To αναρχικό «Πλωτό Εθνος» που άντεξε 55 ημέρες!

To αναρχικό «Πλωτό Εθνος» που άντεξε 55 ημέρες Το 1967 ένας «τρελός» μηχανικός έχτισε ένα τεχνητό νησί στα ανοικτά των ιταλικών ακτών, στην Αδριατική. Μια νέα ταινία στο Netflix αφηγείται τώρα την σχετικά άγνωστη ιστορία αυτού του ιδιότυπου κράτους, με τη δική του σημαία και γλώσσα, απέναντι από το Ρίμινι.

Το όνειρο να ζει κανείς στην απομόνωση του δικού του νησιού είναι μεν μυθιστορηματικό πλην όμως κοινό. Μόνο που συνήθως, όταν αρχίζουν οι ευθύνες της ενηλικίωσης και της επιβίωσης, μένει κλεισμένο σε ένα συρτάρι μαζί με άλλα όνειρα και επιθυμίες νεανικές. Ο Τζόρτζιο Ρόζα όμως, ονειρεύτηκε το δικό του νησί και κατάφερε να το πραγματοποιήσει. Την άνοιξη του 1967, ο ιταλός μηχανικός σχεδίασε, χρηματοδότησε και έχτισε μια τεχνητή πλατφόρμα 400 τ.μ. μέσα στη θάλασσα, περίπου 7 ναυτικά μίλια (11 χλμ)  από τις ακτές του Ρίμινι. Στηριγμένο σε χαλύβδινες σωληνώσεις, 26 μέτρα πάνω από τον βυθό της θάλασσας, το project του Ρόζα ήταν μια άκομψη κατασκευή:

ένα τσιμεντένιο κτίσμα πάνω σε μια εξέδρα πετρελαίου. Ωστόσο, η θέση του ήταν αναμφίβολα εντυπωσιακή. Βρισκόταν έξω από τα ιταλικά χωρικά ύδατα, και δεν δεσμευόταν από τους νόμους της χώρας. Στην πραγματικότητα, ήταν ένα αυτόνομο έθνος, η «Libera Teritorio de la Insulo de la Rozoj», όπως ήταν της όνομα της «Δημοκρατίας της Νήσου των Ρόδων» στα Εσπεράντο, την επίσημη  γλώσσα του κρατιδίου…

Στις 24 Ιουνίου 1967, ο Τζιόρτζιο Ρόζα κήρυξε την ανεξαρτησία και αναδείχθηκε πρόεδρος του μικροσκοπικού έθνους του. Τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα. Και σύντομα το πείραμά του άρχισε να προσελκύει επισκέπτες από κοντινά παραλιακά θέρετρα. Η Δημοκρατία της Νήσου των Ρόδων διοργάνωνε τρελά πάρτι με χορό και θαλάσσιο σκι. Επάνω στην πλατφόρμα υπήρχε εστιατόριο, μπαρ, κατάστημα με σουβενίρ, ακόμη και ταχυδρομείο με δικά του γραμματόσημα. Ωστόσο, το νησί, εκτός από ήλιο και σαγκρία πρόσφερε και άλλα πράγματα. Η τολμηρή αυτονομία του Ρόζα ήταν μεθυστική. Ο τολμηρός ιταλός μηχανικός είχε φτιάξει μια νησίδα που ενσάρκωνε την αντιαυταρχική ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 1960  ενάντια σε μια ζωή ήρεμης απελπισίας. Και τότε χιλιάδες υπέβαλαν αίτηση για υπηκοότητα.

Οι ποιητικές δυνατότητες του νησιού, όμως, δεν συγκίνησαν την ιταλική κυβέρνηση. Για τους ιθύνοντες δεν ήταν παρά ο ευφυής τρόπος ενός beach club για να αποφύγει τους φόρους. Στον Τύπο της εποχής, εξάλλου, δημοσιεύονταν φανταστικές ιστορίες. Το νησί ήταν εστία παράνομων τυχερών παιχνιδιών και αλκοόλ, αλλά και απειλή για την εθνική ασφάλεια, αφού πρόσφερε την τέλεια κάλυψη σε σοβιετικά υποβρύχια. Το νησί του Ρόζα ήταν ένα κακόγουστο τσιμεντένιο κτίσμα πάνω σε μια εξέδρα και βάση από ατσάλι

Η ανεξαρτησία της «Δημοκρατίας της Νήσου των Ρόδων» κράτησε μόλις 55 ημέρες. Μια δύναμη καραμπινιέρων προσγειώθηκε στην εξέδρα και την κατέλαβε. Και το τέλος της ήταν θεαματικό. Στις 13 Φεβρουαρίου 1969, το ιταλικό ναυτικό ανατίναξε την εξέδρα, και έστειλε στον Ρόζα τον λογαριασμό. Λίγο αργότερα ξέσπασε καταιγίδα και τα ερείπιά της βυθίστηκαν στη θάλασσα. Ηταν μια εισβολή σε ξένο κράτος, η μοναδική που πραγματοποιήθηκε από την Ιταλική Δημοκρατία μετά το 1946.

Πηγή: Protagon.gr

Κύκνειο άσμα του Τραμπ η εισβολή οπαδών του στο Καπιτώλιο – Ο Τζο Μπάιντεν είναι και επίσημα ο 46ος πρόεδρος των ΗΠΑ

Τέσσερις άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στον χώρο του Καπιτωλίου στα επεισόδια που ξέσπασαν χθες Τετάρτη, ενώ 52 πρόσωπα έχουν συλληφθεί, ανακοίνωσε ο αρχηγός της αστυνομίας της μητροπολιτικής περιοχής της Ουάσινγκτον, ο Ρόμπερτ Τζ. Κόντι, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου που παραχώρησε το βράδυ της Τετάρτης (τοπική ώρα· 

Χρόνια πολλά στους Γιάννηδες !

πηγή: sarantakos.wordpress.com

Σήμερα είναι τ’ Αγιαννιού, η μέρα που κλείνει το γιορταστικό δωδεκάμερο, γιορταστική για τους Γιάννηδες και τις Ιωάννες αλλά ελαφρώς αποτρόπαιη για τον μαθητόκοσμο στα χρόνια μου, αφού ήταν η μέρα που ανοίγαν τα σχολεία -αν και εδώ και κάμποσα χρόνια τα σχολεία άνοιγαν στις 8 του μήνα, ενώ φέτος ο κορονιός επέβαλε να ανοίξουν στις 11 -και όχι όλα.

Να το πούμε πιο σωστά, και σήμερα είναι τ’ Αγιαννιού, διότι ο Άι Γιάννης ο Πρόδρομος ή Βαπτιστής, αυτόν γιορτάζουμε σήμερα, έχει πεντέξι μέρες δικές του στο εορτολόγιο -αν έχεις βαφτίσει τον γιο του Θεού, έχεις φαντάζομαι και κάποια προνόμια. Έτσι, η εκκλησία γιορτάζει επίσης τον ‘Αι Γιάννη τον Πρόδρομο και στις 24 Φεβρουαρίου, 25 Μαΐου, 24 Ιουνίου, 29 Αυγούστου και 23 Σεπτεμβρίου, αν και το eortologio.gr προφανώς αντιπαθεί τις πολλαπλές γιορτές κι έτσι αναφέρει μόνο τις 7 Ιανουαρίου. Πέρα από τον Βαπτιστή όμως έχουμε κι άλλους Ιωάννηδες που άγιασαν και που έχουν κι αυτοί τη γιορτή τους, ας πούμε ο Άι Γιάννης ο Ρώσος, που γιορτάζει στις 27 Μαΐου ή ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος (ο ευαγγελιστής Ιωάννης), που γιορτάζει στις 8 Μαΐου και στις 26 Σεπτεμβρίου, ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος στις 13 Νοεμβρίου, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός στις 4 Δεκεμβρίου, και σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλοι.

Σχετικά μ’ αυτή την πολυεορτία των Γιάννηδων υπάρχει και μια αστεία ιστορία που έλεγε ο παππούς μου, για έναν νεοφώτιστο χριστιανό που βαφτίστηκε Ιωάννης και ύστερα οι φίλοι του απαιτούσαν να τους κάνει το τραπέζι κάθε φορά που γιόρταζε και κάποιος άγιος Ιωάννης, δηλαδή κάθε τρεις και λίγο. Σε σχέση με αυτό, πάντως, να πω ότι δεν έχω γνωρίσει κάποιον Γιάννη που να γιορτάζει άλλη μέρα και όχι στις 7 Ιανουαρίου -αν εσείς ξέρετε, πείτε το στα σχόλια.

Πριν όμως προχωρήσουμε, να πούμε ότι σήμερα, εκτός από τον Γιάννη και την Ιωάννα, γιορτάζει και ο Πρόδρομος και το όνομα αυτό, αν και πολύ λιγότερο διαδεδομένο, έχει αξιόλογη ιστορία αφού μας φτάνει μέχρι στον Μποδοσάκη, όπως έχουμε δει σε παλιότερο άρθρο.

Ο Γιάννης δεν είναι το κοινότερο ελληνικό όνομα, αλλά, όπως θα δούμε παρακάτω, έχει με πολύ μεγάλη διαφορά τη μεγαλύτερη παρουσία στην παροιμιολογία μας. Σύμφωνα με έρευνα για τη συχνότητα των ελληνικών ονομάτων, από τα αντρικά ελληνικα ονόματα, ο Γιώργος είναι με διαφορά το κοινότερο, ενώ ο Γιάννης έρχεται αρκετά πιο πίσω, στην τέταρτη θέση, αν και πολύ κοντά στον Κώστα και τον Δημήτρη, θα λέγαμε μέσα στα όρια του στατιστικού λάθους (οπότε είναι ίσως ασφαλέστερο να πούμε πως δεν είναι σαφές ποιο από τα τρία ονόματα, Γιάννης, Κώστας ή Δημήτρης, έχει τη δεύτερη θέση).

Κι όμως, για τον Γιώργο οι παροιμίες είναι σχετικά λιγοστές, το ίδιο και για τον Κώστα ή τον Δημήτρη, ενώ για τον Γιάννη ξεπερνούν τις πενήντα, και μάλιστα πολλές είναι πασίγνωστες.

Αυτή η απόκλιση δύσκολα εξηγείται. Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι η πολυεορτία (τη λέξη αυτή προ ολίγου την έφτιαξα, δεν ξέρω αν υπάρχει) των Γιάννηδων παίζει κάποιο ρόλο, ιδίως αν σκεφτούμε ότι ο Γιώργος έχει μία γιορτή, κι αυτήν κινητή, αφού συχνά την επισκιάζει το Πάσχα και την αναγκάζει να μετακινηθεί. Δεν αποκλείεται όμως παλαιότερα, τότε που διαμορφώθηκαν οι παροιμίες αυτές, δηλαδή πριν από 4-5 αιώνες, το όνομα Γιάννης να ήταν πολύ συχνότερο από σήμερα, και αυτό να εξηγεί τις πολλές παροιμίες.

Αυτό είναι σκέτη εικασία μου· το βέβαιο είναι πως ο Γιάννης (και αντίστοιχα για τις γυναίκες η Μαρία) είναι το αρχετυπικό αντρικό όνομα. Και ίσως επειδή οι Γιάννηδες, σαν πλειοψηφούντες, έγιναν στόχος των άλλων που δεν λέγονταν Γιάννηδες, γιαννάκης λέγεται ο αγαθούλης, ο άπειρος, τόσο στην πολιτική ζωή όσο και στο στρατό όπου οι νεοσύλλεκτοι λέγονται γιαννάκια, στραβόγιαννοι, γιάννηδες. Να σημειώσουμε επίσης ότι στην παλιότερη αργκό γιάννηδες λέγονταν οι λωποδύτες.

Μια άλλη ένδειξη ότι παλιότερα το όνομα Γιάννης ήταν συχνότερο από σήμερα, είναι ότι έχει δώσει και πάρα πολλά επώνυμα, και μάλιστα από πολύ παλιά, από τα βυζαντινά ακόμα χρόνια (Καλογιάννης, Κουτσογιάννης, Παπαγιάννης κτλ.)

Η επίσημη μορφή του ονόματος είναι Ιωάννης, και είναι δάνειο από το εβραϊκό חנן Yôḥānān (Γιοάναν), συντετμημένη μορφή του Γιεχοάναν, που σημαίνει, κατά τη Βικιπαίδεια, «Ο Γιαχβέ στάθηκε γενναιόδωρος», αλλά αν έχετε άλλη άποψη να μας την πείτε. Με τον χριστιανισμό, όπου πρωταγωνιστούσαν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο ευαγγελιστής Ιωάννης, το όνομα έγινε πολύ δημοφιλές σε Ανατολή και Δύση, και μέσω των λατινικών προέκυψαν στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες ο Τζον και ο Ζαν, ο Τζοβάνι και ο Χουάν ή ο Ζοάο, αλλά και ο Γιόχαν, ο Χανς και ο Γιενς, ο Ιβάν, ο Γιαν και ο Γιάνος, ο Γκιον των Αλβανών και ο Οχανές των Αρμένιων. Παρεμπιπτόντως, Ιβάν είναι το παροιμιώδες όνομα του Ρώσου φαντάρου, αντίστοιχο με το Τόμμυ των Βρετανών και το Φριτς των Γερμανών.

Στα ελληνικά, η συνήθης μορφή είναι Γιάννης, αλλά έχουμε πολλές λαϊκές και χαϊδευτικές μορφές, όπως Γιάννος, Γιαννιός, Γιάγκος, Γιαννάκης, Γιαννούλης και Νούλης, Γιαννάκος/Γιαννακός και Νάκος, Γιαννούσης και Νούσης και Νούσιας, Γιαννούτσος και Νούτσος, Τζανέτος, Ζαννής και Τζαννής, αλλά και Γιοβάννης.

Σήμερα που ο οδοστρωτήρας έχει εξαφανίσει τις λαϊκές παραλλαγές των βαφτιστικών ονομάτων, αυτές επιβιώνουν μόνο σε επώνυμα, ενώ απόρροια των χρόνων της γκλαμουριάς είναι ότι πολλές μαμάδες φωνάζουν «Ιωάννη» τα βλαστάρια τους -και περιμένεις να δεις να ξεπροβάλει τουλάχιστον ο Τσιμισκής, και βλέπεις απλώς έναν μπόμπιρα τεσσάρων χρονών. Στα κορίτσια βέβαια το «Ιωάννα» ήταν συχνό από παλιά -ίσως τα Γιάννα, Γιαννούλα, Γιαννιώ να ακούγονταν πολύ λαϊκά. Με την ευκαιρία να αναφέρουμε και τα γυναικεία Γιοβάννα και Τζοβάννα.

Μια παραλλαγή που δεν την ανέφερα πιο πάνω γιατί είναι απλώς ορθογραφική, και που έγινε διάσημη το 2015 είναι και το «Γιάνης», που διαβάζεται επίσης «Γιάννης με ένα νι». Υπήρχε βέβαια και ο Κορδάτος, που έτσι υπέγραφε, και από αυτόν εμπνεύστηκε ο νεαρός Γιάννης Βαρουφάκης την ορθογραφία του ονόματός του, αλλά το 2015 το «Γιάνης» έγινε σχεδόν παροιμιώδες. Και πέρα από τον Κορδάτο, παλαιότεροι του Βαρουφάκη Γιάνηδες με ένα νι είναι επίσης ο Ψυχάρης, ο ιστορικός Γιάνης Γιανουλόπουλος και ο αρχαιολόγος Γιάνος Λώλος

Σε σχέση με την ορθογραφία του ονόματος, ο φίλος π2 είχε σχολιάσει σε παλιότερο άρθρο ότι στις επιγραφές εμφανίζονται πάμπολλες παραλλαγές: Ιωάνης, Ιωάννις, Ειοάννης, Ηωάννης, Ειωάννης, μόνο με ύψιλον δεν το έχει δει γραμμένο.

Χάρη στον μέγιστο Γιάννη Αντετοκούνμπο, έχει πλέον γίνει αρκετά γνωστό και στα ξένα το όνομα Giannis, πλάι στο λίγο παλιότερο Yanni του μουσικού Γιάννη Χρυσομάλλη. Βέβαια, στο Φέισμπουκ οι Γιάννηδες έχουν σχεδόν 45 τρόπους για να γράφουν το όνομά τους κι έτσι όταν ψάχνεις έναν φίλο σου δεν ξέρεις αν θα το βρεις Γιάννης, Ιωάννης, Ioannis, Giannis, Yannis ή Yiannis, Yanis ή Yianis, για να μείνω στις πιο συχνές παραλλαγές.

Όπως είπα και πριν, υπάρχουν πάρα πολλές παροιμίες για Γιάννηδες, και επειδή μια από τις γνωστότερες μιλάει για 45 Γιάννηδες θα παραθέσω στη συνέχεια υλικό που είχα εν μέρει παρουσιάσει και σε ένα παλιότερο άρθρο, που όμως δεν περιοριζόταν στις παροιμίες για Γιάννηδες αλλά εξέταζε και όλες τις άλλες παροιμίες με ονόματα. Όμως, να πω ότι όλα όσα θα θέλατε να μάθετε για τους Γιάννηδες μπορείτε να τα βρείτε στο Johnnie society, ένα τηλεβιβλίο του Γιάννη Φαρσάρη που διατίθεται δωρεάν και το οποίο, εκτός από παροιμίες, παραθέτει και κατάλογο με τους 45 σημαντικότερους Γιάννηδες της ιστορίας.

Προχωράμε λοιπόν στις  παροιμίες με Γιάννηδες, που τις παραθέτω μάλλον τυχαία, προσπαθώντας να φτάσω τις σαρανταπέντε.

1. Σαρανταπέντε Γιάννηδες ενός κοκόρου γνώση. Η συνηθέστερη παροιμία απ’ όσες διασύρουν τους Γιάννηδες, λέει ο Πολίτης, που αναφέρει και έναν μύθο κεφαλονίτικο για 45 Γιάννηδες που πνίγηκαν προσπαθώντας να ξεριζώσουν ένα δέντρο. Ωστόσο, ο Πολίτης δεν λέει ότι η έκφραση προέρχεται από τον μύθο, μάλλον το αντίστροφο θα συμβαίνει. Δίνει μάλιστα ο Πολίτης και γαλλικό ανάλογο (Deux Jean et un Pierre font un âne entier, Δυο Γιάννηδες κι ένας Πέτρος κάνουν ολάκερο γάιδαρο) καθώς και ισπανικό ίδιο με το γαλλικό. Οι Γιάννηδες απαντούν συμπληρώνοντας: …κι ο κόσμος όλος κι ο ντουνιάς δεν έχει άλλη τόση.

2. Όχι Γιάννης, Γιαννάκης. Τη λέμε όταν κάποιος προσπαθεί να παραστήσει ως διαφορετικά μεταξύ τους δυο πράγματα ομοιότατα ή όταν κάποιος λεπτολογεί και επιχειρεί να επιφέρει μεταβολές ασήμαντες, λέει ο Πολίτης. Κατά τον Κ. Κάσση, στη Μάνη συνηθιζόταν να υπάρχουν αδέρφια με τ’ όνομα Γιάννης ο ένας και Γιαννάκης ο άλλος, οπότε όταν ένας Γιαννάκης παρουσιάστηκε στο στρατό και τον είπαν Γιάννη, απάντησε έτσι. Όμως η έκφραση είναι πανελλήνια και πιθανότατα πριν από το νεοελληνικό κράτος.

3. — Γεια σου Γιάννη. — Κουκιά σπέρνω. Για αυτούς που απαντούν άλλα αντ’ άλλων, σαν υπόδειγμα ασυνάρτητης συζήτησης. Μερικοί το συνεχίζουν: Κι η συντέκνισσά σου; Εφτά μετρήματα χωρεί. Η παροιμία υπάρχει στον Βάρνερ, άρα είναι από τον 17ο αιώνα. Συνεχίστε την ανάγνωση του “Χρόνια πολλά στους Γιάννηδες !”

συμβουλές στους νέους

«Πρέπει να αναζητήσετε να βρείτε εκείνη τη δουλειά που θα θέλατε να κάνατε ακόμη και αν δεν χρειαζόταν να εργαστείτε. Αυτή θα είναι η σωστή δουλειά για εσάς.»

Γουόρεν Μπάφετ,(90 χρονών), δισεκατομμυριούχος και διευθύνων σύμβουλός της Berkshire Hathaway

«Τι θα πη πατρίδα, τι θα ειπή φιλοτιμία, αρετή, τιμιότη»

«Τι θα πη πατρίδα, τι θα ειπή φιλοτιμία, αρετή, τιμιότη»

Χρήστος Γιανναράς

Μάλλον θα συμφωνούσαμε όλοι με την απλοϊκή διαπίστωση ότι «θα είναι κρίσιμη η καινούργια χρονιά». Η γενίκευση γίνεται εύκολα παραδεκτή, ο καθένας μας έχει στον νου του και μια διαφορετική πιστοποίηση κρισιμότητας. Δυσκατάποτος είναι ο ρεαλισμός του συγκεκριμένου και η ιεράρχηση προτεραιοτήτων.

Πρέπει να γίνεται όλο και περισσότερο φανερό ότι έχουν μεταλλαχθεί οι όροι (προϋποθέσεις) και οι τρόποι (θεσμικές λειτουργίες) του ανθρώπινου βίου. Κάποτε η ανθρώπινη ύπαρξη λειτουργούσε στο πεδίο των σχέσεων (οικογένεια, κοινότητα, πόλις, πατρίδα), σήμερα επιβιώνει, πρωταρχικά, με θωράκιση του εγώ (χαλαρή έως ανύπαρκτη οικογενειακή συνοχή, χρηστική εκδοχή του σχολείου και της μάθησης, απρόσωπη συνύπαρξη σε πολυκατοικίες και μεγαλουπόλεις, κράτος που εξυπηρετεί πρωτίστως συμφέροντα εξουσιαστικής ολιγαρχίας).

Αυτονόητη και με ακαταμάχητη δυναμική η προτεραιότητα του ατομοκεντρισμού, ως καθολικευμένου τρόπου του βίου. Οι άλλοτε κοινωνίες μεταλλάσσονται σε μάζες, οι λειτουργίες συνοχής αλλοτριώνονται σε θωρακισμένες με «δικαιώματα» αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές. Η άλλοτε αστυνομία έχει μετασχηματιστεί σε στράτευμα ενδοαστικό και με εχθρό εντόπιο, νεολαίο συμπολίτη, με νυχθήμερο το πείσμα του για φονικό.

Θα έλεγε κανείς ότι ζούμε, διασωληνωμένοι όλοι, στην «κάψουλα» της εγωτικής, απρόσωπα συλλογικής αυτοάμυνας, έρμαια του ακοινώνητου φόβου, θύματα κάθε παρανοϊκής διαστροφής των «δικαιωμάτων του ατόμου». Και αγωνιώδες το ερώτημα: Υπάρχει δυνατότητα να αντισταθούμε, περιθώριο άμυνας στην καθολικευμένη πια αυτοκαταστροφική υστερία;

Οι γενικολογίες είναι άγονες, τόσο ως διαπιστώσεις όσο και ως υποδείξεις. Να εστιάσουμε λοιπόν την αναζήτηση ελπίδας στη δική μας χώρα, στις δυνατότητες και προοπτικές της.

Ρεαλιστικό δεδομένο της ελλαδικής πραγματικότητας, η ιδιαιτερότητά της: Διακόσια χρόνια τώρα, παλεύει απεγνωσμένα να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι, και δεν τα καταφέρνει, βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στη σύγχυση, στην παραλυτική ανημπόρια, στην ντροπή της ανικανότητας. Γιατί και πού μπερδευόμαστε, πού «μπλοκάρουμε»;

Οι επαναστάτες του 1821 μοιάζει να ήξεραν πολύ καλά ποιοι είναι και τι θέλουν: Ηταν πολίτες – οπλίτες του «μαρμαρωμένου βασιλιά», στόχο είχαν να ξαναπάρουνε την Πόλη και την Αγια-Σοφιά. Ο Ελληνισμός για τους τότε Ελληνες δεν ήταν «εθνικότητα», ήταν άλλος πολιτισμός, ριζικά άσχετος με τον νομικισμό του θρησκειοποιημένου Χριστιανισμού της Δύσης και την παιδαριώδη μεταφυσική του Ισλάμ. Το πώς διολισθήσαμε οι νεωτερικοί Ελληνώνυμοι από την εμπειρία της πολιτισμικής διαφοράς στα αφελή ιδεολογήματα του εθνικισμού και από την εκκλησιαστική εόρτια κοινωνία στον ηθικισμό και νομικισμό του Αυγουστίνου και του Ακινάτη, ήταν το μεθόδευμα, εκπληκτικό και δόλιο, των «Μεγάλων Δυνάμεων» της Ευρώπης.

Κάθε πτυχή και βήμα αυτής της διολίσθησης απαιτεί κοπιώδη σπουδή, το τελικό κατόρθωμα παραποίησης της Ιστορίας ήταν κατάληξη ευφυέστατης στρατηγικής. Θα άξιζαν ίσως μια απόπειρα τιτλοφόρησης οι πτυχές και τα βήματα: Η αρχική, οργισμένη αντίδραση της ευρωπαϊκής «Ιερής Συμμαχίας» σε μια ακόμα εξέγερση των Ελλήνων. Η ταυτόχρονη έκρηξη σε Μολδοβλαχία και Πελοπόννησο, που βεβαίωνε τη συνοχή του ενιαίου ελληνικού χώρου. Οι πρώτες νίκες των εξεγερμένων, παρά τη φρικωδία της οθωμανικής αντεκδίκησης. Πώς άρχισε να τεχνουργείται, σαν αυτονόητος, ο διχασμός των Ελλήνων – «να πάρουμε την Πόλη και την Αγια-Σοφιά» ή να μιμηθούμε «τα πεφωτισμένα και λελαμπρυσμένα της Εσπερίας έθνη-κράτη»;

Τα βαρβαρικά στίφη, που είχαν εισβάλει στην Ευρώπη, από τον 4ο κιόλας μ.Χ. αιώνα, διεκδικούσαν, όχι μόνο τους τίτλους της άλλοτε ρωμαϊκής κυριαρχίας και της εκκλησιαστικής πρωτοκαθεδρίας, αλλά και το κύρος των συνεχιστών της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς. Με αυτή την αξίωση σχεδίασαν λύση συμβιβασμού με τους εξεγερμένους «Γραικούς»: Να γίνει ανεκτό ένα ελληνώνυμο κρατίδιο, τυπικά ανεξάρτητο, στην πραγματικότητα υποτελές (οικονομικά, πολιτικά, ιδεολογικά) προτεκτοράτο της Δύσης. Να περιλαμβάνει τις ένδοξες αρχαιοελληνικές τοπωνυμίες: Αθήνα, Ελευσίνα, Κόρινθο, Αργος, Μυκήνες, Σπάρτη, Ολυμπία, Θήβα, Δελφούς, Χαιρώνεια κ.λπ.

Καταγωγικά εξαρτημένο από ευρωπαϊκά δάνεια.

Επιλέγεται ο Καποδίστριας ως πρώτος Κυβερνήτης, αποδείχνεται δύσχρηστος, η αγγλική στρατιωτική αποστολή οργανώνει άψογα τη δολοφονία του. Επόμενη κίνηση είναι η ωμή και απροσχημάτιστη καθυπόταξη του κρατιδίου σε βαυαρική διακυβέρνηση – η Ελλάδα παραδίνεται στη δυναστεία των Βίττελσμπαχ αρχικά, των Γλύκσμπουργκ στη συνέχεια.

Εδαφικά καθηλωμένο στη δυτική όχθη του Αιγαίου, το παντελώς μεταπρατικό, ελληνώνυμο κρατίδιο, αποκύημα της ευρωπαϊκής αυθαιρεσίας και κάποιων αιώνων αχαλίνωτου φθόνου, θα γιορτάσει φέτος (2021) τα διακόσια χρόνια από το πηγαίο θαύμα του 1821. Θα γίνουν εορτασμοί, με κατασκευασμένο το «εόρτιο» κλίμα από διάσημους, χρυσοπληρωμένους τεχνουργούς του εντυπωσιασμού – το πόπολο, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ, κυρίως χωρίς περίσκεψιν, θα καταναλώνει «εθνική περηφάνια».

Αν γινόταν ένα θαύμα, και σε κάθε έκφανση του πανηγυριώτικου εορτασμού να υπήρχε ένα χαμίνι, όπως στο παραμύθι του Αντερσεν, να φωνάξει την αλήθεια – «ο βασιλιάς είναι γυμνός»! Κοντολογίς, να επαναλάβει τον σπαραγμό του Μακρυγιάννη: «Αν μας έλεγε κανένας αυτήνη τη λευτεριά οπού θα γευόμαστε, θα περικαλούσαμε τον Θεόν να μας αφήσει εις τους Τούρκους άλλα τόσα χρόνια, να γνωρίσουν οι άνθρωποι τι θα πη πατρίδα, τι θα ειπή θρησκεία, τι θα ειπή φιλοτιμία, αρετή, τιμιότη».

Επιτυχία

«Είμαι 90 ετών, και πιστέψτε με μέχρι σήμερα, έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους που έγιναν πολύ πλούσιοι στη ζωή τους αλλά δεν ήταν επιτυχημένοι. Έχω γνωρίσει ανθρώπους διάσημους αλλά δεν ήταν επιτυχημένοι. Όμως ποτέ δεν γνώρισα έναν άνθρωπο που έφτασε την ηλικία έστω των 70 που να τον αγαπούσαν όλοι όσοι ήθελαν να τον αγαπούν. Όποιος το έχει καταφέρει αυτό, αυτό είναι πραγματική επιτυχία.

Γουόρεν Μπάφετ δισεκατομμυριούχος και διευθύνων σύμβουλός της Berkshire Hathaway, 

Ο πρώτος… ΕΝΦΙΑ επί βασιλείας Γεωργίου Α´!

Όταν διαψεύστηκαν οι ελπίδες του ελληνικού λαού

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Ο νόμος «Περί φόρου οικοδομών» του 1864.

Πολλοί πιστεύουν πως ο φόρος επί των οικοδομών, με τη μορφή που έλαβε στις ημέρες μας, δηλαδή ο Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) είναι νέο εφεύρημα. Ή ότι γεννήθηκε το 1997 με τον περίφημο Φόρο Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας (ΦΜΑΠ) και το Ενιαίο Τέλος Ακινήτων (ΕΤΑΚ) που ακολούθησε. Ωστόσο, είναι γνωστό πως ο τρόπος με τον οποίο επιβάλλονται οι φόροι στα ακίνητα θυμίζει το αβαρίζι των χρόνων της Τουρκοκρατίας. Αλλά και οι πάσης φύσεως κυβερνώντες, από τα χρόνια του Καποδίστρια ακόμη, εφεύρισκαν τρόπους για να αντλούν χρήματα από εκείνους που διέθεταν τους κόπους της ζωής τους για να ανεγείρουν ένα σπίτι ή ακόμη και από εκείνους που κατείχαν γη ή επένδυαν σε ακίνητα.

Υπήρχαν βεβαίως και στο παρελθόν περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ελληνικός λαός επένδυσε σε όμορφα λόγια πιστεύοντας ότι θα απαλλαγεί από τους δυσβάσταχτους φόρους για τη γη και τα ακίνητα, αλλά διαψεύστηκε παταγωδώς και παραπλανήθηκε εμφανώς, όπως συμβαίνει στις ημέρες μας. Ίσως η πλέον εξόφθαλμη αντίστοιχη περίπτωση να είναι εκείνη που σημειώθηκε στις αρχές της δεκαετίας 1860. Ως γνωστόν, ο αγανακτισμένος ελληνικός λαός επαναστάτησε και τον Οκτώβριο 1862 έδιωξε τον βασιλιά Όθωνα και τη σύζυγό του Αμαλία από την Ελλάδα.

Η βαριά φορολογία δέσποζε στις αφορμές που οδήγησαν στην έκρηξη του ελληνικού λαού. Περίπου δύο μήνες αργότερα συνερχόταν στην Αθήνα η Εθνοσυνέλευση, η χώρα περιήλθε σε κατάσταση αναρχίας και έντονων κομματικών αντιπαραθέσεων με ανθρώπινα θύματα και στις 18 Οκτωβρίου 1863 έφθανε στον Πειραιά ο νέος βασιλιάς, ο Γεώργιος Α΄. Για να εκτονωθεί η κατάσταση ο νέος βασιλιάς επενέβη για τον σχηματισμό συμμαχικής κυβέρνησης με τους Δημήτριο Βούλγαρη και Επαμεινώνδα Δεληγιώργη.

Κι ενώ όλοι πίστευαν πως η κατάσταση έβαινε προς εξομάλυνση και ότι θα λαμβάνονταν φιλολαϊκά μέτρα, ως… κεραυνός εν αιθρία, εμφανίστηκε στο προσκήνιο το νομοσχέδιο «περί φόρου οικοδομών»[1]. Τότε επιβλήθηκε φόρος σε όλες τις οικοδομές, χωρίς διάκριση αν ήταν νοικιασμένες ή όχι και βάσει της ετήσιας προσόδου τους. Ως ετήσια πρόσοδος λογιζόταν το ενοίκιο που εισέπραττε ο ιδιοκτήτης ή θα εισέπραττε αν νοίκιαζε το σπίτι του! Δηλαδή φορολογήθηκε ότι ήταν κτισμένο και κατοικημένο.

Ελάχιστες ήταν οι εξαιρέσεις. Μόνον τα ακίνητα που ήταν ακατοίκητα όλο τον χρόνο, ενώ για δύο χρόνια απαλλάσσονταν τα νεοαναγειρόμενα ακίνητα και διά παντός οι ναοί και τα Ανάκτορα! Όπως ήταν φυσικό, οι αντιδράσεις υπήρξαν πολλές και πολλοί οι βουλευτές (πληρεξούσιοι) που αρνήθηκαν να ψηφίσουν τον νόμο όταν ήρθε στη Βουλή τον Δεκέμβριο 1863. «Ούτε οι Bαυαροί δεν επέβαλαν φόρον επί του ασύλου του πολίτου», φώναζε από τα έδρανα ο πληρεξούσιος Πετρινός, χαρακτηρίζοντας τη νέα φορολογία πιο αποτρόπαια και από το τουρκικό αβαρίζι[2].

Ο υπουργός Εσωτερικών Αθανάσιος Πετιμεζάς.

«Θα εξεγερθεί ο λαός και θα αγανακτήσει κατά της Συνελεύσεως», φώναζαν άλλοι. Οι προτάσεις που κατατέθηκαν ήταν πολλές και σημαντικές. Όπως ότι έπρεπε να υπάρξει δίκαια φορολογία και οι πλούσιοι να πληρώνουν περισσότερα και ανάλογα με την περιουσία τους. Ο καθηγητής Πανεπιστημίου Παύλος Καλλιγάς πρότεινε να τεθούν συγκεκριμένα όρια ώστε να μην επιβαρυνθούν τα λαϊκά στρώματα και να αντιμετωπιστούν διαφορετικά οι γεωργικές εκτάσεις[3].

Ο πληρεξούσιος Ν. Κατζικαπής ματαίως προσπαθούσε να πείσει την Συνέλευση πως ο λαός δεν της είχε παραχωρήσει την εξουσία να προβεί σε τέτοιους είδους ρυθμίσεις. Οι αποφάσεις όμως είχαν ληφθεί. Ο καταγόμενος από τα Καλάβρυτα υπουργός Εσωτερικών Αθανάσιος Πετμεζάς (1828-1885) ανέλαβε το δυσάρεστο καθήκον να υποστηρίξει το νομοσχέδιο, το οποίο εντέλει ψηφίστηκε με χίλια μύρια εμπόδια. Η απογοήτευση του κόσμου ήταν μεγάλη και πολλοί ήταν εκείνοι που μετάνιωναν στρέφοντας το βλέμμα τους με νοσταλγία προς τα περασμένα χρόνια[4].