ελάτρευσαν την κτίσιν οι θεόφρονες παρά τον κτίσαντα…

Δηλαδή με απλά λόγια:

Εμείς αγαπάμε το κτήμα σου ή τον Κώστα και τη Μαρία που φτιάξανε το κτήμα ; Έτσι και με τη φύση.

Κι επειδή ο Θεός είναι μανικός εραστής του ανθρώπου, ζηλεύει λίγο όταν αγαπάμε την κτίσιν και όχι Αυτόν…

Θαυμάζουμε όμως την κτίσιν κι ευχαριστούμε αδιαλλείπτως τον Κτίσαντα.

Καλημέρααα γιατρέ και σ’ευχαριστούμε για το λιμανάκι του Ορεινού που μας αναπαύει στη φουρτούνα της βιοτικής μέριμνας.

Γιάννης Πενταμοδιανός

«Η καρδιά σμίγει ότι ο νους χωρίζει»

«Η καρδιά σμίγει ότι ο νους χωρίζει»: Ένα υπέροχο απόσπασμα του Νίκου Καζαντζάκη

 

 

Δυο φωνές μέσα μου παλεύουν. O νους: «Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο; Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν΄ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου.

 

Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ας την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: «Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν΄αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!» […]

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι. Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος: Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; […]

Θέλω να βρω μια δικαιολογία για να ζήσω και να βαστάξω το φοβερό καθημερινό θέαμα της αρρώστιας, της ασκήμιας, της αδικίας και του θανάτου. […]

Δεν είμαι ο κατάδικος που τον πότισαν κρασί για να θολώσει το μυαλό του΄ με λαγαρά τα φρένα, νηφάλιος, δρασκελώ το ανάμεσα στους δυο γκρεμούς μονοπάτι.

Και μάχουμαι πως να γνέψω στους συντρόφους, προτού πεθάνω. Να τους δώσω το χέρι μου, να προφτάσω να συλλαβίσω και να τους ρίξω έναν ακέραιο λόγο. Να τους πω τι φαντάζουμαι πως είναι τούτη η πορεία. και κατά που ψυχανεμίζουμαι πως πάμε. Και πως ανάγκη να ρυθμίσουμε όλοι μαζί το περπάτημα και την καρδιά μας.

Ένα σύνθημα, σα συνωμότες, ένα λόγο απλό να προφτάσω να πω στους συντρόφους!

Ναι, σκοπός της Γης δεν είναι η ζωή, δεν είναι ο άνθρωπος΄ έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της.

Ας ενωθούμε, ας πιαστούμε σφιχτά, ας σμίξουμε τις καρδιές μας, ας δημιουργήσουμε εμείς, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα! […]

Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος.

Πολεμούμε γιατί έτσι μας αρέσει, τραγουδούμε κι ας μην υπάρχει αυτί να μας ακούσει.

Δουλεύουμε, κι ας μην υπάρχει αφέντης, σα βραδιάσει, να μας πλερώσει το μεροκάματο μας. Δεν ξενοδουλεύουμε΄ εμείς είμαστε οι αφέντες. το αμπέλι τούτο της Γης είναι δικό μας, σάρκα μας κι αίμα μας.

Το σκάβουμε, το κλαδεύουμε, το τρυγούμε, πατούμε τα σταφύλια του, πίνουμε το κρασί, τραγουδούμε και κλαίμε, οράματα κι Ιδέες ανηφορίζουν στην κεφαλή μας.

Σε ποια εποχή του αμπελιού σου έλαχε ο κλήρος να δουλεύεις; Στα σκάμματα; Στον τρύγο; Στα ξεφαντώματα; Όλα είναι ένα.

Σκάβω και χαίρουμαι όλον τον κύκλο του σταφυλιού, τραγουδώ μέσα στη δίψα και στο μόχτο μου, μεθυσμένος από το μελλούμενο κρασί.

Κρατώ το γιομάτο ποτήρι και ξαναζώ το μόχτο του παππού και του προπάππου. Κι ο ιδρώτας της δουλειάς τρέχει κρουνός στο αψηλό καταμέθυστο κρανίο. […]

Φοβούμαι να μιλήσω. Στολίζουμαι με ψεύτικα φτερά, φωνάζω, τραγουδώ, κλαίω, για να συμπνίγω την ανήλεη κραυγή της καρδιάς μου. […]

«Ν΄ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.

«Ν΄ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους. να ζητάς συντρόφους!

«Να ΄σαι ανήσυχος, αφχαρίστητος, απροσάρμοστος πάντα. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση.

«Που πάμε; Θα νικήσουμε ποτέ; Προς τι όλη τούτη η μάχη; Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε!»

Σκύβω κι αφουκράζουμαι την πολεμική τούτη Κραυγή στα σωθικά μου. Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του Αρχηγού, ξεκαθαρίζω τη φωνή του, δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του. […]

Η Κραυγή δεν είναι δική σου. Δε μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα σου.

Δεν είσαι λεύτερος. Αόρατα μυριάδες χέρια κρατούν τα χέρια σου και τα σαλεύουν. Όταν θυμώνεις, ένας προπάππος αφρίζει στο στόμα σου΄ όταν αγαπάς, ένας πρόγονος σπηλιώτης μουγκαλιέται όταν κοιμάσαι, ανοίγουν οι τάφοι μέσα στη μνήμη και γιομώνει βουρκόλακες η κεφαλή σου. […]

Μα εσύ να ξεδιαλέγεις. Ποιος πρόγονος να γκρεμιστεί πίσω στα τάρταρα του αίματου σου και ποιος ν΄ ανηφορίσει πάλι στο φως και στο χώμα. […]

Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Όπως περπατάς, ανοίγεις, δημιουργός την κοίτη όπου θα μπει και θα όδέψει ο ποταμός των απόγονων.

Όταν φοβάσαι, ο φόβος διακλαδώνεται σε αναρίθμητες γενεές και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου. Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου αλάκερη υψώνεται και αντρειεύει.

«Δεν είμαι ένας! Δεν είμαι ένας!» Τ΄ όραμα τούτο κάθε στιγμή να σε καίει.

Δεν είσαι ένα άθλιο λιγόστιγμο κορμί. πίσω από την πήλινη ρεούμενη μάσκα σου ένα πρόσωπο χιλιοχρονίτικο ενεδρεύει. Τα πάθη σου κι οι Ιδέες σου είναι πιο παλιά από την καρδιά κι από το μυαλό σου.

Μονάχα εκείνος λυτρώθηκε από την κόλαση του εγώ του που νιώθει να πεινάει όταν ένα παιδί της ράτσας του δεν έχει να φάει, και να σκιρτάει πασίχαρος όταν ένας άντρας και μια γυναίκα του σογιού του φιλιούνται. […]

Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. […]

Δε μιλάς εσύ. Μήτε είναι η ράτσα μονάχα μέσα σου που φωνάζει. μέσα σου οι αρίφνητες γενεές των ανθρώπων. άσπροι, κίτρινοι, μαύροι. χιμούν και φωνάζουν.

Λευτερώσου κι από τη ράτσα. Πολέμα να ζήσεις όλο τον αγωνιζόμενον άνθρωπο. Κοίτα τον πώς ξεμασκάλισε από τα ζώα, πώς μάχεται να σταθεί όρθιος, να ρυθμίσει τίς άναρθρες κραυγές, να συντηρήσει τη φλόγα ανάμεσα στις πυροστιές, να συντηρήσει το νου ανάμεσα στα κόκαλα της κεφαλής του. […]

Κοίταξε τους ανθρώπους, λυπήσου τους. Κοίταξε τον εαυτό σου ανάμεσα στους ανθρώπους, λυπήσου τον. Μέσα στο θαμπό σούρουπο της ζωής αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, ψαχνόμαστε, ρωτούμε, αφουκραζόμαστε. φωνάζουμε βοήθεια!

Τρέχουμε. Ξέρουμε πώς τρέχουμε να πεθάνουμε, μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε.

Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπο μας, μια στιγμή, φωτίζεται. μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι εύτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Αδη. […]

Η καρδιά σμίγει ό,τι ο νους χωρίζει, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη. […]

Τι θα πει ευτυχία; Να ζεις όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια.

Είμαστε ένα γράμμα ταπεινό, μια συλλαβή, μια λέξη από τη γιγάντια Οδύσσεια. Είμαστε βυθισμένοι σ΄ ένα γιγάντιο τραγούδι και λάμπουμε όπως λάμπουν τα ταπεινά χοχλάδια όσο είναι βυθισμένα στη θάλασσα. […]

Έλεος, ευγνωμοσύνη και σέβας μας κυριεύει για τους παλιούς μας συντρόφους στη μάχη.

Δούλευαν, αγαπούσαν και πέθαιναν για ν΄ ανοίξουν το δρόμο να περάσουμε.

Όμοια κι εμείς, μέσα στην ίδια ηδονή, παράφορα κι αγωνία, δουλεύουμε για κάποιον Αλλον, που σε κάθε γενναία μας πράξη προχωράει κι ένα βήμα.

Όλος μας ο αγώνας θα ΄χει πάλι ένα σκοπό ανώτερο μας, όπου θα χρησιμέψουν και θ΄ αγιάσουν οι μόχτοι μας, οι αθλιότητες και τα εγκλήματα. […]

Δεν είναι μονάχα ο πόνος η ουσία του Θεού μας’ μήτε η ελπίδα στη μελλούμενη ζωή είτε στην επίγεια τούτη’ μήτε η χαρά κι η νίκη. Κάθε θρησκεία, υψώνοντας σε λατρεία μια από τις αρχέγονες όψες τούτες του Θεού, στενεύει την καρδιά και το νου μας.

Η ουσία του Θεού μας είναι ο ΑΓΩΝΑΣ. Μέσα στον αγώνα τούτον ξετυλίγουνται και δουλεύουν αιώνια ο πόνος, η χαρά κι η ελπίδα. […]

Ποιος είναι ο σκοπός του αγώνα τούτου; Έτσι ρωτάει ο κακομοίρης, συφεροντολόγος πάντα, νους του ανθρώπου, ξεχνώντας πως η Μεγάλη Πνοή δε δουλεύει μέσα σε ανθρώπινο καιρό, τόπο κι αιτιότητα. […]

Σα μια κιβωτό η κάθε λέξη, και χορεύουμε γύρα της, με ανατριχίλα νογώντας το Θεό σα φοβερό της περιεχόμενο.

Ό,τι ζεις στην έκσταση ποτέ δε θα μπορέσεις να το στερεώσεις σε λόγο. Όμως μάχου ακατάπαυτα να το στερεώσεις σε λόγο. Πολέμα με μύθους, με παρομοίωσες, με αλληγορίες, με κοινές και σπάνιες λέξες, με κραυγές και με ρίμες να του δώσεις σάρκα, να στερεώσει! […]

Η στερνή, η πιο ιερή μορφή της θεωρίας είναι η πράξη.

Όχι να βλέπεις πώς πηδάει η σπίθα από τη μια γενεά στην άλλη, παρά να πηδάς, να καίγεσαι μαζί της.

Η πράξη είναι η πλατύτερη θύρα της λύτρωσης. Αυτή μονάχα μπορεί να δώσει απόκριση στα ρωτήματα της καρδιάς. Μέσα στις πολύγυρες περιπλοκές του νου, αυτή βρίσκει το συντομώτερο δρόμο. Όχι βρίσκει΄ δημιουργάει δρόμο, κόβοντας δεξά ζερβά την αντίσταση της λογικής και της ύλης. […]

Ο Θεός μου μάχεται χωρίς καμιά βεβαιότητα. Θα νικήσει; Θα νικηθεί; Τίποτα δεν είναι βέβαιο στο Σύμπαντο, ρίχνεται στο αβέβαιο, παίζει, κάθε στιγμή, τη μοίρα του όλη. […]

Ο Θεός, μέσα στην περιοχή της εφήμερης σάρκας μας, κιντυνεύει αλάκερος. Δεν μπορεί να σωθεί, αν εμείς με τον αγώνα μας δεν τον σώσουμε΄ δεν μπορούμε να σωθούμε, αν αυτός δε σωθεί. […]

Δε μαχόμαστε για το εγώ μας, μήτε για τη ράτσα, μήτε για την ανθρωπότητα. Δε μαχόμαστε για τη Γης, μήτε για Ιδέες. Όλα τούτα είναι πρόσκαιρα και πολύτιμα σκαλοπάτια του Θεού που ανηφορίζει’ και γκρεμίζουνται, ευθύς ως τα πατήσει ο Θεός ανεβαίνοντας.

Στη μικρότατη αστραπή της ζωής μας, νιώθουμε να πατάει πάνω μας αλάκερος ο Θεός, και ξαφνικά νογούμε: Αν έντονα όλοι πεθυμήσουμε, αν οργανώσουμε όλες τις ορατές κι αόρατες δυνάμες της γης και τις ρίξουμε προς τ΄ απάνω, αν παντοτινά άγρυπνοι όλοι μαζί παραστάτες παλέψουμε. το Σύμπαντο μπορεί να σωθεί.

Όχι ο Θεός θα μας σώσει’ εμείς θα σώσουμε το Θεό, πολεμώντας, δημιουργώντας, μετουσιώνοντας την ύλη σε πνέμα. […]

«Κάψε το σπίτι σου!» φωνάζει ο Θεός. «Έρχουμαι! Όποιος έχει σπίτι δεν μπορεί να με δεχτεί.

«Κάψε τις Ιδέες σου, σύντριψε τους συλλογισμούς σου! Όποιος έχει βρει τη λύση δεν μπορεί να με βρει.

«Αγαπώ τους πεινασμένους, τους ανήσυχους, τους αλήτες. Αυτοί αιώνια συλλογιούνται την πείνα, την ανταρσία, το δρόμο τον ατέλειωτο. Έμενα!

«Έρχουμαι! Παράτα τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου, τις Ιδέες σου κι ακλούθα μου. Είμαι ο μέγας Αλήτης.

«Ακλούθα! Περπατά απάνω από τη χαρά κι από τη θλίψη, από την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την αρετή! Εμπρός! Σύντριψε τα είδωλα τούτα, σύντριψε τα, δε χωρώ! Συντρίψου και συ για να περάσω!»

Φωτιά! Να το μέγα χρέος μας σήμερα, μέσα σε τόσο ανήθικο κι ανέλπιδο χάος. […]

Πόλεμο στους άπιστους! Απιστοι είναι οι ευχαριστημένοι, οι χορτασμένοι, οι στείροι.

Το μίσος μας είναι χωρίς συβιβασμό, γιατί κατέχει πώς καλύτερα, βαθύτερα από τις ξέπνοες φιλάνθρωπες αγάπες, δουλεύει τον έρωτα.

Μισούμε, δε βολευόμαστε, είμαστε άδικοι, σκληροί, γιομάτοι ανησυχία και πίστη, ζητούμε το αδύνατο, σαν τους ερωτεμένους.

Φωτιά, να καθαρίσει η γης! Ν΄ ανοιχτεί άβυσσο φοβερώτερη ακόμα ανάμεσα καλού και κακού, να πληθύνει η αδικία, να κατεβεί η Πείνα και να θερίσει τα σωθικά μας, αλλιώς δε σωζόμαστε.

Μια κρίσιμη βίαιη στιγμή είναι η ιστορική εποχή μας ετούτη, ένας κόσμος γκρεμίζεται, ένας άλλος δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Η εποχή μας δεν είναι στιγμή Ισορρόπησης, οπόταν η ευγένεια, ο συβιβασμός, η ειρήνη, η αγάπη θα ΄τανε γόνιμες αρετές.

Ζούμε τη φοβερή έφοδο, δρασκελίζουμε τους οχτρούς, δρασκελίζουμε τους φίλους που παραπομένουν, κιντυνεύουμε μέσα στο χάος, πνιγόμαστε. Δε χωρούμε πια στις παλιές αρετές κι ελπίδες, στις παλιές θεωρίες και πράξες. […]

Τούτη είναι η εποχή μας, καλή ή κακή, ωραία ή άσκημη, πλούσια ή φτωχή, δεν τη διαλέξαμε. […]

Όλοι είμαστε ένα, όλοι είμαστε μια κιντυνεύουσα ουσία. Μια ψυχή στην άκρα του κόσμου που ξεπέφτει, συντραβάει στον ξεπεσμό της και την ψυχή μας. Ένα μυαλό στην άκρα του κόσμου που βυθίζεται στην ηλιθιότητα, γιομώνει τα μελίγγια μας σκοτάδι.

Γιατι ένας στα πέρατα τ΄ ουρανού και της γης αγωνίζεται. Ο Ένας. Κι αν χαθεί, εμείς έχουμε την ευθύνη. Αν χαθεί, εμείς χανόμαστε. […]

Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν΄ ανοίξει δρόμο. Δρόμος ν΄ ανοιχτεί δεν υπάρχει.

Καθένας, ανεβαίνοντας απάνω από τη δική του κεφαλή, ξεφεύγει από το μικρό, όλο απορίες μυαλό του. […]

Πόσο πολέμησε το Λουξεμβούργο στον Δεύτερο Παγκόσμιο;

by sarant στο sarantakos.wordpress.com

 

Χτες που ήταν 28η Οκτωβρίου κυκλοφόρησε στο Φέισμπουκ και σε διάφορους ιστότοπους ένα κείμενο με τίτλο «Το έπος του 40 και στατιστικά«, συνοδευόμενο από το αφισάκι της φωτογραφίας, που δείχνει συγκριτικά τη διάρκεια αντίστασης διάφορων χωρών της Ευρώπης στις δυνάμεις του Άξονα.

Το κείμενο ξεκινάει με τον εξής ισχυρισμό:

Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα που αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει τους στρατούς τεσσάρων χωρών ταυτόχρονα, Αλβανίας, Ιταλίας, Γερμανίας, και Βουλγαρίας.

Ακολουθεί ο πίνακας με τη διάρκεια αντίστασης των διάφορων χωρών, όπως βλέπετε και στο αφισάκι, και με τις απώλειες στον πληθυσμό κάθε χώρας, και στη συνέχεια διαβάζουμε τις δηλώσεις διάφορων πολιτικών ηγετών, από τον Στάλιν και τον Ντε Γκολ μέχρι τον Χίτλερ, που όλοι τους αναγνωρίζουν και επαινούν την πολεμική προσπάθεια των Ελλήνων και τη συμβολή τους στη νίκη των Συμμάχων.

Δεν θα εξετάσω τις δηλώσεις των ηγετών, αν όντως έγιναν και αν τεκμηριώνονται, παρόλο που ένας φίλος επιμένει ότι η αποδιδόμενη στον Χίτλερ δήλωση είναι ανύπαρκτη. Αν θέλετε και μπορείτε, το θίγετε στα σχόλια.

Θα περιοριστώ στο πρώτο (και μικρότερο) τμήμα του κειμένου, που βρίθει από απλουστεύσεις, λάθη και υπερβολές. Επειδή όμως τα λάθη και οι υπερβολές είναι ευχάριστα για το εθνικό μας φρόνημα, πολλοί τα αναπαράγουν άκριτα, όπως έχουμε δει κατά κόρον να γίνεται και σε κείμενα για τη γλώσσα.

Ήδη η εισαγωγική φράση του κειμένου, που την επαναλαμβάνω εδώ, είναι διάτρητη:

Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα που αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει τους στρατούς τεσσάρων χωρών ταυτόχρονα, Αλβανίας, Ιταλίας, Γερμανίας, και Βουλγαρίας.

Η Ελλάδα δέχτηκε την επίθεση της Ιταλίας από τις 28 Οκτωβρίου 1940 και, από τις 6 Απριλίου 1941 την επίθεση της Γερμανίας. Ο βουλγαρικός στρατός δεν επιτέθηκε στο ελληνικό έδαφος όσο διαρκούσε ο πόλεμος. Αν και η Βουλγαρία προσχώρησε στον Άξονα την 1η Μαρτίου 1941, δεν συμμετείχε στην επίθεση εναντίον της Γιουγκοσλαβίας ή εναντίον της Ελλάδας. Φυσικά νεμήθηκε ελληνικό έδαφος αλλά αυτό έγινε μετά την ελληνική συνθηκολόγηση. Όσο για «αλβανικό στρατό», τη στιγμή που η χώρα ήταν προτεκτοράτο των Ιταλών από το 1939 (πριν ξεσπάσει ο Β’ ΠΠ), αυτό είναι ανέκδοτο ή έστω σόφισμα.

Οπότε, δύο χωρών τους στρατούς αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει η Ελλάδα -και δεν ειναι και λίγο.

Είναι «η μοναδική χώρα» που δέχτηκε τέτοια επίθεση; Πιθανώς. Βέβαια, η Σοβιετική Ένωση, αν και είχε να πολεμήσει κυρίως με τους Γερμανούς, ωστόσο δέχτηκε επίθεση και από στρατιωτικές δυνάμεις άλλων χωρών: Ιταλοί, Ούγγροι, Ρουμάνοι, Σλοβακοι, Κροάτες, Φινλανδοί  βρήκαν επίσης τον θάνατο στις ρωσικές στέπες -και εδώ μιλάμε για συμμετοχή επίσημου τακτικού στρατού, συχνά σε μεγάλους αριθμούς, όχι για τάγματα εθελοντών, όπως η ισπανική Κυανή Μεραρχία.

Δεν επιχειρώ να συγκρίνω μια χώρα απέραντη, έναν κολοσσό όπως η ΕΣΣΔ με μια χώρα μικρομεσαία όπως η Ελλάδα, αλλ’ ας μην αναζητούμε μοναδικότητες εκεί που δεν υπάρχουν.

Όσο για τη διάρκεια της αντίστασης διαφόρων χωρών, φοβάμαι πως ο συντάκτης αναδεικνύεται σε Προκρούστη, καθώς τεντώνει τη διάρκεια της ελληνικής αντίστασης και μικραίνει τη διάρκεια της αντίστασης των άλλων χωρών.

Πόσον καιρό αντιστάθηκε η Ελλάδα; Εγώ λέω από τις 28 Οκτ. 1940 έως τις 27 Απριλίου 1941 που μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα (είχε ήδη υπογραφεί η συνθηκολόγηση). Αλλά αυτό το διάστημα είναι 6 μήνες μόνο. Για να βγουν οι 219 μέρες, προφανώς ο συντάκτης υπολογίζει τη μάχη της Κρήτης, που τελείωσε την 1η Ιουνίου 1941. Και πάλι, από 28.10.1940 έως και 1.6.1941 είναι 217 μέρες και όχι 219, αν θέλουμε ακρίβεια. Βέβαια, με την ίδια λογική κάποιος Δανός μπορεί να μας πει πως η Δανία δεν κατελήφθη ποτέ ολόκληρη, αφού Φερόες, Ισλανδία και Γροιλανδία δεν έπεσαν ποτέ στα χέρια των Γερμανών.

Επίσης, ο συντάκτης υποστηρίζει πως η Γιουγκοσλαβία αντιστάθηκε μόνο 3 μέρες. Κι όμως, η επίθεση του Άξονα άρχισε στις 6 Απριλίου και η συνθηκολόγηση υπογράφτηκε στις 18 Απριλίου, 12 μέρες. Και να σημειώσουμε παρεμπιπτόντως ότι η Γιουγκοσλαβία όντως δέχτηκε επίθεση από πολλούς στρατούς: Γερμανία, Ιταλία, Ουγγαρία -ενώ οι δυνάμεις του Άξονα είχαν και την εφοδιαστική υποστήριξη της Ρουμανίας. Ένας Γιουγκοσλάβος με τα μυαλά του συντάκτη θα πρόσθετε ασφαλώς και τον… αλβανικό στρατό (έγιναν μάχες και σε αυτό το μέτωπο).

Και τέλος δεν έχει νόημα να συγκρίνουμε τη μικρή διάρκεια της αντίστασης χωρών όπως το Βέλγιο ή η Πολωνία, που είχαν ν’ αντιμετωπίσουν τον γερμανικό οδοστρωτήρα, με την πολύμηνη και νικηφόρα πολεμική δράση του ελληνικού στρατού που είχε να αντιμετωπίσει εντελώς διαφορετικόν αντίπαλο.

Ασφαλώς θα βρείτε και άλλα κενά στο κειμενάκι που παρουσίασα, το οποίο αξίζει ανασκευή μόνο και μόνο επειδή φοράει τον μανδύα της σοβαρότητας και της στατιστικής.

Η ελληνική πολεμική προσπάθεια ήταν τιτάνια· όταν την παραφουσκώνουμε με υπερβολές μάλλον την ψευτίζουμε. Και δεν ταιριάζει με το μεγαλείο που έδειξαν οι παππούδες μας στη Πίνδο ο χλευασμός των εγγονών στη «μηδενική» αντίσταση χωρών όπως η Δανία ή το Λουξεμβούργο, όπου είτε για λόγους μορφολογίας του εδάφους είτε εξαιτίας της αβυσσαλέας διαφοράς στον συσχετισμό δυνάμεων ήταν μάταιο να αντιταχθεί άμυνα.

Οι γλαφυρές λεπτομέρειες στο παραπάνω κειμενάκι για τον μοτοσικλετιστή που πήρε το στέμμα του βασιλιά της Δανίας πρέπει να είναι παραμύθι -δεν βρήκα τίποτα σχετικό σε καμιά πηγή. Αλλά για τη Δανία δεν ξέρω πολλά πράγματα.

Ξέρω όμως για το Λουξεμβούργο, το οποίο δεν είχε καν τακτικό στρατό μετά τη Συνθήκη του 1867 με την οποία κηρύχτηκε η ουδετερότητα του. Οι στρατιώτες ήταν εθελοντές, συνολικά 425 άνδρες -και άλλοι 250 χωροφύλακες. Οι Γερμανοί παρέταξαν 50.000 άνδρες και 600 άρματα μάχης -όχι (μόνο) για να κάμψουν την αντίσταση των λουξεμβουργιανών δυνάμεων αλλά για να προελάσουν προς το Βέλγιο και τη Γαλλία.

Η κατάληψη του Λουξεμβούργου ολοκληρώθηκε μέσα σε κάτι περισσότερο από 24 ώρες. Η Μεγάλη Δούκισσα Σαρλότα διέφυγε στη Γαλλία και τελικά στο Λονδίνο. Ο Χίτλερ προσάρτησε το Μεγάλο Δουκάτο, το οποίο αποτέλεσε τμήμα ενός γερμανικού νομού -δηλαδή, σε αντίθεση με το Βέλγιο ή την Ολλανδία, το Λουξεμβούργο έπαψε να έχει κρατική υπόσταση. Εφαρμόστηκε πολιτική εκγερμανισμού.

Ανακοίνωση για την εκτέλεση απεργών

Και βέβαια, εφόσον οι κάτοικοί του θεωρήθηκαν Γερμανοί, το 1942 πάρθηκε απόφαση να στρατολογηθούν και να σταλούν στο ανατολικό μέτωπο. Κηρύχτηκε απεργία, με επίκεντρο το Βιλτς, στον βορρά της χώρας. Οι πρωταίτιοι, 21 άτομα, εκτελέστηκαν -οι 20 με τυφεκισμό και ο ένας, που ήταν γερμανικής καταγωγής, αποκεφαλίστηκε ως προδότης.

Υπήρχαν βέβαια και φιλογερμανοί, όπως και οπαδοί του εκγερμανισμού -δεν είναι παράδοξο σε τόσο γειτονικούς λαούς. Ωστόσο, στην πρώτη απογραφή πληθυσμού που έκανε ο κατακτητής η συντριπτική πλειοψηφία δήλωσαν «Λουξεμβούργιοι» και ομιλητές της λουξεμβουργιανής γλώσσας.

Η βασική μορφή αντίστασης ήταν η άρνηση στράτευσης.  Κάπου το 40% των στρατεύσιμων κρύφτηκαν και δεν παρουσιάστηκαν -το Λουξεμβούργο δεν έχει ψηλά βουνά αλλά το βόρειο τμήμα της χώρας, σε υψόμετρο κοντά στα 500μ., καλύπτεται από πυκνά δάση. Εκεί κρύβονταν μέσα σε σπηλιές οι refractaires, σε μικρές ομάδες των 4-5 νέων. Αρκετούς τους εντόπισε ο κατακτητής, είτε έπειτα από προδοσία είτε από πλημμελή συνωμοτικότητα -και το πλήρωσαν με τη ζωή τους. Συχνά εκεί που περπατάω βλέπω μνημεία της εποχής εκείνης, μέσα στο δάσος. Πολλοί έφυγαν από τη χώρα, κυρίως από τον Βορρά, απ’ όπου περνούσαν στο Βέλγιο, και κάποιοι έφτασαν στην Αγγλία και πολέμησαν μετά στην απόβαση στη Νορμανδία. Άλλοι κρύβονταν σε εγκαταλειμμένες στοές ορυχείων, φυσικά με τη συνδρομή των κατοίκων της περιοχής.

Γίνονταν και σαμποτάζ, ενώ αρκετοί Λουξεμβούργιοι συμμετείχαν στη γαλλική αντίσταση. Ένας από αυτούς, ένας κομμουνιστής γιατρός με το σημαδιακό όνομα Σαρλ Μαρξ (άλλωστε κι ο Μαρξ λίγο πιο πάνω γεννήθηκε), μετά την απελευθέρωση διετέλεσε υπουργός υγείας στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας που σχηματίστηκε, πριν βρει πρόωρα τον θάνατο σε αυτοκινητιστικό. Υπάρχει σήμερα λεωφόρος που τιμάει το όνομά του -στην ονομασία μάλιστα προσδιορίζεται πως ήταν ο γιατρός και όχι ο διασημότερος συνονόματος: Boulevard Dr Charles Marx.

Οι βιαίως επιστρατευθέντες Λουξεμβούργιοι στάλθηκαν στο ανατολικό μέτωπο, όπου είχαν βαριές απώλειες. Κάποιοι αυτομόλησαν. Ο Ηλίας Έρεμπουργκ περιγράφει στα απομνημονεύματά του μια σκηνή. Βρισκόταν στο μέτωπο ως δημοσιογράφος και τον ειδοποίησαν, μια και τον ήξεραν για γλωσσομαθή, να έρθει να τους βοηθήσει, επειδή έχουν πιάσει έναν Γερμανό αυτόμολο, που λέει ότι δεν είναι Γερμανός, αλλά δεν είναι και Αλσατός, είναι κάτι άλλο.

Ήταν, φυσικά, Λουξεμβούργιος. Ζήτησε από τον Έρενμπουργκ χαρτί και έγραψε: «Προς την ΑΕ τη Μεγάλη Δούκισσα Σαρλότα. Υπακούοντας στις διαταγές σας, αυτομόλησα στον Ερυθρό Στρατό». Υπέγραψε και παραδόθηκε. (Οι Λουξεμβούργιοι αιχμάλωτοι στέλνονταν σε ξεχωριστό στρατόπεδο, στο Ταμπόβ, όπου οι συνθήκες ήταν κάπως καλύτερες).

Και βέβαια βαρύ φόρο αίματος πλήρωσε το προσωρινά απελευθερωμένο Λουξεμβούργο προς τα τέλη του πολέμου, όταν ο Χίτλερ εξαπέλυσε την τελευταία, απελπισμένη αντεπίθεσή του, τη μάχη των Αρδεννών, και όλο το βόρειο τμήμα της χώρας βρέθηκε καταμεσίς στο μάτι του ολέθρου.

Φυσικά η Ελλάδα είχε ρωμαλέο, μαζικό και ένοπλο αντιστασιακό κίνημα, που ως τώρα αποτελεί τίτλο τιμής για το Κομμουνιστικό Κόμμα που στάθηκε πρωτεργάτης του και βέβαια ο ελληνικός λαός πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος. Με το να τονίζουμε τις θυσίες και την αντίσταση άλλων λαών δεν υποτιμάμε τις δικές μας.

Υπάρχει όμως και μια σύγκριση για την οποία δεν μπορούμε να καμαρώνουμε.

Μετά τον πόλεμο, οι Λουξεμβουργιανοί δωσίλογοι δικάστηκαν και τουλάχιστον 12 άτομα εκτελέστηκαν τους πρώτους μήνες μετά την απελευθέρωση. Ο Νταμιάν Κράτσενμπεργκ, ο επικεφαλής του φιλογερμανικού κινήματος, διέφυγε στη Γερμανία, αλλά είχε την απερισκεψία να στείλει γράμμα στην κόρη του και τον έπιασαν και τον εκτέλεσαν το 1946.

Στην Ελλάδα όμως, παρά τις πρώτες δίκες των δωσιλόγων, κανείς δεν εκτελέστηκε (αν κάνω λάθος διορθώστε με) και πολλοί εντάχθηκαν στον κρατικό μηχανισμό μετά τον πόλεμο.

Ο φον Γιοσμάς, καταδικασμένος ερήμην σε θάνατο, φυλακίστηκε πέντε χρόνια και μετά του δόθηκε χάρη, συμμετείχε ως επικεφαλής παρακρατικής οργάνωσης στη δολοφονία του Λαμπράκη και τώρα ο γιος του ζητάει τα ρέστα. Σε θάνατο είχε καταδικαστεί και η Σίτσα Καραϊσκάκη, αλλά αμνηστεύθηκε και στα τελευταία χρόνια της ζωής της τής χορηγήθηκε τιμητική λογοτεχνική σύνταξη. Ακόμα και ο δωσίλογος πρωθυπουργός Έκτωρ Τσιρονίκος, που ακολούθησε (όπως και ο Γιοσμάς και η Καραϊσκάκη) τους Γερμανούς κατά την αποχώρησή τους από την Ελλάδα και σχημάτισε… εξόριστη γερμανόφιλη κυβέρνηση στη Βιέννη, επίσης καταδικασμένος σε θάνατο, αποφυλακίστηκε το 1952. Δεν περίσσευαν σφαίρες, βλέπετε, το κράτος είχε εκτελέσει τον Μπελογιάννη και τους συντρόφους του.

Οπότε, στο θέμα της τιμωριας των προδοτών έχουμε να διδαχτούμε από τους άλλους λαούς.

Σαραντάκος

Πηγή: https://sarantakos.wordpress.com/author/sarant/