Πως ένας επιχειρηματίας επέβαλε τα ελληνικά ψαθάκια στην αγορά

Το τέχνασμα του Αντωνίου Αριανούτσου κόντρα στην ξενομανία των καταναλωτών

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Γαρνίρισμα πίλων.

Επανήλθαν στην μόδα τα πάσης φύσεως καλύμματα της κεφαλής, οι πίλοι, δηλαδή τα καπέλα. Οφείλουμε λοιπόν να τα ιστορήσουμε, αφού από τον πρωτόγονο άνθρωπο έως τους νεότερους χρόνους τα καπέλα χρησίμευσαν για να καλύπτουν την ανάγκη προστασίας από τις συνθήκες του περιβάλλοντος, το κρύο, τον αέρα, τον ήλιο κ.λπ. Θα ξεκινήσουμε ωστόσο από ένα χαριτωμένο περιστατικό το οποίο οφείλεται σε έναν δαιμόνιο έμπορο, τον Αντώνιο Αριανούτσο. Ήταν ένα από τα παιδιά που είχαν έλθει στην Αθήνα για να βρουν την τύχη τους και να βοηθήσουν την οικογένειά τους με το γλίσχρο εισόδημα που εξασφάλιζαν με διάφορες δουλειές του ποδαριού.

Αντώνης Αριανούτσος

Γεννημένος στην Κύμη της Ευβοίας το 1890  ο Αντ. Αριανούτσος εξασφάλισε εργασία σε ένα κατάστημα και ταυτοχρόνως παρακολουθούσε μαθήματα στη νυκτερινή σχολή του «Παρνασσού». Κατόρθωσε να τελειώσει το Σχολαρχείο αλλά δεν μπόρεσε να προχωρήσει αφού η ανάγκη για επιβίωση απαιτούσε σκληρή εργασία. Τα κατάφερε όμως, εργαζόμενος σε διάφορες επιχειρήσεις, να αποκτήσει δίπλωμα λογιστικής και διπλογραφίας. Σιγά-σιγά και με τις λίγες οικονομίες του έγινε μέτοχος, διευθυντής και ύστερα ιδιοκτήτης ενός εργοστασίου πιλοποιίας. Εργατικός, επίμονος και ευρηματικός ανέλαβε την τύχη του εργοστασίου το 1913 και δεν εννοούσε να αφήσει την ευκαιρία να του ξεφύγει.

Ο πολύς κόσμος προτιμούσε τα ψαθάκια και επί μία ολόκληρη επταετία διοχέτευε την παραγωγή του στην αγορά, αντιμετωπίζοντας δύο κύρια προβλήματα. Την ξενομανία του αγοραστικού κοινού και τη νοοτροπία των εμπόρων. Οι καταναλωτές ζητούσαν πάντοτε να αγοράζουν ευρωπαϊκά προϊόντα και οι έμποροι εκμεταλλεύονταν αυτήν την αδυναμία τους. Έφθαναν δε στο σημείο και τα λίγα ψαθάκια που έπαιρναν από την ελληνική βιομηχανία να τα πωλούν ως ευρωπαϊκά! Τι έκαναν; Ζητούσαν από τον κατασκευαστή τους στις φόδρες να τοποθετούν ξενικά σήματα και μάρκες, όπως London, Strawhat, Capello di Milano κ.ά.

Έτσι μέχρι το 1920 περίπου πωλούσαν ως ξένης κατασκευής τα ψαθάκια και όλοι ήταν ικανοποιημένοι. Αλλά ο Αριανούτσος δεν μπορούσε να το… χωνέψει. Επαναστάτησε και ίδρυσε δικά του πρατήρια, πρώτα στην Αθήνα, ύστερα στη Σμύρνη όπου άκμαζε ακόμη το ελληνικό στοιχείο, στον Πειραιά αλλά και στη Θεσσαλονίκη. Φανερά τότε φρόντιζε να τα διαφημίζει λέγοντας στους καταναλωτές «Τα βλέπετε αυτά τα ψαθάκια; Είναι ελληνικά. Και όμως εσείς επί μία δεκαετία τα αγοράζατε ως ευρωπαϊκά»!!!

Τμήμα ραφής ψάθης.

 

Τμήμα πιεστηρίων (πρέσσα).

 

Τμήμα σιδερώματος πίλων.

 

Ξόδεψε πολλά χρήματα τότε ο επιχειρηματίας στη διαφήμιση και σε οργανωμένες καμπάνιες. Μέχρι που διοργάνωσε πανελλήνιο δημοψήφισμα υπέρ των ψάθινων καπέλων του. Ήταν μία από τις πλέον ευφυείς αλλά και κοστοβόρες εκστρατείες. Καλούσε όσους επιθυμούσαν να πηγαίνουν στον αντιπρόσωπό του σε κάθε πόλη και να ψηφίζουν υπέρ των ψάθινων της παραγωγής του. Ύστερα προέβαινε σε δίστηλες καταχωρήσεις στις εφημερίδες, δημοσιεύοντας τα τηλεγραφήματα που του έστελναν οι αντιπρόσωποί του. «Τα εκ των επαρχιών αποτελέσματα του δημοψηφίσματος – Περιφανής νίκη» έγραφαν οι τίτλοι και από κάτω τα σχετικά τηλεγραφήματα. Ο Άγγελος Ζαγκλίφας από το Αίγιο, ο Δ. Κοντονής από τη Ζάκυνθο, οι αδελφοί Αντωνίου από τη Μυτιλήνη, οι αδελφοί Τσερώνη από τη Σπάρτη κ.ά.

 

Οι διευθυντές και οι εργάτες του εργοστασίου σε αναμνηστική φωτογραφία

Όσο για το περιεχόμενο επίσης εντυπωσιακό: «Ο συνδυασμός μας κατήγαγε περιφανή νίκην» ή «καταπληκτική υπήρξεν η εκδήλωσις της γνώμης του Λαού υπέρ των ψαθίνων Αριανούτσου»! Εν τέλει πέτυχε τον σκοπό του. Στα χρόνια που ακολούθησαν μειώθηκαν στο ελάχιστο οι εισαγωγές από το εξωτερικό και τα ελληνικά ψαθάκια κατέλαβαν την θέση τους στις βιτρίνες, ακόμη και του περίφημου καταστήματος Σίδνεϋ Νοέλ![1] Ο Αντώνιος Αριανούτσος και ο αδελφός του Νικόλαος που συμμετείχε στην επιχείρηση έφυγαν από τη ζωή τη δεκαετία 1960.

Οι γέροι πιστεύουν τα πάντα. Οι μεσήλικες υποπτεύονται τα πάντα. Οι νέοι ξέρουν τα πάντα.

Oscar wild.

Ο κόσμος χωρίζεται σε ανθρώπους που κάνουν πράγματα και σε ανθρώπους που πληρώνονται για αυτά. Προσπάθησε να είσαι στην πρώτη κατηγορία. Υπάρχει λίγος ανταγωνισμός εκεί…

Ίντιρα Γκάντι.

Αξιέπαινη πρωτοβουλία!

Εθελοντικόςκαθαρισμός μονοπατιού στα Σκουρτα, (Μαζαρεκα-Δικλησια-Αγ.Μαρινα), με πρωτοβουλία του διοικητού του πυροσβεστικού Κλιμακιου Δερβενοχωρίων, Αλέξανδρου Βλαχογιάννη .

Ενα μεγαλο μπράβο και ένα θερμό ευχαριστώ στους υπαλληλους της Δασικής υπηρεσίας και στους πυροσβέστες που εθελοντικά ξεκίνησαν αυτό το σημαντικό έργο ανασύστασης ενός παλιού ιστορικού μονοπατιού στα βορειοανατολικά της Πάρνηθας.

Φωτό από το fb.

Είναι σημαντικό να ψάχνεις διαρκώς, να αναζητάς, να ταξιδεύεις έστω νοητικά, να μην επαναπαύεσαι στο δεδομένο. Όπου νιώθεις ότι διαφέρεις, εκεί να ποντάρεις, εκεί αντανακλάται η προσωπικότητα που έχουμε να κηδεμονεύσουμε ώσπου να πεθάνουμε.

Ποτέ να μη χάνεις την πίστη σου στους ανθρώπους, όσο κι αν σε έχουν απογοητεύσει. Αν συνέβη αυτό, απλώς δεν γνώρισες ακόμα τους σωστούς! Άμα ψάξεις, θα βρεις τέτοιους όπου Γης κι άμα πια δυσκολευτείς πολύ, σκέψου μήπως εσύ, τελικά, δεν είσαι ο σωστός και γι’ αυτό διαλέγεις τους λάθος.

Σπύρος Κοροβέσης

Πηγή: www.lifo.gr

Ψαρονέφρι στο Καρπενήσι

Θέλοντας κάποιος να υποστηρίξει τη θέση ότι στα νησιά δεν τρως καλό ψάρι, ευφυολόγησε λέγοντας ότι «το καλύτερο ψάρι που έχω φάει σε νησί, είναι μια φορά που έφαγα ψαρονέφρι στο Καρπενήσι».

Στο σημερινό αρθράκι δεν θα κρίνω τη βασιμότητα της θέσης αυτής, αρκετά προβλήματα έχει έτσι κι αλλιώς ο τουρισμός φέτος, αλλά θα σταθώ στο ευφυολόγημα.

Και το χαρακτήρισα ευφυολόγημα επειδή ούτε το ψαρονέφρι είναι (νεφρό από) ψάρι, ούτε το Καρπενήσι είναι νησί. Το ευφυολόγημα έχει αναφερθεί παλιότερα στο ιστολόγιο, και τότε το είχα συνοδέψει με τη μοιραία φράση «αξίζει άρθρο».

Είναι άλλωστε γνωστό ευφυολόγημα, το βρίσκουμε σε μιμίδια, ενώ το είχε χρησιμοποιήσει και ο ευρωβουλευτής Δ. Παπαδημούλης, απαντώντας στο επιχείρημα της Μαριέτας Γιαννάκου, ότι τάχα ο εθνικοσοσιαλισμός είναι αριστερής προέλευσης διότι είναι -σοσιαλισμός. Με την ίδια λογική, είπε, και το Καρπενήσι είναι νησί ενώ το ψαρονέφρι είναι ψάρι.

Πώς όμως προέκυψαν οι λέξεις αυτές, αφού ούτε το ένα είναι νησί ούτε το άλλο ψάρι;

Το ψαρονέφρι, πρώτα. Ονοματίστηκε μεν από ψάρι, αλλά από άλλου είδους ψάρι, όχι της θάλασσας. Ψάρι λέγεται η περιοχή του σφαγίου γύρω από την οσφύ, που περιβάλλει τα νεφρά. Αυτή η περιοχή στα αρχαία λεγόταν ψόαι ή ψύαι (στον πληθυντικό βέβαια) και το υποκοριστικό, *ψυάριον.

Το ημίφωνο έπαθε σίγηση όταν βρέθηκε ανάμεσα σε σίγμα και σύμφωνο (πρβλ. ψιάθιον –> ψαθί, σιαγόνα –> σαγόνι) κι έτσι έδωσε τον τύπο «ψάρι» στα νεότερα χρόνια, τύπος που δεν επιβίωσε μεν αλλά διατηρήθηκε στο ψαρονέφρι. Αυτά τα έχουμε ήδη αναφέρει σε παλιότερο άρθρο, αλλά η επανάληψη δεν βλάφτει.

Η λέξη ψόα έχει επίσης επιβιώσει στην ανατομική ορολογία, αφού υπάρχει ο ψοΐτης μυς, από τους μεγαλύτερους του σώματος, που σηκώνει τον μηρό προς την κοιλιά και λειτουργεί στη βάδιση. Υπάρχει και ο λαγονοψοΐτης, που τον είχαμε σχολιάσει σε κάποια παλιότερα μεζεδάκια.

Όσο για το Καρπενήσι, το τοπωνύμιο προέρχεται από την αρωμουνική λέξη cárpinu, που είναι ένα δέντρο με σκληρό ξύλο που λέγεται στα ελληνικά οστρύα, λένε τα λεξικά, ή γάβρος -αν πρόκειται για το ίδιο και όχι για παρεμφερή ποικιλία- και το οποίο ευδοκιμεί στην περιοχή. Η αρωμουνική λέξη προέρχεται από τη λατινική carpinus, που δηλώνει το ίδιο δέντρο.

Στα ελληνικά, το τοπωνύμιο παρετυμολογήθηκε με το «νησί» ενώ αν θέλαμε να μπαμπινιωτίσουμε θα λέγαμε ότι η ετυμολογικώς ορθή γραφή είναι Καρπενίσι.

Αλλά βέβαια δεν θα τελειώσει εδώ το άρθρο μας.

Αναρωτιέμαι αν έχουμε κι άλλα «ψαρονέφρια» όπως και άλλα «Καρπενήσια» στη γλώσσα μας, δηλαδή κι άλλες λέξεις που να έχουν παρετυμολογηθεί και να δηλώνουν κάτι διαφορετικό από αυτό που προκύπτει με μια απλή ανάλυση σε αυτά που φαίνονται για συνθετικά τους.

Φυσικά, η παρετυμολογία είναι πλατύτατο πεδίο και έχει δημιουργήσει πολλούς όρους.

Ας πούμε, λέμε «πολυθρόνα» από το ιταλικό poltrona > πολτρόνα (υπάρχει και αυτός ο τύπος σε παλιά κείμενα). Επειδή στην πολτρόνα καθόμαστε, η λέξη παρετυμολογήθηκε από το πολύς + θρόνος κι έδωσε την πολυθρόνα. Δεν έχω ψάξει την ιστορία της λέξης και δεν έχω λεπτομέρειες για το πότε και πώς ακριβώς έγινε αυτό, πάντως έτσι έγινε.

Όμως η πολυθρόνα δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, εντελώς ίδια περίπτωση με το ψαρονέφρι, διότι είναι «κάτι σαν θρόνος».

Ούτε θα θεωρήσω ίδια περίπτωση το αγιόκλημα, που είναι παρετυμολογία από το αρχ. «αιγόκλημα». Ναι μεν η λέξη άλλαξε, αλλά και πάλι έχουμε «κάτι σαν κλήμα», όπως και στο εφτάζυμο ψωμί (από το «αυτόζυμος») έχουμε κάτι που ζυμώνεται -ενώ στο «ψαρονέφρι» το κρέας (φαίνεται να) βαφτίζεται ψάρι, για να θυμηθούμε το παροιμιώδες των καλόγερων.

Όμως, την πολυθρόνα και το αγιόκλημα θα τα συζητήσουμε κι άλλη φορά, σε άλλο άρθρο, όταν θα περιηγηθούμε στο βασίλειο της παρετυμολογίας,

Κάποιοι θα σκεφτούν ότι το Λαγονήσι είναι παρόμοια περίπτωση με το Καρπενήσι, αλλά δεν θα συμφωνήσω, διότι το Λαγονήσι είναι χερσόνησος, οπότε είναι περίπου σαν νησί (μπορεί να ήταν και κάποτε νησί, αν και δεν το νομίζω). Επίσης, κατά πάσα πιθανότητα, το Λαγονήσι θα είχε λαγούς κάποτε και γι’ αυτό ονομάστηκε έτσι. (Σε κάποιο φόρουμ διάβασα ότι δεν είχε λαγούς και ότι προέρχεται από το ιταλικό lago = λίμνη, αλλά είμαι δύσπιστος απέναντι σε αυτή τη θεωρία. Αν παρελπίδα ισχύει, τότε το Λαγονήσι πλησιάζει στο Καρπενήσι).

Ωστόσο, στα τοπωνύμια έχουμε καναδυό άλλες περιπτώσεις σαν το Καρπενήσι που δεν είναι νησί.

Ας πούμε, το βουνό απέναντι στον Ακροκορινθο λέγεται Πεντεσκούφι. Σύμφωνα με μια άποψη, ίσως την επικρατέστερη, πρόκειται για παρετυμολογική παραφθορά κάποιου φράγκικου τοπωνυμίου, ίσως Mont Escuvé ή Montesquieu. Εκεί είχαν φτιάξει κάστρο οι Φράγκοι όταν πολιορκούσαν τον Ακροκόρινθο. Πάντως σε διάφορους καστρολογικούς ιστότοπους βρίσκω να μην δέχονται την εξηγηση αυτή.

Πιο σίγουρα, ο ποταμός Βοϊδομάτης, μικρός αλλά πανέμορφος. Δεν έχει να κάνει με το μάτι του βοδιού, όσο κι αν έτσι φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Και οι δυο λέξεις είναι σλάβικες, βοντά το νερό και μάτα η πηγή, η νερομάνα. Την πρώτη από αυτές τις λέξεις τη βρίσκουμε και στη βότκα, που κατά λέξη σημαίνει, ας πούμε, «νεράκι», τη βρίσκουμε όμως και στα Βοδενά, την παλιά ονομασία της Έδεσσας, που επιβιώνει στα κεράσια Βοδενών, που κάποιος νόμιζε πως τα λένε «βοδινά» επειδή είναι πολύ μεγάλα.

Άλλες λέξεις σαν το ψαρονέφρι; Άλλα τοπωνύμια σαν το Καρπενήσι και τον Βοϊδομάτη;

“Αυτός ο κόσμος είναι σκληρός και πρέπει να είμαστε και μεις σκληροί για να τον αντιμετωπίσουμε”

 Charlie Chaplin – (1889 – 1977).

Όσο κι αν κανείς προσέχει

όσο κι αν το κυνηγά

πάντα, πάντα θα ‘ναι αργά

δεύτερη ζωή δεν έχει.

(από Το Παράπονο, του Οδ. Ελύτη)

Ο πλούτος ως κινητήρια δύναμη της Iστορίας

ΓΝΏΜΕΣ.

Από τον Δημήτρη Ευθυμάκη.

Ο πλούτος ως κινητήρια δύναμη της Iστορίας

Οποιος κατακρίνει τον νόμιμο πλούτο, παίζει –άθελα του- το ιδεολογικό παιχνίδι της Αριστεράς. Και παίζει αυτό το παιχνίδι διπλά, όταν κατακρίνει τον πλούτο που κουρνιάζει σε αριστερά χέρια.

Μα ακριβώς σε αυτά τα χέρια ο πλούτος αποδεικνύει ότι αποτελεί το μέγιστο κίνητρο για την κίνηση της ανθρωπότητας προς τα εμπρός

Αντιπαρερχόμενος τις εύκολες καταδίκες, σας ομολογώ ευθέως ότι δεν φοβάμαι τους Παπαδημούληδες που δηλώνουν τις καταθέσεις και τα διαμερίσματα τους στο πόθεν έσχες. Φοβάμαι αυτούς που παίρνουν μαύρα λεφτά από κομπίνες και τα κρύβουν σε θυρίδες ή στα νησιά Κέιμαν. Δεν φοβάμαι τον πολιτικό που βρήκε χρήμα από τον πατέρα του ή πήρε θέσεις με παχυλό μισθό, φοβάμαι τον πολιτικό που ενώ δεν έχει φανερές απολαβές, όταν βρίσκεται ανάμεσα σε φίλους ανάβει πούρο Αβάνας που κάνει 300 ευρώ το κομμάτι.

Δεν κατακρίνω αυτόν που είναι ικανός να διακρίνει μια ευκαιρία στην αγορά και αποφασίζει να μετατρέψει το νόμιμο ρευστό του σε ακίνητα, επειδή μ’ αυτή την επένδυση θα κερδίσει περισσότερο. Περιφρονώ αυτόν που ενώ η αγορά βοά γύρω του και έχει την οικονομική δυνατότητα να την εκμεταλλευτεί, αυτός αγρόν αγοράζει και ζεύγη βοών πέντε.

Πώς να σας το πω, δεν συνηθίζω να κατακρίνω τον έξυπνο για την εξυπνάδα του και τον ικανό για την ικανότητα του, ανεξαρτήτως της θέσης που επιλέγει για τον εαυτό του στον άξονα αριστερά-δεξιά. Θα μου πείτε «μα οκτώ σπίτια μέσα σε μια χρονιά»; Ναι, οκτώ. Τόσα βρήκε, τόσα τον συνέφεραν, τόσα αγόρασε. Γιατί δηλαδή είναι προκλητικά τα οκτώ σπίτια στο κέντρο της Αθήνας, αλλά θα ήταν λιγότερο προκλητικό το ποσό που έδωσε για την αγορά τους αν αυτό παρέμενε κατατεθειμένο στην τράπεζα; Είναι ο συμβολισμός της πράξης του, θα πείτε, διότι δεν αγόρασε ένα σπίτι για να στεγαστεί, αλλά οκτώ για να κερδοσκοπήσει είτε ως μεταπωλητής όταν ανέβουν οι τιμές τους, είτε ως Airbnb ξενοδόχος.

Κοιτάξτε αναγνώστες μου, το παιχνίδι του καπιταλισμού και της ελεύθερης αγοράς, είτε το παίζεις είτε δεν το παίζεις. Δεν υπάρχει μέση οδός, ολίγη επιδίωξη του κέρδους και ολίγη ταξική μονομέρεια. Αν ο Παπαδημούλης δεν έπαιζε αυτό το παιχνίδι, από τους παχυλούς μισθούς του θα κρατούσε ίσα-ίσα όσα του χρειάζονται για βιοπορισμό και τα υπόλοιπα θα τα δώριζε στο Χαμόγελο του Παιδιού. Θα επαινούσα ασφαλώς μια αγαθοεργία τέτοιου μεγέθους, αλλά δεν δικαιούμαι να τον κατηγορήσω επειδή δεν την κάνει, έτσι τα βλέπω εγώ. Και από την στιγμή που αποφασίζει να παίξει το παιχνίδι της ελεύθερης αγοράς, οι παίκτες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: στους αποτυχημένους και στους νικητές. Ο Παπαδημούλης ανήκει στους δεύτερους. «Μα γίνεται ένας εκατομμυριούχος να παριστάνει τον υπερασπιστή της φτωχολογιάς;», θα αντιτείνετε. Ελάτε τώρα, φυσικά και γίνεται.

Ο Κροπότκιν ήταν πρίγκιπας, ο Λένιν πήγε με λεφτά του Κάιζερ στην Ρωσία για να κηρύξει την Μπολσεβίκικη επανάσταση, ο Ενγκελς ήταν βιομήχανος υφαντουργίας και ο Μαρξ έγραψε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο με χρυσή πένα, είναι γνωστά πράγματα αυτά. Και όμως, αποτελούσαν πραγματικό φόβητρο για την αστική τάξη της εποχής τους. Γιατί να μην είναι στην ίδια κατηγορία και ο Δημήτρης; Αν υπήρχε η γραμμική σχέση φτωχός-αριστερός και πλούσιος-δεξιός, τότε ο Κυριάκος θα ηγούνταν ενός γκρουπούσκουλου στα άνω δεξιά έδρανα της Βουλής και η δημοτική σύμβουλος Αγίας Παρασκευής που κάνει συγκεντρώσεις του ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην πλατεία για να χτυπηθεί με τα ΜΑΤ θα ήταν σήμερα υπουργός Δημόσιας Τάξης. Ο φτωχός Μανιάτης δεν θα ‘ταν κατά παράδοση σκληρός δεξιός και ο εύπορος Κρητικός δεν θα ‘ταν κατά σύστημα αντιδεξιός αριστερός. Ευτυχώς ζούμε σε πιο πολύπλοκη κοινωνία. «Μα είναι υποκριτής» θα ξαναπείτε. «Κατακεραυνώνει τις αγορές, την κερδοσκοπία, τα σορταρίσματα, το πάθος των ιδιωτών για κέρδος, ενώ την ίδια ώρα τα χρησιμοποιεί ανενδοίαστα για να αβγατίσει την περιουσία του».

Μισό λεπτό, διότι εδώ μπερδεύουμε τις προθέσεις με τις πράξεις. Οταν λες ότι ένας δρόμος είναι κακοφτιαγμένος και θέλει επαναχάραξη, σημαίνει ότι αρνείσαι να τον διασχίσεις με το αμάξι σου μέχρι να φτιαχτεί ο καινούργιος; Και πώς θα πας στην δουλειά σου; Κι έπειτα, ποιος (αστικός ή προλεταριακός) νόμος απαγορεύει την υποκρισία; Εγώ λέω κάτι απλό. Οποιος κατακρίνει τον νόμιμο πλούτο, παίζει –άθελα του- το ιδεολογικό παιχνίδι της Αριστεράς. Και παίζει αυτό το παιχνίδι διπλά, όταν – για μικρές πολιτικές σκοπιμότητες της στιγμής- κατακρίνει τον πλούτο που κουρνιάζει σε αριστερά χέρια. Μα ακριβώς σε αυτά τα χέρια, ο πλούτος αποδεικνύει ότι αποτελεί το μέγιστο κίνητρο για την κίνηση της ανθρωπότητας προς τα εμπρός. Παρέα βέβαια με την ανθρώπινη ματαιοδοξία, που σπάνια είναι αποστασιοποιημένη από την διπλή επιδίωξη χρήματος και εξουσίας. Όλα τα άλλα είναι κοινωνικοπολιτικά παραμύθια για μικρά παιδιά και φιλολαϊκό κουτόχορτο για τα κακοπερασμένα φαντάρια των αριστερών στρατευμάτων.

Πηγή: Protagon.gr