όταν τολμάς,χάνεις για λίγο το βήμα σου…όταν δεν τολμάς,χάνεις για πάντα τον εαυτό σου

«ἰδοὺ ἐγὼ σκελίζω τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν ταύτην ἐν θλίψει, ὅπως εὑρεθῇ ἡ πληγή σου»,

Ιερεμίας

Από που κι ως που, πως και πόσα;

“Τον παλιό καιρό ήταν πολλοί σοφοί και μεγάλοι άνθρωποι στην πατρίδα μας και όλα τα βασίλεια που το άκουγαν αυτό ζήλευαν και ήθελαν να φτάσουν τους Έλληνες στη γνώση και στα γράμματα. Έτσι λοιπόν κάποτε αποφάσισαν να μαζευτούν όλοι οι σοφοί που ήταν σε διάφορους τόπους και ξεκίνησαν να ΄λθουν εδώ και να δουν αν θα μπορέσουν να βάλουν κάτω τους δικούς μας. Το έμαθαν όμως οι Αθηναίοι και ένας από τους σοφούς τους ντύνεται βοσκός και μ΄ ένα ραβδί κι ένα κοπάδι πρόβατα κατεβαίνει στον Πειραιά και τα ΄βοσκε.
Σαν έφθασαν οι σοφοί απ΄ τα ξένα όταν βγήκαν στη στεριά τον πρώτο που απάντησαν ήταν εκείνος ο βοσκός. Τους ήλθε λοιπόν η ιδέα να δοκιμάσουν αυτόν για να δουν τι πράμα είναι και οι παρακατιανοί άνθρωποι στην Ελλάδα και να κρίνουν αν θα μπορούν να τα βγάλουν πέρα με τους μεγάλους. Πλησιάζουν λοιπόν τον βοσκό, τον χαιρετούν και τον ρωτούν μονομιάς, γρήγορα – γρήγορα για να δουν αν θα καταλάβει και τι θ΄ αποκριθεί:
-“Από που κι ως που, πως, πόσα;” (υπονοώντας από που -είσαι ή έρχεσαι; που -πας; πως -λέγεσαι; και πόσα -είναι τα πρόβατά σου;). Κι εκείνος ο βοσκός τους απαντά:
-“Απ΄ Αθήνα, στα λειβάδια, Θόδωρος και πεντακόσα”!
Όταν τ΄ άκουσαν εκείνοι τάχασαν και λεν αναμεταξύ τους: “Μωρέ που πάμε; Με ποιούς γυρεύουμε να τα βάλουμε; Ένας παλιοβοσκός μας απάντησε έτσι, αμμή οι σοφοί τι θάνε; Άιντες πίσωτε να φύγουμε! Κι έτσι γύρισαν πίσω στο τόπο τους καταντροπιασμένοι!”.
Κατ΄ άλλη όμως παραλλαγή του μύθου ο βοσκός δεν ήταν μεταμφιεσμένος σοφός αλλά πραγματικός βοσκός στον Πειραιά που απάντησε με την ετοιμότητα του ελληνικού πνεύματος, και ο ερωτήσας δεν ήταν αλλοεθνής αλλά Αθηναίος επίσημος που ήθελε να βεβαιωθεί αν οι απλοί άνθρωποι είχαν ευφυΐα και νόηση.

Η γλώσσα μας

Άκρον άωτον.

Την φράση χρησιμοποιούμε, για να χαρακτηρίσουμε το ανυπέρβλητο, το ανώτατο δυνατό όριο (αρετής,ή κακίας), καλοσύνης, ευγενείας, σεμνότητας και κλπ.

Την φράση αυτή την πρώτοχρησιμοποιούν οι αρχαίοι συγγραφείς Θεόκριτος και Πίνδαρος

Από την ομιλία του Οδυσσέα Ελύτη

 στους Έλληνες της Σουηδίας μετά την απονομή των βραβείων Νόμπελ:


«Για εμάς η Ελλάδα είναι αυτές οι στεριές οι καμένες στον ήλιο κι αυτά τα γαλάζια πέλαγα με τους αφρούς των κυμάτων. Είναι οι μελαχρινές ή καστανόξανθες κοπέλες, είναι τ’ άσπρα σπιτάκια τ’ ασβεστωμένα και τα ταβερνάκια και τα τραγούδια τις νύχτες με το φεγγάρι πλάι στην ακροθαλασσιά ή κάτω από κάποιο πλατάνι. Είναι οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας με το τουφέκι στο χέρι, αυτοί που λευτερώσανε την πατρίδα μας και πιο πίσω, πιο παλιά, όλοι μας οι πρόγονοι που κι αυτοί ένα μονάχα είχανε στο νου τους -όπως κι εμείς σήμερα: τον αγώνα για τη λευτεριά.»

Ανούσια ερωτήματα

Ποιός ωφελείται περισσότερο από την φιλανθρωπία ο δωρητής ή ο αποδέκτης;

Ερωτά και απάντηση δεν περιμένει ο αιπόλος της Πάρνηθας.