Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν

Γράφει ο Κωστής Σπύρου

Ο γάλλος πρώην Πρόεδρος Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν, που κυβέρνησε τη Γαλλία από το 1974 ως το 1981, πέθανε χθες Τετάρτη το βράδυ σε ηλικία 94 ετών. Υπήρξε ένθερμος κυνηγός μέχρι τη 8η δεκαετία της ζωής του. Σταμάτησε να ανανεώνει τη άδεια θήρας του σε ηλικία 87 ετών (σεζόν 2013). Σύμφωνα με δημοσιεύματα στο γαλλικό τύπο, πήγαινε κυνήγι τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα στη Γαλλία. Κυνήγησε σε πολλές περιοχές του κόσμου, με ιδιαίτερη προτίμηση τα μεγάλα θηράματα της Αφρικανικής ηπείρου. Επίσης, υπάρχουν αναφορές ότι έλαβε μέρος σε κυνήγι βίσωνα στην πολωνία, αρκούδας στη ΕΣΣΔ αλλά και μουφλόν στο Θιβέτ.

[Φωτογραφία του 1967 με τον Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν και το σκύλο του κατά τη διάρκεια κυνηγετικής εξόρμησης στην περιοχή της Ωβέρνης.]

Σαν σήμερα

Τα Δεκεμβριανά (1944)

Με την ονομασία αυτή είναι γνωστή η ένοπλη σύγκρουση, που έλαβε χώρα στην Αθήνα, μεταξύ του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ από τη μία πλευρά και των κυβερνητικών και βρετανικών δυνάμεων από την άλλη. Ξεκίνησε στις 3 Δεκεμβρίου 1944 με την αιματηρή κατάληξη του συλλαλητηρίου της Πλατείας Συντάγματος και τελείωσε τυπικά με την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας στις 12 Φεβρουαρίου 1945. Ήταν το προανάκρουσμα του Εμφυλίου Πολέμου (1946 – 1949), αν και για ορισμένους ιστορικούς η εμφύλια διαμάχη είχε ξεκινήσει πριν από την Απελευθέρωση.

Η αντιπαράθεση αυτή προήλθε από το κενό εξουσίας, που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα μετά την αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων κατοχής τον Οκτώβριο του 1944. Το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, υπό την καταλυτική επιρροή του ΚΚΕ και με νωπές τις αντιστασιακές δάφνες της Κατοχής, είχε ένα καλά συγκροτημένο στρατιωτικό σώμα και διεκδικούσε μερίδιο στην εξουσία, αν όχι όλη την εξουσία. Απέναντί του οι αστικές δημοκρατικές δυνάμεις ήταν τελείως αδύναμες να του αντιπαρατεθούν, όντας σχεδόν 9 χρόνια εκτός εξουσίας (Δικτατορία Μεταξά, Κατοχή), ενώ μεγάλο μέρος του κρατικού μηχανισμού έφερε τη στάμπα του δοσίλογου. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, η συνδρομή των Βρετανών, που ασκούσαν μεγάλη επιρροή στα ελληνικά πράγματα και ως συμμαχική δύναμη, ήταν εκ των ων ουκ άνευ για την επιβίωση της αστικής δημοκρατίας. Να μην ξεχνάμε ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη και τον Ειρηνικό συνεχιζόταν με σφοδρότητα ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, με τη ζυγαριά να κλείνει αποφασιστικά υπέρ των Συμμάχων.

Στις 18 Οκτωβρίου 1944 έφθασε στην Αθήνα ο Γεώργιος Παπανδρέου και δύο μέρες αργότερα σχημάτισε την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, στην οποία συμμετείχαν και έξι ΕΑΜικοί Υπουργοί. Ένα από τα πρώτα ζητήματα που έπρεπε να επιλύσει η νέα κυβέρνηση ήταν η αποστράτευση των αντιστασιακών οργανώσεων και η δημιουργία εθνικού στρατού. Στις 5 Νοεμβρίου ο Γεώργιος Παπανδρέου ανακοίνωσε ότι ύστερα από τη συνεργασία που είχε με τον στρατηγό Σκόμπι (επικεφαλής των Βρετανικών Δυνάμεων στην Ελλάδα), ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ θα αποστρατεύονταν ως τις 10 Δεκεμβρίου 1944.

Όμως, η απόφαση αυτή δεν άρεσε στο ΚΚΕ, καθώς μία ενδεχόμενη αποστράτευση του ΕΛΑΣ θα του αφαιρούσε ένα ισχυρό χαρτί στην πρόθεσή του να επιβάλει στην Ελλάδα ένα κομμουνιστικό καθεστώς σοβιετικού τύπου. Οι διαπραγματεύσεις για την αποστράτευση των αντιστασιακών οργανώσεων ναυάγησαν στις 28 Νοεμβρίου και την 1η Δεκεμβρίου οι Υπουργοί του ΕΑΜ αποχώρησαν από την κυβέρνηση Παπανδρέου. Ήταν φανερό ότι οι δύο πλευρές οδηγούνταν σε σύγκρουση, την οποία επιδίωκε το ΚΚΕ από τις 20 Νοεμβρίου με απόφαση του Πολιτικού του Γραφείου, σύμφωνα με νεώτερα στοιχεία.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/

Ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα κατέσχηνται ἐν τῷ Λονδίνῳ

30 Νοεμβρίου 2020

Ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα πολῖται κατεσχέθησαν χθὲς ὑπὸ τῶν φυλάκων ἐν τῷ Λονδίνῳ. ἡ δὲ αἰτία; οἱ νόμοι οἷς οἱ ἄρχοντες ἐλπίζουσι τὴν τῆς νόσου διασπορὰν παύσειν, ἐν γὰρ τῷ Ἡνωμένῳ Βασιλείῳ ἤδη 57,000 πολῖται ἀπέθανον, ὁπόσοι ἐν οὐδεμίᾳ ἀλλῃ τῆς Εὐρώπης χώρᾳ, οὐδεὶς δὲ οἶδεν ὅ τι δεῖ ποιεῖν.

τῶν πολιτῶν ἤδη τέτταρας ἑβδομάδας ἐν καθείρξει μεινάντων, ἔδει τῇ ἐπιγιγνομένῃ Τετάρτῃ τούτους τοὺς νόμους ἀκυρῶσαι (ἐξέσται τοῖς καπήλοις αὖθις τὰ καπηλεῖα ἀνοιγνύναι, κτλ.) καὶ τῷ ὄντι τοῦτο οὕτως γενήσεται… ἀλλὰ οὐκ ἐν πᾶσι τοῖς τῆς χώρας μέρεσιν, τοὺς γὰρ πολίτας ἐκείνων τῶν δήμων ἐν οἷστισιν ἂν ἡ νόσος καρτερωτάτη γεγενημένη ᾖ δεήσει ἴσως δέκα πλείονας ἡμέρας ἔτι ἐν τῇ αὐτῇ καταστάσει καὶ νῦν μένειν· τά τε ἑστιατόρια καὶ τὰ καπηλεῖα κεκλεισμένα μενεῖ, κτλ.

τούτου τοῦ ἀπροσδοκήτου βουλεύματος εἰς τὰ τῶν πολιτῶν ὦτα ἀφικομένου ἐγένετο ὃ ἐλπιστέον ἦν· διαδηλώσεις πανταχοῦ πολιτῶν “τὴν ἐλευθερίαν ἡμῖν ἀπόδοτε“ καὶ τὰ ὅμοια βοώντων· ὅμως δὲ οἱ φύλακες ἐπειρῶντο μὲν τοὺς πολίτας πείθειν τῶν διαδηλώσεων μὴ μετέχειν ἵνα μὴ ἐγγὺς ἀλλήλων ἑσταῖεν (τοῦτο γὰρ τὴν τῆς νόσου παράδοσιν ῥᾳδίαν ποιεῖ), μάτην δέ, μυρίοι γὰρ συνηθροίσθησαν ἵνα ταύτῃ τῇ τοῦ τῆς καθείρξεως χρονου ἐκτάσει ἐνισταῖντο.

οἱ δὲ πλεῖστοι τῶν διαδηλωτῶν εἰρηνικῶς προσεφέροντο, ἀλλὰ ὡς εἰκός, τῆς διαδηλώσεως ἤδη τελευτώσης, ἐνίοις αὐτῶν ἔδοξε βέλτιον εἶναι τῇ βίᾳ μᾶλλον ἢ τῇ φωνῇ χρῆσθαι. τὸ δὲ ἀποβάν, ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα

Πηγή: akwn.net (the site of world news in Ancient Greek)

Δεν υπάρχουν πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, παρακατιανά, επαγγέλματα. Ότι η νέα βαθμίδα τεχνικής εκπαίδευσης που εξήγγειλε το υπουργείο Παιδείας είναι ευχής έργο σε μια χώρα αδιόριστων πτυχιούχων, αποφοίτων ανώτατων σχολών χωρίς επαγγελματική προοπτική. Θα λείψει από τους πολίτες τής αύριον η θεωρητική παιδεία; Ας ενταχθούν τα κλασσικά, τα εμβληματικά κείμενα στην ύλη κάθε σχολείου, κάθε κατεύθυνσης. Δεν χρειάζεται να είσαι -ή να προσδοκάς να γίνεις- φιλόλογος για να μελετάς τον “Επιτάφιο” του Θουκυδίδη και τον “Προμηθέα Δεσμώτη”. 

Το να σε αποκαλούν “μάστορα” λογιζόταν κάποτε η μεγαλύτερη φιλοφρόνηση. Είθε να ξαναγίνει.

Χ. Χωμενίδης συγγραφέας

Μην κοιτάς τα μαύρα χέρια, κοιτά τα άσπρα στα κεμέρια!

Τι σημαίνει το γνωμικό – τι εννοούσαν οι παλιοί μάστορες; Συμβουλευόμενος το λεξικό μαθαίνεις πως “κεμέρι” είναι το πουγκί. Και “άσπρα” είναι τα χρήματα. Απευθυνόταν ο ξυλουργός ή ο χτίστης σε όποιον τολμούσε να τον κοιτάξει αφ’υψηλού. “Αξίζει η μουτζούρα στα χέρια μου και με το παραπάνω” του έλεγε “όταν το πορτοφόλι μου φουσκώνει! Η αμοιβή από τη δουλειά μου με καταξιώνει υπαρξιακά, κάνει το βάδισμά μου περήφανο, τη φωνή μου να ακούγεται.” “Έχεις γρόσια; Έχεις γλώσσα!” διαπιστώνει μια -παρεμφερούς νοήματος- ηπειρώτικη παροιμία.

Χ. Χωμενίδης συγγραφέας

Εισαγωγή στον θαυμαστό κόσμο του κρασιού

Όποιος επιθυμεί να μάθει περισσότερα από το να πίνει απλώς χαλαρά με την παρέα του, πρέπει να έχει στο μυαλό του τέσσερις παράγοντες: συνεχείς δοκιμές, μπόλικο διάβασμα, ταξίδια σε οινοπέδια και γνωριμία με τους ανθρώπους που το παράγουν.

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΜΑΝΗΣ.

ΣΤΗΝ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑ γνωρίσαμε διαδικτυακά ένα σωρό ειδήμονες γεύσης. Στη φθινοπωρινή, η υστερία νέων γευστικών εμπειριών είναι πιο συγκρατημένη, όμως οι ειδήμονες εξακολουθούν να εμφανίζονται τακτικά στις οθόνες μας. Σε ό,τι αφορά το κρασί, χωρίζονται συνήθως σε δύο κατηγορίες: στους παραδοσιακούς «κουνησοποτηράκηδες» και στους νεωτεριστές του Ιnstagram. Οι πρώτοι αρέσκονται σε σοβαροφανή βίντεο, οι δεύτεροι σε αρτιστίκ εικόνες. Όμως το κρασί το γεύεσαι και τίποτα δεν είναι δυνατό να ξεπεράσει την εμπειρία.

Με απλά λόγια, όποιος επιθυμεί να μάθει περισσότερα από το να πίνει απλώς χαλαρά με την παρέα του, πρέπει να έχει στο μυαλό του ότι στο κρασί υπάρχουν τέσσερις παράγοντες που καθορίζουν τη γνώση: συνεχείς δοκιμές, μπόλικο διάβασμα (γιατί όχι σεμινάρια ή μια σχολή, ως απλή εισαγωγή), ταξίδια σε οινοπέδια, γνωριμία με τους ανθρώπους που το παράγουν. Κάθε παράγοντας έχει ξεχωριστή σημασία και ο συνδυασμός αυτών, με υπομονή και επιμονή, εξελίσσει τη γνώση. Επιπλέον, όπως συμβαίνει με κάθε παθιασμένη δραστηριότητα, όσο «ανεβαίνεις πίστα», το χέρι χρειάζεται να μπαίνει πιο βαθιά στην τσέπη.

Το κρασί είναι το οσφρητικό και γευστικό αποτύπωμα των σταφυλιών και κατά συνέπεια του αμπελώνα και της γης από την οποία προέρχεται. Απλά και κατανοητά, λοιπόν, το Α και το Ω της υπόθεσης είναι το αμπέλι. Αυτό μπορεί να βρίσκεται από τον 25ο έως τον 50ό παράλληλο του βόρειου ή του νότιου ημισφαιρίου της Γης, να το «γλείφει» η θάλασσα έως ή ξεπερνά τα 2.000 μέτρα υψόμετρο (για παράδειγμα, στη Χιλή και την Αργεντινή).

Για να ξεδιαλύνουμε κάποιες συνήθεις απορίες σχετικά με το ευλογημένο προϊόν που συντροφεύει εδώ και χιλιάδες χρόνια τους λαούς της Μεσογείου στις καλύτερες στιγμές της ζωής τους, συντάξαμε με την καλή οινολόγο Βένια Ρούφα ένα κείμενο-εισαγωγή στον θαυμαστό κόσμο του κρασιού. Διότι είναι γοητευτικό να μπορείς να ξεχωρίσεις τη διαφορετικότητα του αμπελώνα του αδελφών Τάτση, που αντανακλάται τέλεια στο ποτήρι, να καταλάβεις τα περί ηθικής του κρασιού από τον Ευρυβιάδη Σκλάβο ή τον Παναγιώτη Παπαγιαννόπουλο, να κατανοήσεις το «ανοιχτό μυαλό» του Γιάννη Βογιατζή, να νιώσεις τη σεμνότητα του Θανάση Παρπαρούση, να καμαρώσεις τη διορατικότητα του Βαγγέλη Γεροβασιλείου και να καυχηθείς που είσαι Έλληνας, απολαμβάνοντας ένα ποτήρι Σαντορίνη.

Η μαγεία της παραγωγής του κρασιού είναι ότι κρύβει ολόκληρη φιλοσοφία, με αποτέλεσμα να αντικατοπτρίζεται στο ποτήρι ακριβώς η κοσμοθεωρία του οινοπαραγωγού και σαφώς η παράδοση του τόπου.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Με τον όρο «κρασί» εννοούμε το φυσικό προϊόν που παράγεται από την αλκοολική ζύμωση σταφυλιών και μόνο σταφυλιών, που συνήθως φτάνει σε αλκοολικό τίτλο από 11 μέχρι 14 βαθμούς. Άρα, οποιαδήποτε κατηγορία αρωμάτων διακρίνουμε στο κρασί, από γήινα και ανθικά μέχρι φρουτώδη και βοτανικά, προέρχεται από το σταφύλι ή είναι υποπροϊόν της αλκοολικής ζύμωσης και σαφώς δεν προέρχεται από προσμείξεις ή τεχνητά αρώματα που μπορεί να προστέθηκαν σε αυτό. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ο ρητινίτης οίνος κατά παράδοση, ή αλλιώς ρετσίνα.

Επομένως, το κρασί είναι το οσφρητικό και γευστικό αποτύπωμα των σταφυλιών και κατά συνέπεια του αμπελώνα και της γης από την οποία προέρχεται. Απλά και κατανοητά, λοιπόν, το Α και το Ω της υπόθεσης είναι το αμπέλι. Η εκάστοτε ποικιλία που θα φυτευτεί και θα καλλιεργηθεί, γηγενής ή κοσμοπολίτικη, επιλέγεται από τον γεωπόνο και τον παραγωγό και καθορίζεται από εδαφολογικές παραμέτρους, σαφώς από την τοποθεσία και, το πιο σημαντικό, από την κουλτούρα, τη φιλοσοφία και τον προσανατολισμό του παραγωγού. Από κει και ύστερα, εξαρτάται από το ύφος-ήθος και τον εμπορικό του προσανατολισμό το εάν θα επιλέξει να φυτέψει Κυδωνίτσα ή Sauvignon Blanc, συνυπολογίζοντας το κόστος και το target group που θα απορροφήσει το συγκεκριμένο προϊόν.

Είναι άκρως ενθαρρυντικό το ότι όλο και περισσότεροι παραγωγοί ψάχνουν και επενδύουν στην ελληνική αμπελογραφία, αναζητώντας γηγενείς ποικιλίες που μπορεί να μην είναι τόσο εντυπωσιακές ή «εύκολες» για το ευρύ κοινό, αλλά σίγουρα είναι μονόδρομος αν θέλουμε να χτιστούν γέφυρες και να συνεχιστεί η ιστορία του ελληνικού κρασιού. Δείξε μου το αμπέλι σου, να σου πω ποιος είσαι! Πέρα από την επιλογή της ποικιλίας του σταφυλιού, υπάρχει και το τεράστιο τίμημα της επιλογής του τρόπου μεγαλώματός του, δηλαδή της καλλιέργειας. Παγκοσμίως, έχουμε δύο τρόπους: τον συμβατικό και τον βιολογικο-οργανικό. Ο συμβατικός ενδεχομένως είναι πιο εύκολος και πιο διαδεδομένος, καθότι έχει μεγαλύτερη απόδοση καρπού και είναι λιγότερο χρονοβόρος. Στον συμβατικό τρόπο καλλιέργειας γίνεται μεγαλύτερη εισροή φυτοφαρμάκων και σύνθετων χημικών λιπασμάτων απ’ ό,τι στον βιολογικό, όπου τα οποιαδήποτε σκευάσματα αφενός είναι φυτικής προέλευσης και αφετέρου χρησιμοποιούνται με φειδώ.

Το σημαντικό στο κρασί είναι ότι για να πάρει βιολογική πιστοποίηση δεν αρκεί να φροντιστεί βιολογικά μόνο το αμπέλι. Για να συμβεί αυτό υποχρεούται να υπακούσει σε νόμους που έχουν να κάνουν με χαμηλότερο όριο στη χρήση θειώδους και οινολογικές πρακτικές που έχουν περιορισμούς. Στον βιολογικό τρόπο αμπελουργίας υπάγεται και μια άλλη υποκατηγορία, που πιθανόν την ακούτε συχνά τελευταία: η βιοδυναμική καλλιέργεια! Εδώ τα πράγματα είναι ακόμα πιο πολύπλοκα και σύνθετα, καθότι πιστεύεται ότι οποιαδήποτε ασθένεια οφείλεται στα χημικά σκευάσματα που δηλητηριάζουν το οικοσύστημα.

Έτσι, το αμπέλι, τα γύρω φυτά και τα ζώα αντιμετωπίζονται ως σύνολο και για την ανάπτυξη και καλλιέργειά τους δεν χρησιμοποιούνται φυτικά σκευάσματα παρά μόνον κοπριά που χωνεύεται υπομονετικά σε κέρατο αγελάδας (ναι, καλά διαβάσατε, κοπριά που χωνεύεται σε κέρατο αγελάδας!), ενώ οι διάφορες διεργασίες στη γη και στον καρπό γίνονται με βάση τις φάσεις της σελήνης. Η αλήθεια είναι πως τέτοιες παγανιστικές μέθοδοι μπορεί να ακούγονται κάπως περίεργες και να δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητά τους, όμως, αφού έχουμε περπατήσει αμπέλια πολλών παραγωγών εντός και εκτός χώρας τα τελευταία είκοσι χρόνια, με βεβαιότητα πλέον μπορούμε να σας εξομολογηθούμε πως αν ήμασταν αμπέλι, θα θέλαμε να αφηνόμασταν στα χέρια των αδελφών Τάτση από τη Γουμένισσα. Φοβεροί αλχημιστές!

Ήσυχα ή ανήσυχα κρασιά; Τα κρασιά, ανάλογα με το Co2 που περιέχουν, χωρίζονται σε ήσυχα ή αφρώδη. Ως ήσυχα κρασιά χαρακτηρίζονται όλα εκείνα που έχασαν, μέσω εξάτμισης στη δεξαμενή ή στο βαρέλι, όποια ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα παρήχθη κατά την αλκοολική ζύμωση και εμφιαλώθηκαν χωρίς αφρισμό. Αντίθετα, στα (ανήσυχα) αφρώδη κρασιά το πολύτιμο διοξείδιο του άνθρακα συγκρατείται και σφραγίζεται σαν πολύτιμο φυλαχτό μέσα στη φιάλη. Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να δημιουργηθεί κρασί βάσης γύρω στους 11% vol και να ακολουθήσει δεύτερη αλκοολική ζύμωση. Εκεί θα παραχθεί το πολύτιμο διοξείδιο του άνθρακα, που με προσοχή θα εγκλωβιστεί μαζί με το κρασί στη φιάλη. Για την παραγωγή φυσαλίδων, λοιπόν, υπάρχουν δύο τρόποι, με εντελώς διαφορετικό αποτέλεσμα και κόστος. Ο πρώτος είναι η δεύτερη αλκοολική ζύμωση να πραγματοποιηθεί μέσα σε μια κλειστή δεξαμενή (μέθοδος charmat) και να παραχθεί ένας τραγανός δροσιστικός οίνος με ζωηρές φυσαλίδες. Ο δεύτερος είναι η αλκοολική ζύμωση να περατωθεί μέσα στη φιάλη (παραδοσιακή μέθοδος Καμπανίας) με αυξημένο το κόστος, δίνοντας όμως φινετσάτα κρασιά με λεπτές, κομψές φυσαλίδες και πλούσια αρώματα ζύμης ως αποτέλεσμα της μακρόχρονης παραμονής τους στις οινολάσπες. Ο κόπος και ο χρόνος κοστίζουν!

Πέρα από την επιλογή της ποικιλίας του σταφυλιού, υπάρχει και το τεράστιο τίμημα της επιλογής του τρόπου μεγαλώματός του, δηλαδή της καλλιέργειας. Λευκά, ροζέ, ερυθρά ή πορτοκαλί;

Η παραγωγή λευκού κρασιού μπορεί να γίνει από τα σταφύλια οποιασδήποτε λευκής ποικιλίας, ακόμα και από κόκκινα, υπό την προϋπόθεση ότι ο μούστος εκροής θα παραμείνει μακριά από τα στέμφυλα και δεν θα έρθει καθόλου σε επαφή με αυτά για να μη χρωματιστεί. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε τα πολύ ενδιαφέροντα blanc de noir, που είναι μια κατηγορία λευκών κρασιών με λιγότερο δελεαστικά αρώματα από αυτά που παράγονται αμιγώς από λευκά σταφύλια, αλλά με περισσότερο σώμα ‒όγκο‒ και ενίοτε τανίνες.

Στα ροζέ κρασιά η εκχύλιση των στεμφύλων στον μούστο εκροής κρατάει λίγες ώρες, ανάλογα με το πόσο βαφική είναι η ποικιλία και την ένταση του χρώματος που επιθυμεί ο παραγωγός στο τελικό αποτέλεσμα.

Στα ερυθρά, η παραμονή των στεμφύλων μπορεί να κρατήσει από αρκετές ώρες μέχρι ημέρες, ανάλογα με το αν επιθυμούμε ένα φρέσκο κόκκινο κρασί ή προσδοκούμε ένα οινικό «μενίρ» παλαίωσης με γεμάτο σώμα και πλούσιες τανίνες.

Η κατηγορία των πορτοκαλί κρασιών δεν είναι καθόλου νέα μόδα, αντιθέτως μετρά αιώνες παράδοσης και ιστορίας στην πατρίδα τους τη Γεωργία. Ο όρος «orange» ή «amber wine» διεθνώς αποδόθηκε μόλις το 2004 από τον Βρετανό εισαγωγέα κρασιών David Harvey και αφορά όλα τα λευκά κρασιά στα οποία έχει εφαρμοστεί ερυθρή οινοποίηση.

Συγκεκριμένα, ο μούστος από λευκά σταφύλια κάνει μακρές εκχυλίσεις με τα στέμφυλά του, συνήθως σε αμφορείς, και αυτό διαρκεί από λίγες ημέρες έως μερικούς μήνες, με αποτέλεσμα τα κρασιά να πάρουν το χαρακτηριστικό κεχριμπαρί χρώμα, απ’ όπου προήλθε και το όνομά τους. Έχουν πλούσια αρώματα από φλούδες εσπεριδοειδών, νότες ξηρών καρπών, έντονη οξύτητα και συνήθως στιλπνές τανίνες. Η γοητεία τους έγκειται κυρίως στο ότι ξεφεύγουν από τα συνηθισμένα, ξεδιπλώνοντας νέους οινικούς ορίζοντες στο ποτήρι μας. Να θυμάστε πάντα ότι χρειάζονται καλό αερισμό πριν καταναλωθούν και πίνονται ελαφρώς δροσερά, ποτέ σαν λευκά ή ροζέ. Να, λοιπόν, μία από τις «δύσκολες πίστες» που αναφέραμε στην εισαγωγή!

Ξηρά και γλυκά κρασιά Πέρα από τον μαγευτικό κόσμο του κρασιού, έχουμε και τον πολύτιμο κόσμο των ζυμομυκήτων. Σε αυτόν υπάρχει ένας γενικός κανόνας: κατά μέσο όρο, τα περισσότερα στελέχη ζυμών, καταναλώνοντας 17 γραμμάρια σακχάρων, δίνουν έναν αλκοολικό βαθμό. Έτσι, αν τρυγήσουμε, για παράδειγμα, ένα αμπέλι με συγκέντρωση σακχάρων 204, θα φτιάξουμε ένα κρασί 12 %vol. Με βάση αυτή την πληροφορία και σαφώς με οργανοληπτική δοκιμή του σταφυλιού, ο εκάστοτε παραγωγός επιλέγει, μαζί με τον οινολόγο, την ημερομηνία τρυγητού. Για την παραγωγή ποιοτικού γλυκού κρασιού αρκεί να ανέβει η περιεκτικότητα του σταφυλιού σε σάκχαρα σε υψηλό επίπεδο και να αφυδατωθεί, έτσι ώστε, όταν ολοκληρωθεί η αλκοολική ζύμωση, να έχουν μείνει αρκετά σάκχαρα. Αυτό μπορεί να συμβεί με τρεις τρόπους: με τη συλλογή των σταφυλιών από το αμπέλι όταν είναι υπερώριμα, με το λιάσιμο των σταφυλιών, για να επιτευχθεί συμπύκνωση, ή, τέλος, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, με την πολυπόθητη, ευγενή σήψη. Σε αυτή την περίπτωση, ένας χιλιοευλογημένος μύκητας προσβάλλει τα σταφύλια και δεν τα αφυδατώνει απλώς αλλά τα μετατρέπει και χημικώς, δίνοντάς τους εξαιρετική γεύση, ένταση και πολυπλοκότητα.

Όπως έλεγε και ο Λουδοβίκος ΙΔ γι’ αυτή την κατηγορία κρασιών, και πιο συγκεκριμένα για τα ουγγρικά Tokaji: «Δεν ξέρω αν είναι ο βασιλιάς των κρασιών ή το κρασί των βασιλιάδων!”. 5 εξαιρετικά κρασιά από αιγαιοπελαγίτικα νησιά.Συμβατικά ή φυσικά κρασιά; Η μαγεία της παραγωγής του κρασιού είναι ότι κρύβει ολόκληρη φιλοσοφία, με αποτέλεσμα να αντικατοπτρίζεται στο ποτήρι ακριβώς η κοσμοθεωρία του οινοπαραγωγού και σαφώς η παράδοση του τόπου. Μιλάμε για το μοναδικό βρώσιμο προϊόν που μπορεί να αποκτήσει τόση αξία όση και ένας πίνακας ζωγραφικής. Άρα, αν το αποδεχτούμε ως τέχνη, πρόκειται για το μοναδικό βρώσιμο προϊόν που στόχος του δεν είναι απλώς να γεμίσει το στομάχι αλλά να ευχαριστήσει και να «ταΐσει» το κεφάλι μας.

Ο τρόπος οινοποίησης που μπορεί να ακολουθηθεί έχει να κάνει καθαρά με τα πιστεύω και την οπτική του οινοπαραγωγού, όπως και οι απαιτούμενες ή μη παρεμβάσεις που γίνονται σε ένα κρασί. Η έννοια των φυσικών κρασιών (natural wines) είναι συγκεχυμένη, μια και δεν υπάρχει σαφής νομοθεσία και διαχωρισμός γύρω από τον όρο «φυσικό». Σαφώς μιλάμε για κρασιά που έχουν οινοποιηθεί με λιγότερες παρεμβάσεις, χαμηλότερες θειώσεις και ελάχιστα έως καθόλου φιλτραρίσματα. Αυτό όμως ακούγεται σχεδόν γελοίο, όταν δεν αποτελεί προϋπόθεση η υγεία του σταφυλιού και έχουν χρησιμοποιηθεί φυτοφάρμακα, παρασιτοκτόνα και λογιών λογιών σκευάσματα, κατά τα άλλα, όμως, ακολουθείται φυσική οινοποίηση και ήπιες παρεμβάσεις. Επιπλέον, δημιουργείται σύγχυση και αποπροσανατολισμός από μια γενιά εκκολαπτόμενων οινόφιλων και αυτόκλητων οινοχόων, που χωρίς να έχουν πατήσει ποτέ σε αμπέλι ή επισκεφθεί οινοποιείο, εκθειάζουν χίπστερ ετικέτες πριν καν τις δοκιμάσουν. Αναφέρονται με στόμφο σε κάτι σπάνιες γαλλικές ποικιλίες αμπέλου που τις αφάνισε η φυλλοξήρα, χωρίς καλά καλά να είναι σε θέση να ξεχωρίσουν το Ξινόμαυρο από το Αγιωργίτικο. Ως γνωστόν, «ο αμαθής είναι σαν το ντέφι. Κάνει θόρυβο για να καλύψει τις αδυναμίες του». Πιστεύουμε ειλικρινά πως όλοι μας έχουμε πιει καταπληκτικά δείγματα και από τις δύο κατηγορίες κρασιών και κανένας που θεωρεί τον εαυτό του λάτρη-εξερευνητή ή γνώστη κρασιών δεν πρέπει να δαιμονοποιεί, να ξορκίζει και να χλευάζει. Άλλωστε, νωρίτερα μιλήσαμε για οινικούς ορίζοντες, όχι για δογματισμούς.

Σε επόμενο κείμενο θα έχουμε την ευκαιρία να εμβαθύνουμε στο θέμα των παρεμβάσεων. Αν κάτι πρέπει να κρατήσουμε στον νου μας είναι ότι το κρασί ήταν, και παραμένει, το πιο αγνό διατροφικό προϊόν (αναφερόμαστε πάντα στο εμφιαλωμένο) που έχει θέση στο τραπέζι μας. Προετοιμαζόμαστε όλοι ψυχολογικά για τις πιο περίεργες γιορτές της ζωής μας. Πάμε στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα. Με όποιους περιορισμούς επιβάλλει η πανδημία, θα φάμε, θα πιούμε, θα γιορτάσουμε, έστω και συγκρατημένα. Φέτος υπάρχει ένας λόγος παραπάνω να καταναλώσουμε αποκλειστικά επώνυμο ελληνικό κρασί. Είναι θέμα συνείδησης, όχι άποψης.

Πηγή: www.lifo.gr

Ά. Τσέχωφ

Tις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.

– Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα ‘χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου… Λοιπόν…  Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια το μήνα…

– Για σαράντα.

– Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες…  Λοιπόν, έχεις δύο μήνες εδώ…

– Δύο μήνες και πέντε μέρες… – Δύο μήνες ακριβώς… Το ‘χω σημειώσει… Λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές… δε δουλεύετε τις Κυριακές. Πηγαίνετε περίπατο μετα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές… Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.

– Τρεις γιορτές… μας κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα… Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα… Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες… Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό… Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά. Αφαιρούμε, μας μένουν… Χμ! σαράντα ένα ρούβλια… Σωστά; Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακκόκινο και νότισε. Άρχισε να τρέμει το σαγόνι της. Την έπιασε ένας νευρικός βήχας, έβαλε το μαντίλι στη μύτη της, μα δεν έβγαλε άχνα.

– Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι του τσαγιού με το πιατάκι του… Βγάζουμε δύο ρούβλια… Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει… Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του… Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια… Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει να ‘χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι’ αυτό σε πληρώνουμε… Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια…

– Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα. μουρμούρισε η Ιουλία.

– Το ‘χω σημειώσει!

– Καλά…

– Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα. Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!

– Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε… Αυτά είναι όλα όλα που δανείστηκα.

– Μπα; Και γω δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου! Τρία… τρία, τρία… ένα και ένα… Πάρ’ τα… Και της έδωσα έντεκα ρούβλια. Τα πήρε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.

– Ευχαριστώ, ψιθύρισε. Πετάχτηκα ορθός και άρχισα να βηματίζω πέρα δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.

– Και γιατί με ευχαριστείς;

– Για τα χρήματα.

– Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Και μου λες κι ευχαριστώ;

– Οι άλλοι δε μου ‘διναν τίποτα!…

– Δε σου ‘διναν τίποτα. Φυσικά! Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει σκληρό μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια! Τα είχα έτοιμα στο φάκελο! Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ’ αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη;

Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε.

Ά. Τσέχωφ (1860-1904), Διηγήματα, Ένας αριθμός, μτφρ. Κ. Σιμόπουλος, Θεμέλιο