Oι ελιές, του Δημήτρη Κολλάτου

Oι ελιές

Της έκανε νόημα να χύσει και άλλο κρασί. Ήτανε εδώ και δυο ώρες κλεισμένοι στο μεγά­λο δωμάτιο και τρώγανε και πίνανε.

Η Μαρουλιώ πλησίαζε τα 27, γεροντοκόρη πια. Τραβήχτηκε σε μια γωνιά και τους κοίταγε. Ο Γιώργης ήταν για καλά μεθυσμένος. Η Μαρουλιώ τον έ­βλεπε για πρώτη φορά.

—    Κι άλλο κρασί, έκανε ο Νικολής, γρήγορα.

Η Μαρουλιώ πήγε να γεμίσει την κανάτα. Είχε έ­να περίεργο προαίσθημα. Κάτι ετοίμαζαν τ’ αδέρφια της.

—    Απ’ το παλιό, φώναξε ο Δημητρός, κόκκινο.

Τα φοβόταν τ’ αδέρφια της. Ήξερε πως ο Νικολής, τρία χρόνια τώρα αρραβωνιασμένος, θα είχε πα­ντρευτεί αν δεν ήταν εμπόδιο αυτή. Η ανύπαντρη α­δερφή. Έκλεισε βιαστικά την κάνουλα.

—    Κρασί.

Αυτή τη φορά ήταν η φωνή του Γιώργη. Ακουσε τ’ αδέρφια της να λένε ότι είχε μεγάλα κτήματα και πολλά ζωντανά. Αυτή τη φόβιζε. Το τεράστιο σώμα του, περνούσε ένα κεφάλι τ’ αδέρφια της, οι άγριοι τρόποι του. Έτρωγε κι έφτυνε. Μια δυο φορές την εί­χε κοιτάξει, κάτι ανάμεσα στον πόθο του ζώου και στην περιέργεια. Ήταν άσχημη. Το ήξερε η Μαρου­λιώ. Στο χωριό δε σταμάταγαν να της το λένε. Κατάρα στ’ αδέρφια που έχουν άσχημη αδερφή. Λέγανε στη Δ…

Όταν έχυνε κρασί στον Γιώργη, είδε τον Νικολή να την κοιτάει μ’ επιμονή. Τα έχασε. Το χέρι της άρ­χισε να τρέμει. Τραβήχτηκε γρήγορα.

— Πες στο χαζό να ’ρθει, να μας τραγουδήσει, της είπε.

Ο χαζός είχε κοιμηθεί στην κουζίνα. Του έχυσε λί­γο νερό στο πρόσωπο. Τ’ αδέρφια της λέγανε πως ή­ταν ερωτευμένος μαζί της.

— Χαζός είναι, γιατί όχι, αστειευόταν ο Δημητρός.

Πετάχτηκε τρομαγμένος. Της χαμογέλασε φοβι­σμένα.

— Σε ζητάνε.

Από τότε που της είχαν πει ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της, δεν μπορούσε να τον κοιτάξει στα μάτια.

Όση ώρα τραγουδούσε, τ’ αδέρφια της συνέχιζαν να πίνουν με τον Γιώργη. Σε μια στιγμή ο Νικολής χώ­θηκε κάτω απ’ το τραπέζι, οι άλλοι δυο τραβήχτη­καν γελώντας. Ο χαζός σταμάτησε να τραγουδάει.

— Παίξε συ, τον αγρίεψε ο Δημητρός.

Ο αδερφός της, παρόλο που ήταν μικροκαμωμένος, φημίζονταν για τη δύναμή του. Σήκωσε το τρα­πέζι ψηλά. Το πρόσωπό του είχε γίνει κατακόκκινο. Ήταν ένα βαρύ παλιό τραπέζι. Ο παππούς της το εί­χε φτιάξει με τα χέρια του. Έδωσε μια. Το τραπέζι έσκασε στον τοίχο. Το πάτωμα γέμισε σπασμένα ποτήρια και κρασί. Ο Γιώργης πήρε μια καρέκλα και δοκίμασε να τη σπάσει με τα χέρια. Ο χαζός είχε ξα- νασταματήσει να παίζει. Ο Νικολής του έδωσε ένα χαστούκι που τον έριξε χάμω.

— Παίζε.

Από το στόμα του και από τη μύτη του έτρεχε αίμα.

Ξανάρχισε το παίξιμο.

— Όχι κλαψουρίσματα, φώναξε θυμωμένα ο Δη­μητρός.

Ο Γιώργης δεν μπόρεσε να σπάσει την καρέκλα. Ο Νικολής τον πλησίασε, την πήρε από τα χέρια του και άρχισε να σπάει τα ξύλα στη μέση, σαν να ήταν καλάμια. Η Μαρουλιώ κοίταξε τον Γιώργη. Τα μά­τια του είχαν γεμίσει κακία. Ο Δημητρός χάιδεψε το μεγάλο γυρτό μαχαίρι που είχε πάντα στο ζωνάρι του. Ξάφνου ο Γιώργης έβαλε τα γέλια κι αγκάλια­σε τον Νικολή.

— Κρασί και ποτήρια, φώναξε ο αδερφός της.

— Πιο δυνατά, χαζέ.

Βγήκε γρήγορα απ’ το δωμάτιο.

Πριν ένα χρόνο είχε βρεθεί και γι’ αυτήν ένας γα­μπρός. Όμως τ’ αδέρφια της δε θέλανε να της δώ­σουν τίποτα. Μόνο το χωράφι στο βουνό. Χωράφι α­πό χρόνια άσπαρτο, άχρηστο.

— Οι ελιές θα μείνουν στην οικογένεια, είπαν.

— Τότε ας μείνει και η αδερφή σας, τους απά­ντησε ο υποψήφιος γαμπρός.

Κλάφτηκε στον παπά. Κάτι έκανε να τους πει. Α­γριέψανε.

— Παπά, στην εκκλησία και στην παπαδιά σου. Οι ελιές από την οικογένεια δε φεύγουν.

— Αυτοί, παιδί μου, της έλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά της, και στο χαζό σε δίνουνε αρκεί να κρατή­σουν τις ελιές.

Τους έβαλε κρασί. Είχε αρχίσει να ζαλίζεται. Στο δωμάτιο μύριζε άσχημα. Κρασί, τσιγάρο, ιδρωτίλα. Η φωνή του χαζού ακούγονταν παράφωνη. Ο Γιώρ- γης κάθισε χάμω. Ο Δημητρός τον πλησίασε, του χτύπησε την πλάτη.

— Ε, ώρα για ύπνο, έκανε.

— Ένα ποτήρι ακόμα, είπε ο Νικολής.

Έβαλε ξανά σ’ όλους κρασί.

— Κι εσύ να χαθείς από τα μάτια μας. Να πας στο στάβλο να προσέχεις τα ζωντανά.

Ο Δημητρός βοήθησε τον Γιώργη να σηκωθεί. Ο χαζός έριξε το όργανο στον ώμο και πήρε μια λάμπα για να του φέξει.

Έμεινε μόνη με τ’ αδέρφια της. Το δωμάτιο ήταν τώρα μισοχωμένο στο σκοτάδι. Απόθεσε χάμω τη στάμνα. Κανείς δε μιλούσε. Άκουσε το χαζό που ά­νοιγε την πόρτα του δωματίου που είχανε δώσει στον Γιώργη. Μετά τον άκουσε να βγαίνει από το σπίτι και να κλείνει την πόρτα πίσω του. Τ’ αδέρφια της μένανε ακίνητα.

— Νιώθω άσχημα, λέω να πάω να γείρω.

Έκανε να φύγει.

— Μείνει εκεί που είσαι, άκουσε τον Νικολή.

Ο Δημητρός την πλησίασε αργά.

— Ο Γιώργης, άρχισε, ο Γιώργης είναι από τους πιο καλούς νοικοκύρηδες του χωριού. Εκατό στρέμ­ματα, διακόσια κεφάλια ζωντανά, κι όσο για άντρας, είδε τον Νικολή να χαμογελάει, όσο για άντρας, θεριό. Τύχη βουνό, Μαρουλιώ.

Στηρίχτηκε στον τοίχο.

— Κοπέλες σαν τα κρύα νερά τον ονειρεύονται για άντρα τους, συνέχισε ο Δημητρός.

Κατέβασε τα μάτια της. Είδε τον Γιώργη να τρώει και να φτύνει.

— Είναι για καλά μεθυσμένος, είπε ο Νικολής.

— Ή τώρα ή ποτέ. Καταλαβαίνεις;

Τον κοίταξε. Έκανε νόημα όχι.

— Θα πας στην κάμαρά του. Χαμήλωσε τη φω­νή του. Θα γδυθείς και θα πέσεις κοντά του. ‘Οπως είναι μεθυσμένος, θα σε καταστρέψει. Αύριο… αύριο θα έχει να διαλέξει: ή να πεθάνει ή να σε παντρευ­τεί. Και να μη με λένε Νικολή, δυνάμωσε τη φωνή του, θα διαλέξει το δεύτερο.

Έκανε να πει κάτι.

Σκασμός. Πήγαινε. Αύριο θα βγεις από την κάμαρά του γυναίκα. Ο Δημητρός θα περιμένει έξω απ’ την πόρτα. Όταν γίνεις δίκιά του, βγες και πες του το.

Την κοίταγαν κι οι δυο. Της φάνηκε ότι χαμογε­λούσαν. «Όσο για άντρας, θεριό». Ένιωθε να πνίγε­ται. Βγήκε απ’ το δωμάτιο. Προχώρησε αργά, ένιω­θε τον Δημητρό πίσω της. Σταμάτησε, τα πόδια της λες και είχαν καρφωθεί στη γη. «Όπως είναι μεθυ­σμένος, θα σε καταστρέψει…»

— Περπάτα, της σφύριξε ο Δημητρός.

Έπρεπε να είναι μεθυσμένος κανείς για να κοιμη­θεί μαζί της. Το αίμα είχε ανέβει στο κεφάλι της. Πό­σες φορές, βλέποντας τα ζωντανά να κάνουν έρωτα, δεν ένιωσε την επιθυμία να το σκάσει από το σπίτι και να δοθεί στον πρώτο άντρα που θα έβρισκε στο δρόμο. Κι ας μην την παντρευόταν ποτέ. Είχε φτάσει στο σημείο να ονειρεύεται το χαζό. Σταμάτησε στην πόρτα. «Έτσι γλυτώνουν και τις ελιές», σκέφτηκε. Δίστασε…

— Άνοιξε, άκουσε τη φωνή του Δημητρού.

‘Εσπρωξε μαλακά την πόρτα. Χωρίς να κοιτάξει, μπήκε στο δωμάτιο.

Στο πάτωμα, πεταμένα, ήταν το σακάκι του, το πουκάμισό του, η φανέλα και η μια του μπότα. Σή­κωσε τα μάτια της αργά. Το δωμάτιο φωτίζονταν α­πό τη λάμπα και από το καντήλι μπροστά στο εικο­νοστάσι. Ήταν το νυφικό δωμάτιο της μάνας της. Το εικονοστάσι ήταν δώρο της γιαγιάς της, της Έλενας.

Ένα μεγάλο κρεβάτι έπιανε τον περισσότερο χώρο. Καθισμένος στο κρεβάτι ο Γιώργης, την κοίταζε. Έξυσε το στήθος του. Έμεινε ακίνητη.

– Βοήθησέ με να βγάλω την μπότα, είπε.

Η φωνή του της φάνηκε λιγότερο άγρια. Τον πλη­σίασε. Πήρε την μπότα με τα χέρια της και έκανε να την τραβήξει. Ο Γιώργης μύριζε άσχημα. Σαν το γάιδαρο τους. Τον Μερακλή.

Πώς της ήρθε να σκεφτεί τον Μερακλή;

— Όχι, πέρασε το πόδι μου ανάμεσα στα πόδια σου. Και γύρισε την πλάτη.

Έκανε ό,τι της είπε.

— Έτσι μπράβο. Σφίξε τα πόδια σου.

Έσφιξε ανάμεσα στα πόδια την μπότα. Της έδω­σε στα πισινά μια δυνατή κλοτσιά. Πετάχτηκε μέ­χρι την πόρτα. Στα χέρια της κρατούσε την μπότα. Ο Γ ιώργης έβαλε τα γέλια. Ακούμπησε την μπότα κοντά στην άλλη. Έμεινε ακίνητη να τον κοιτάει. Έ­βγαλε το παντελόνι του. Φορούσε ένα μακρύ σώβρα­κο. Όπως ο συχωρεμένος ο πατέρας της. Ξάπλωσε με τις κάλτσες στο κρεβάτι. Τα πόδια του ήταν χο­ντρά. Την κοίταξε, μισόκλεισε τα μάτια, είχε σταμα­τήσει να γελάει. Σκέφτηκε να μαζέψει, να συγυρί­σει τα ρούχα του που τα είχε πετάξει χάμω. Έμεινε ακίνητη να τον κοιτάει. Στο κρεβάτι είχαν στρώσει καινούργια σεντόνια. Η γριά Λενιώ ίσως.

— Γδύσου, της έκανε και -πιο σιγά- ολότελα. Όπως σ’ έκανε η μάνα σου.

Έβγαλε τη μαντήλα που είχε στο κεφάλι της.

Ξαφνικά τον είδε να γέρνει δεξιά.

Ξέρναγε.

Ούτε που τόλμησε να κουνηθεί. Το δωμάτιο μύρι­ζε τώρα κρέας και κρασί. Έξω από την πόρτα άκου­σε βήματα, θα ήταν ο Δημητρός που περίμενε.

— Θέλεις λίγο νερό;

Έκανε να τον πλησιάσει.

— Όχι. Μισοκάθισε στο κρεβάτι, σκούπισε με την ανάστροφη το στόμα του. Όχι. Ξέρασα και ησύ­χασα. Γδύσου ολότελα. Όπως σ’ έκανε η μάνα σου.

Γέλασε. Άρχισε να τρώει τα νύχια του. Ένιωθε περίεργα. Ο άντρας τής θύμιζε σίγουρα τον Μερακλή, το γάιδαρο τους, κι όμως έμενε κοντά του. Σε λίγο θα έπεφτε μαζί του στο κρεβάτι. Τα χέρια του, με­γάλα, με χοντρά δάχτυλα, θα τη χαΐδευαν παντού. Θα ένιωθε τη βρόμικη ανάσα του στο πρόσωπό της. Αυτή, που δεν μπορούσε να υποφέρει το κρασί. Κι ό­μως θα τη φιλούσε.

«Θα βγεις γυναίκα απ’ την κάμαρά του».

Είδε το μάτι του να θολώνει. Ανατρίχιασε. Όπως όταν έβλεπε τα ζώα να κάνουν έρωτα.

Έβγαλε τα παπούτσια της. Αρχισε να ξεκουμπώ­νει την μπλούζα.

Αυτός χαμογελούσε. Είχε σταματήσει να τρώει τα νύχια του.

Κατέβασε τη φούστα της. Χωρίς να διστάσει, έ­βγαλε την κομπινεζόν. Γύρισε την πλάτη στον άντρα.

Ζεσταινόταν. Κατέβασε τις χοντρές μάλλινες κάλτσες. Τα πόδια της ήταν γεμάτα τρίχες και είχε την επι­δερμίδα πολύ σκούρα. Κι όμως δεν τα βρήκε άσχη­μα. Έβγαλε το σουτιέν, τα στήθια της, μεγάλα και χοντρά, είχαν αρχίσει να κρέμονται. Έμεινε για λίγο ακίνητη. Και μετά κατέβασε την κιλότα της. Φο­ρούσε μεγάλες, μακριές κιλότες. Η κιλότα έπεσε στα πόδια της. Απ’ έξω από την πόρτα δεν ακουγόταν τίποτα. Ο αδερφός της θα είχε σίγουρα κοιμηθεί.

Ήταν κατάγδυτη, κι όμως δεν ένιωθε ντροπή. Αργά αργά γύρισε.

Ξαπλωμένος στο κρεβάτι, με το κεφάλι γυρισμέ­νο προς τη μεριά της, κοιμόταν ο Γιώργης. Είχε το στόμα ανοιχτό, το ένα του χέρι κρεμόταν από το κρε­βάτι.

Τον κοίταξε χαμένη.

Κάτι είπε στον ύπνο του. Στριφογύρισε στο κρε­βάτι. Έβαλε το χέρι του κάτω από το κεφάλι. Γύρι­σε προς τον τοίχο και συνέχισε να κοιμάται. Από τη μύτη του έβγαινε κάτι σαν σφύριγμα.

Η Μαρουλιώ όρθια, ένα βήμα από το κρεβάτι που κοιμόταν ο άντρας, ολότελα γδυτή, όπως την έκανε η μάνα της, έκλαιγε.

Τα δάκρυα κατέβαιναν από τα μάτια της στα μά­γουλα και από κει κυλούσαν στα στήθια της.

Στο Γιουτούμπ υπάρχει και η ταινία:

Οι Τρεις Παίδες εν Καμίνω

Άγιοι της Χριστιανικής Εκκλησίας, προερχόμενοι από την Παλαιά Διαθήκη. Η μνήμη τους εορτάζεται στις 17 Δεκεμβρίου.

Οι Τρεις Παίδες εν Καμίνω ήταν τρία εβραιόπουλα, ο Ανανίας, ο Αζαρίας και ο Μισαήλ, που κατάγονταν από βασιλικό γένος και ζούσαν στα Ιεροσόλυμα. Όταν η πόλη τους κυριεύτηκε από τον βασιλιά των Βαβυλωνίων, Ναβουχοδονόσορα Β’ τον Μέγα (634-562 π.Χ), τα τρία παιδιά σύρθηκαν αιχμάλωτα στη Βαβυλώνα μαζί με τον φίλο τους Δανιήλ, τον μετέπειτα προφήτη. Εκεί ξεχώρισαν για τη φρόνηση και την αρετή τους και ο βασιλιάς τους διόρισε επιστάτες στην Αυλή του.

Όμως, όταν αρνήθηκαν να προσκυνήσουν τη χρυσή εικόνα του, ο Ναβουχοδονόσωρ εξοργίστηκε και διέταξε να τους ρίξουν σ’ ένα ιδιαίτερα πυρακτωμένο καμίνι. Τότε εμφανίστηκε άγγελος Κυρίου και τους προστάτευσε, απλώνοντας πάνω τους τις φτερούγες του και μεταβάλλοντας τη φωτιά σε δροσιά.

Έκπληκτος ο Ναβουδονόσωρ από το θαύμα που συντελέστηκε ενώπιόν του, ομολόγησε ότι ο Θεός των Ιουδαίων είναι μεγάλος και τους χάρισε τη ζωή. Έκτοτε, οι «τρεις παίδες» έζησαν εν ειρήνη.

Οι Τρεις Παίδες εν Καμίνω είναι προστάτες Άγιοι της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Ελλάδας και Κύπρου και η μνήμη τους τιμάται με σειρά εκδηλώσεων.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/

Έχετε διατυπώσει τη θεωρία ότι οι σκέψεις επιδρούν στα κύτταρά μας. Με ποιον μηχανισμό συμβαίνει αυτό;

 

Θα σας πω για μια δική μου μελέτη που πραγματοποίησα το 1967 όταν εργάστηκα με τα βλαστοκύτταρα. Ο ανθρώπινος οργανισμός αποτελείται από περίπου 50 τρισεκατομμύρια κύτταρα. Διαρκώς, αυτά τα κύτταρα πεθαίνουν και αναγεννιούνται. Το ερώτημα της μελέτης μου λοιπόν ήταν πώς γεννιούνται αυτά τα κύτταρα. Αυτό συμβαίνει διότι στο σώμα μας υπάρχουν τα εμβρυικά κύτταρα, τα οποία δεν είναι προγραμματισμένα να κάνουν τίποτε άλλο παρά να αντικαθιστούν αυτά που πεθαίνουν. Τα εμβρυικά κύτταρα, αυτά, τα ονομάζουμε βλαστοκύτταρα και μπορούν να υποκαταστήσουν οποιοδήποτε κύτταρο μέσα στον οργανισμό μας, από την επιδερμίδα έως τα οστά. Απομόνωσα λοιπόν ένα τέτοιο κύτταρο. Κάθε 10 ώρες, τα κύτταρα αυτά διαιρούνται και πολλαπλασιάζονται. Έτσι λοιπόν, μετά από 10 ώρες, το ένα βλαστοκύτταρο διαιρέθηκε και έγιναν δύο. 10 ώρες αργότερα έγιναν τέσσερα και συνέχιζαν να διπλασιάζονται κάθε 10 ώρες. Μετά από μια εβδομάδα είχα 30.000 κύτταρα. Γενετικά, τα κύτταρα αυτά είναι πανομοιότυπα. Είναι ακριβή αντίγραφα και ονομάζονται κλώνοι διότι προέρχονται από το ίδιο πρωταρχικό κύτταρο.

Διαχώρισα αυτά τα 30.000 βλαστοκύτταρα σε 3 διαφορετικά δοχεία, δηλαδή τοποθέτησα από 10.000 κύτταρα σε κάθε δοχείο. Στο εργαστήριο καλλιεργούμε τα κύτταρα σε ειδικά δοχεία καλλιέργειας και προσθέτουμε ένα υγρό το οποίο αποκαλούμε μέσο καλλιέργειας και αυτό είναι το υγρό στο οποίο ζουν τα κύτταρα. Το μέσο καλλιέργειας είναι ουσιαστικά η εργαστηριακή εκδοχή του αίματος, διότι τα κύτταρα στο σώμα ζουν μέσα στη ροή του αίματος. Έτσι, όταν αφαιρώ τα κύτταρα από το σώμα, τα τοποθετώ σε αυτό το μέσο καλλιέργειας που όπως είπα πριν είναι η εργαστηριακή εκδοχή του αίματος.

Ωστόσο, στο εργαστήριο έχω τη δυνατότητα να επεξεργαστώ ή να τροποποιήσω τη σύνθεση και τη χημεία του υγρού αυτού. Έτσι λοιπόν, δημιούργησα τρεις διαφορετικές εκδοχές αυτού του υγρού, τρεις διαφορετικούς συνδυασμούς για κάθε ένα από τα δοχεία μου. Θυμίζω, ωστόσο, ότι τα κύτταρα είναι γενετικά πανομοιότυπα. Άρα, η μόνη διαφορά τους στο εργαστηριακό περιβάλλον είναι η διαφορετική σύνθεση του υγρού.

Στο πρώτο δοχείο, τα βλαστοκύτταρα σχημάτισαν μυικούς ιστούς, στο δεύτερο δοχείο έγιναν κύτταρα οστών και στο τρίτο έγιναν κύτταρα λίπους. Γιατί συνέβη αυτό ενώ αυτά ήταν γενετικά πανομοιότυπα; Πολύ απλά, διότι βρίσκονταν σε υγρό με ελαφρώς διαφορετική σύνθεση. Και το υγρό αυτό, όπως είπαμε και πριν, αποτελεί την εκδοχή του αίματος στο σώμα. Άρα, δεν ήταν ο γενετικός τους κώδικας που τα οδήγησε να γίνουν μυς, οστά ή λίπος αλλά το περιβάλλον τους. Τα κύτταρα δεν έλαβαν μια απόφαση, απλά ανταποκρίθηκαν στο περιβάλλον τους.

Φανταστείτε λοιπόν ότι εσείς αποτελείτε ένα τέτοιο δοχείο, όπως αυτό στο εργαστήριό μου, μόνο που αντί για 10.000 κύτταρα φιλοξενείτε 50.000.000.000.000 και το μέσο καλλιέργειας, το περιβάλλον τους δηλαδή, είναι το αίμα σας.

Οπότε, το πρώτο συμπέρασμα ήταν ότι τα κύτταρά μας δεν ελέγχονται από τα γονίδια τους αλλά από το περιβάλλον τους.

Και εκεί γεννήθηκε ένα ερώτημα. Αφού η χημεία του αίματος είναι αυτή που ρυθμίζει και ελέγχει τα κύτταρα, ποιος ρυθμίζει τη χημεία του αίματος; Και η απάντηση είναι ο εγκέφαλος.

Και έπεται η δεύτερη ερώτηση. Πώς αποφασίζει ο εγκέφαλος να τροποποιήσει ή να ρυθμίσει τη χημεία του αίματος; Με ποια κριτήρια επιλέγει ποια χημικά θα εκκριθούν;

Και εδώ έρχεται ένα εκπληκτικό συμπέρασμα. Οποιαδήποτε εικόνα έχουμε στο μυαλό μας δημιουργεί μια χημική ανταπόκριση στον εγκέφαλο. Έτσι, διαφορετική χημεία παράγει ο εγκέφαλος όταν είμαστε ερωτευμένοι και εντελώς διαφορετική όταν είμαστε φοβισμένοι.

Έτσι λοιπόν, η εικόνα που έχετε στο μυαλό σας, πυροδοτεί μια έκρηξη χημικών τα οποία μεταβάλλουν τη σύνθεση του μέσου καλλιέργειας που είναι το αίμα σας το οποία με τη σειρά του ρυθμίζει και ελέγχει τα κύτταρά σας.

Αυτό μπορείτε να το δείτε με πολύ απλό τρόπο, παρατηρώντας το πρόσωπο ενός ευτυχισμένου ανθρώπου. Συνήθως έχει μια λάμψη, μια ισχυρή ακτινοβολία. Στην αντίπερα όχθη, ο φόβος δημιουργεί σκοτάδι και εσωστρέφεια. Τα χημικά της ευτυχίας προκαλούν έκρηξη αναπαραγωγής κυττάρων ενώ τα χημικά του φόβου υποδαυλίζουν τη διαδικασία αναπαραγωγής τους.

Καταλήγοντας λοιπόν, η εικόνα που έχετε στο μυαλό σας, ελέγχει τα κύτταρά σας. Εάν αλλάξετε αυτή την εικόνα, αλλάζετε τη χημεία του αίματος και άρα τη συμπεριφορά των κυττάρων σας. Αυτό είναι ένα εκπληκτικό συμπέρασμα που δείχνει ότι τα γονίδια δεν ελέγχουν τα κύτταρά σας αλλά ο νους σας. Και στο νου σας έχετε πρόσβαση! Μπορείτε να τον ελέγξετε, μπορείτε να ρυθμίσετε τις σκέψεις σας.

Dr Bruce Lipton μοριακός βιολόγος

Ο Στάλιν, ο καπιταλισμός, ο Κοντράτιεφ και τα γκουλάγκ

Σε μια συγκυρία μεγάλων αλλαγών και μεταλλάξεων στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, με παραδοσιακές δυνάμεις να υποχωρούν και νέες ισχυρές δυνάμεις να βγαίνουν στο προσκήνιο, αλλά και σε μια συγκυρία σοβαρότατων ενστάσεων για τον «αδηφάγο» καπιταλισμό, η ετυμηγορία ενός Ρώσου οικονομολόγου πριν 90 περίπου χρόνια αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον.

Ο Νικολάι Κοντράτιεφ (Nikolai Dmitriyevich Kondratiev 1892-1938) ήταν Ρώσος οικονομολόγος, από τους σημαντικότερους της περιόδου του μεσοπόλεμου. Πρόκειται για τον άνθρωπο που ανακάλυψε…

τους κύκλους της οικονομίας και για τον άνθρωπο που – άθελά του – συνεχίζει να δικαιώνει έως σήμερα τη… βιωσιμότητα του καπιταλιστικού μοντέλου.

Βασική του θεωρία είναι ότι οι καπιταλιστικές οικονομίες διανύουν μεγάλες ανοδικές περιόδους που κατόπιν ακολουθούνται από εξίσου μεγάλες περιόδους συρρίκνωσης.

Πολλά έχουν γραφτεί τις τελευταίες δεκαετίες για τους οικονομικούς κύκλους, για το καπιταλιστικό σύστημα που ακμάζει, φουσκώνει, φτάνει σε κορεσμό εν μέσω υπερκατανάλωσης και υπερβολικής αίσθησης (πλασματικής) ευημερίας και κατόπιν χρεοκοπεί. Όμως, ο Νικολάι Κοντράτιεφ ήταν αυτός που «αποκρυπτογράφησε» και κωδικοποίησε ξεκάθαρα και με εντελώς απλό – θεωρητικά – τρόπο τους οικονομικούς κύκλους.

 

Η… παραγγελία – επιταγή του Στάλιν (γύρω στο 1920) προς τον Νικολάι Κοντράτιεφ ήταν να βρει (ντε και καλά) «αποδείξεις» που να δείχνουν ότι ο καπιταλισμός είναι καταδικασμένος σε χρεοκοπία και εξαφάνιση – όπως είχε πει και ο Καρλ Μάρξ.

Τελικά όμως, η «διάγνωση» του πολύ νεαρού Κοντράτιεφ ήταν απρόσμενα δυσάρεστη για τον Στάλιν καθώς ούτε λίγο ούτε πολύ αποφάνθηκε ότι «ο καπιταλισμός έχει κύκλους, περνάει κρίσεις, αλλά µέσα από αυτές θα ανανεώνεται και ουσιαστικά δεν θα πεθάνει ποτέ!». Η ετυμηγορία του Ρώσου οικονομολόγου ήταν ότι ο καπιταλισμός «αναγεννάται» μέσα από τις στάχτες του. Αποτέλεσμα αυτού, ήταν ο… δημοκρατικός Στάλιν να τον εξορίσει στα Γκουλάγκ, όπου και πέθανε το 1938 σε ηλικία 46 ετών.

Αν και ποτέ οι περίοδοι – οικονομικής, χρηματιστηριακής και κατ’ επέκταση κοινωνικής – ακμής δεν είναι ίδιες, εντούτοις τα στοιχεία που «τροφοδοτούν», συντηρούν και οδηγούν στις υπερβολές το σύστημα είναι ίδια και απαράλλακτα και έγκεινται στον ίδιο (ανά τους αιώνες) ανθρώπινο παράγοντα.

Οι τέσσερις διακριτές φάσεις του οικονομικού κύκλου

Ο Ρώσος οικονομολόγος αναγνώρισε τέσσερις διακριτές φάσεις οι οποίες διαδέχονται η μία την άλλη και τις περιέγραψε ως εξής:

α) περίοδος πληθωριστικής αύξησης,

β) περίοδος στασιμοπληθωρισμού,

γ) περίοδος αντιπληθωριστικής αύξησης και τέλος

δ) η μεγάλη ύφεση.

Οι τέσσερις προαναφερθείσες περίοδοι παραλληλίζονται εύστοχα από τις τέσσερις εποχές του χρόνου με τα ανάλογα χαρακτηριστικά: Άνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο – Χειμώνας.

Άνοιξη (πληθωριστική αύξηση),

καλοκαίρι (στασιμοπληθωρισμός, μικρή ύφεση),

φθινόπωρο (αντιπληθωριστική αύξηση, κορύφωση) και τέλος

χειμώνας (μεγάλη ύφεση).

Παρατηρώντας τις προηγούμενες συμπεριφορές του καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης, ο Κοντράτιεφ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι δυτικές καπιταλιστικές οικονομίες διέπονται από έναν μακροχρόνιο οικονομικό κύκλο, μέσω ανάπτυξης, κορεσμού, ύφεσης και κατάρρευσης.

Εν συνεχεία, ξεκινά ο νέος αναπτυξιακός κύκλος.

Μετά την ακμή και τον κορεσμό σε πολλά επίπεδα, επέρχεται καθαρισμός, (ύφεση), εξυγίανση μέσω αποβολής των κακώς κειμένων, ενώ κατόπιν το καπιταλιστικό σύστημα γίνεται πιο δυνατό (έχοντας «προίκα» την πρότερη γνώση), μέχρι να φθαρεί και να χρεοκοπήσει εκ νέου.

Αιτίες στον ανθρώπινο παράγοντα…

Σε ότι αφορά τις αιτίες που ο καπιταλισμός έχει αυτούς τους οικονομικούς κύκλους, ο Νικολάι Κοντράτιεφ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κυρίαρχο στοιχείο είναι ο παράγοντας άνθρωπος.

Την ευθύνη για την παρακμή την έχει ο άνθρωπος και όχι το σύστημα.

 

Το σύστημα χρεοκοπεί λόγω του ότι «κυβερνάται» – από ανθρώπινες ιδιότητες όπως πλεονεξία, υπέρμετρη φιλοδοξία, απληστία, ασυδοσία.

Ιδιότητες που διέπουν την ανθρώπινη φύση εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Αυτές καθιστούν τον άνθρωπο αχόρταγο και το σύστημα διάτρητο. Μια ματιά στις κρίσεις που έλαβαν χώρα όλα τα τελευταία χρόνια, στις χρηματιστηριακές φούσκες, στα subprime δάνεια, στα υβριδικά επενδυτικά προϊόντα και σ’ όλες τις άλλες ακρότητες του συστήματος τις τελευταίες δεκαετίες, απλώς δικαιώνουν το Ρώσο οικονομολόγο για τον ανθρώπινο παράγοντα.

Ασχέτως με τα… χρονοδιαγράμματα και την εποχικότητα της διαπίστωσης του Κοντράτιεφ – τα ίδια στοιχεία, οι ίδιες ανθρώπινες ιδιότητες της πλεονεξίας, ασυδοσίας και της απληστίας είναι αυτές που ευθύνονται και τις σύγχρονες οικονομικές κρίσεις.

Βεβαίως, το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα έχει μεταλλαχτεί εντελώς σε σχέση με τους καιρούς του Κοντράτιεφ, καθώς έχει επέλθει η παγκοσμιοποίηση και η μεγάλη επανάσταση της τεχνολογίας, το εύρος και τις δυνατότητες της οποίας σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να προβλέψει και να «συμψηφίσει» ο Ρώσος οικονομολόγος.

Αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι η παγκόσμια οικονομία έχει μετεξελιχτεί υπέρμετρα σε μια αγορά… εικονική, σε μια αγορά υπέρμετρης κηδεμονίας κεφαλαίων, σε μια αγορά που «κυβερνούν» υπέρμετρα οι αγορές.

Αναφερόμαστε στην τεράστια μόχλευση και στο δαιδαλώδες και ανεξέλεγκτο επενδυτικό σύστημα παγκοσμίως. Στα χρηματιστήρια «παίζονται» ποσά που δεν υπάρχουν. Οι χώρες (αθροιστικά) χρωστούν χρήματα που ποτέ δεν υπήρξαν, ούτε θα υπάρξουν ποτέ. Τα χρηματιστήρια και η χρηματοοικονομική βιομηχανία δείχνει να έχει αποκοπεί από την πραγματική οικονομία και γι’ αυτό βλέπουμε φαινόμενα τεράστιας στρέβλωσης. Στην παγκόσμια αγορά παραγώγων φτάσαμε να «παίζεται» πολλές φορές το ΑΕΠ όλης της Υφηλίου!

Επόμενο στοίχημα του καπιταλιστικού συστήματος και της παγκόσμιας οικονομίας, σε ευρύτερο επίπεδο, είναι να κινηθεί σε περισσότερο πραγματικές βάσεις, πιο κοντά στην πραγματική οικονομία, μακριά από την καζινοποίηση των δύο τελευταίων δεκαετιών….

www.bankingnews.gr

Απόστολος Σκουμπούρης

Δημοσιογράφος

 Τα βιβλιοπωλεία άνοιξαν, μια πρόταση για διάβασμα:

Μafia Manager

Περιγραφή

Έρχονται στιγµές που βρίσκεσαι στη δουλειά σου και νιώθεις ότι όλοι σε κοιτούν, ότι κάποιοι συνωµοτούν εναντίον σου ή ότι κάποιοι άλλοι θέλουν να σε µαχαιρώσουν πισώπλατα. Το χειρότερο είναι ότι όλοι αυτοί οληµερίς σου κάνουν τον καλό, ενώ αντιλαµβάνεσαι ότι πίσω από την πλάτη σου σου σκάβουν κυριολεκτικά τον λάκκο! Πώς τους αντιµετωπίζεις; Τι κάνεις για να αποφύγεις τις αρνητικές διαθέσεις τους; Με ποιον τρόπο θα ξεπεράσεις τα εµπόδια που σου βάζουν και θα συνεχίσεις να κάνεις καλά τη δουλειά σου και να βελτιώνεις την εικόνα σου.Την απάντηση έχει έτοιµη και σ’ την προσφέρει η Μαφία, η οποία έχει δικούς της κανόνες, δικούς της άγραφους νόµους που ταιριάζουν σε κάποιους που κάνουν νόµιµες δουλειές, αλλά είναι έτοιµοι ανά πάσα στιγµή για χτυπήµατα κάτω από τη ζώνη… Τουλάχιστον στον κόσµο της Μαφίας έχεις το πλεονέκτηµα ότι ξέρεις τι αντιµετωπίζεις και τι περιµένεις. Στον κόσµο των επιχειρήσεων, όπου όλοι σε υποδέχονται µε το χαµόγελο και, µόλις γυρίσεις πλάτη, σε κακολογούν… τι κάνεις σ’ αυτή την περίπτωση; Να γιατί οι νόµοι της Μαφίας µπορούν να εφαρµοστούν και στη δική σου καθηµερινότητα. Πώς να επιτύχετε στον κόσµο των επιχειρήσεων και στη ζωή γενικότερα ακολουθώντας τους κανόνες της Μαφίας. Ο V., ένας µαφιόζος capo το όνοµα και η γεωγραφική θέση του οποίου δεν αποκαλύπτονται, αναλύει τη φιλοσοφία του µεγαλύτερου καρτέλ στην υφήλιο και εκθέτει τη θεωρία της ηγεσίας όπως εφαρµόζεται στην «Αυτοκρατορία της Σιωπής» («οµερτά»). Ο Μακιαβέλλι ωχριά µπροστά στον V., ο οποίος διαθέτει κάτι που λείπει από τον µεγάλο Ιταλό συγγραφέα του Ηγεµόνα: το χιούµορ. Το Μafia Manager είναι ένας οδηγός της επιτυχίας και την ίδια στιγµή µια εικονογράφηση του σύγχρονου επιχειρηµατία που στέκεται σε ώµους γιγάντων, αλλά κυρίως πατάει επί πτωµάτων. Όταν µπορεί. Ο διάσηµος µαφιόζος «V.» έχει κατορθώσει να διατηρήσει την ανωνυµία του. Διαθέτει κατοικίες σε πολλά µέρη του κόσµου. Ο τόπος διαµονής του σήµερα είναι επτασφράγιστο µυστικό. Σκέψου πολύ, µίλα λίγο, γράφε ελάχιστα. Ο κόσµος ανήκει στους υποµονετικούς. Μάθε τη γλώσσα σου να λέει «Δεν ξέρω Τίποτα δεν έχει λιγότερο βάρος από µια υπόσχε Ακόµα και τα ποντίκια ανοίγουν στη φωλιά τους τρεις τρύπες διαφυγής. Αν αφήσεις τους εχθρούς –ή τους φίλους σου– να πιστέψουν ότι είστε ίσοι, αµέσως θα σκεφτούν πως είναι ανώτεροί σου. Μην προσπαθείς να αλλάξεις τους εχθρούς σου, απλώς κοίτα να τους ελέγχεις. Μάθε ποιοι είναι, τι σκέφτονται, ποιον εµπιστεύονται. Να υπόσχεσαι λιγότερα και να πραγµατοποιείς περισσότερα. Ξεκαθάρισε ποιος θέλεις να είσαι. Και κάνε τα απαραίτητα. Μην υποτιµάς ποτέ τρία πράγµατα: (1) τις ικανότητες του αντιπάλου σου, (2) την πονηριά του, (3) την απληστία του. Ούτε όµως να τις υπερτιµάς. Καλή διασκέδαση και καλά µυαλά. Και καλά ξεµπερδέµατα.