


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.




Η γλώσσα μας
Γλείφω ή γλύφω;
Και τα δύο είναι απολύτως σωστά, είναι όμως δύο διαφορετικές λέξεις. Είναι ομόηχες αλλά με διαφορετική ετυμολογία και σημασία. Γλείφω το παγωτό, «λείχω» στα αρχαία (εξού και τα: γλειφιτζούρι, γλείψιμο, γλείφτης) και γλύφω την πέτρα, δηλαδή την σκαλίζω (έτσι εξηγούνται μεταξύ άλλων τα: γλύπτης, οδοντογλυφίδα).
Για να γίνει κατανοητή η διαφορά θυμηθείτε την ατάκα: «έρωτά μου τοκογλύφε, γλείφε το κορμί μου, γλείφε»

Η γλώσσα μας.
Ειρωνεία ή ειρωνία;
Πάει καλύτερα στο μάτι το –ει, γιατί όμως:
Διότι ο κανόνας λέει πως γράφονται με -εια τα θηλυκά:
-που παράγονται από ρήματα σε -εύω: ειρωνεύομαι–> ειρωνεία
-που παράγονται από επίθετα σε -ης: ευγενής –> ευγένεια
-που παράγονται από επίθετα σε -είος: ανδρείος –> ανδρεία
Κάποιες λέξεις είναι σωστές όπως και αν τις γράψουμε πχ εταιρία και εταιρεία ενώ άλλες με διαφορετική ορθογραφία παίζει να έχουν και άλλο νόημα: εφορία και εφορεία.
Η Επανάσταση του 1821 είναι μια συγκλονιστική εποχή της νεοελληνικής ιστορίας, και εξαιρετικά γοητευτική. Γέννησε ένα ανεξάρτητο, σύγχρονο κράτος, ενώ εμπεριείχε και στοιχεία ανατροπής, μεταρρύθμισης και νεωτερικότητας που σφράγισαν την πορεία της Ελλάδας.
Συνοδεύτηκε, στο πέρασμα του χρόνου, από κάποιους μύθους και κιτσάτες υπερβολές, μερικά ιστορικά ψέματα, τα ξέρουμε όλοι… Αλλά οι περισσότεροι από εμάς, με αφορμή την Επέτειο 200 ετών, νιώθουμε περήφανοι με τον συμβολισμό λέξεων όπως Πατρίδα, Πατριωτικός και Εθνικός -με το σύγχρονο νόημα που εμπεριέχουν αυτές οι λέξεις στον 21ο αιώνα.
Υπάρχουν, όμως, πολλοί στη χώρα μας που φρίττουν με τους εθνικούς εορτασμούς, μισούν την έννοια της πατρίδας και περιγελούν την επέτειο. Θα εξηγήσω παρακάτω.
Διάβαζα, προχθές, έναν Γάλλο διπλωμάτη, τον Ζεράρ Αρό, που έγραψε στο Twitter, με αφορμή την Επέτειο 200 χρόνων: Όπως μου έμαθε ο καθηγητής μου των Αρχαίων Ελληνικών «κάθε μεγάλο και ευγενές στην Ευρώπη, ειπώθηκε πρώτα στα ελληνικά». Όλοι οι Ελληνες, σκέφτηκα, θα έπρεπε να καμαρώνουν με τον ίδιο τρόπο!
Είδαμε όλοι, επίσης, τις εκδηλώσεις αγάπης και συγκίνησης σε διάφορες χώρες. Στα δημόσια κτίρια, από τη μια άκρη της γης ως την άλλη, αναρτήθηκε η ελληνική σημαία και σύμβολα του ελληνισμού. Εννέα πρέσβεις στην Αθήνα διάβασαν φιλελληνικά ποιήματα, on camera, τιμώντας την επέτειο των 200 χρόνων της ελληνικής παλιγγενεσίας και επιβεβαιώνοντας τον δεσμό που σφυρηλάτησε η εξεγερμένη Ελλάδα με τους λαούς της Δύσης και με τους ποιητές τους.
Η γερμανική Süddeutsche Zeitung δημοσίευσε, προχθές, μακροσκελέστατο άρθρο με τίτλο «Είμαστε όλοι Έλληνες!». Η γαλλική βουλή έβγαλε, για πρώτη φορά, από την ολομέλεια μια ιστορική ταπισερί, την «Σχολή των Αθηνών» και την δάνεισε, τιμής ένεκεν, στο ελληνικό κοινοβούλιο, για ένα χρόνο. Πράγματι, η Επανάσταση του ’21 κινητοποίησε πολλούς Ευρωπαίους, που θαύμαζαν βαθιά τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και έτρεξαν στα οθωμανικά εδάφη για να βοηθήσουν τους σκλαβωμένους ανθρώπους τους οποίους αντιλαμβάνονταν ως ό, τι κοντινότερο στην Ελλάδα του Περικλή και του Λεωνίδα.
Και βέβαια, τιμούν τη χώρα μας, για τα 200 χρόνια, ο διάδοχος Κάρολος με την σύζυγό του, ο πρωθυπουργός της Ρωσίας, η υπουργός Αμυνας της Γαλλίας, που θα παρευρεθούν στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου. Οι ξένοι στέλνουν ξανά το μήνυμα ότι η Ελλάδα είναι ένα ισχυρό brand -αρχαία, μετεπαναστατική και σύγχρονη. Η επέτειος των 200 χρόνων είναι, κατά συνέπεια, μια τεράστια ευκαιρία για την Ελλάδα να δώσει παγκόσμια διάσταση σε μια ιστορική εποχή και να συντηρήσει το φιλελληνικό πνεύμα. Και, ταυτόχρονα, να στείλει το μήνυμα ότι η χώρα μας μπορεί να έχει αυτή τη στιγμή έναν κουρασμένο λαό από έναν ανελέητο ιό, αλλά αισιοδοξεί για το μέλλον, έχει πολλές δυνατότητες και προσβλέπει να βγει σύντομα στο ξέφωτο.
Συμφωνούμε όλοι στα συγκινητικά και εμβληματικά μηνύματα της Επετείου; Ευχόμαστε όλοι την ανύψωση της Ελλάδας, θέλουμε να τη δούμε να ανοίγει βήμα στο μέλλον; Οχι, φυσικά. Δεν κυκλοφορούν μόνο Φιλέλληνες, αλλά και πολλοί μισέλληνες δίπλα μας.
Διάβαζα, για παράδειγμα, πως σχολίαζε, πρόσφατα, η Εφημερίδα των Συντακτών την Επέτειο των 200 χρόνων: «…Αλλά αυτή η αντίθεση που οδήγησε σε ένα «κιτσάτο υβριδικό σχήμα» ανταποκρίνεται ακριβώς στην ταυτότητα της σημερινής Δεξιάς στην Ελλάδα, που επιχειρεί να συνδυάσει τη σκληρή εθνικιστική ατζέντα (μέσω της οποίας προσεγγίζει και ενσωματώνει ακόμα και την Ακροδεξιά) με μια ακραία προσήλωση στα οικονομικά δόγματα του νεοφιλελευθερισμού και τις πολιτικές τους απολήξεις…».
Τι να σχολιάσεις.
Είδα και την ανάλυση που έκανε ο Αντώνης Λιάκος (ΣΥΡΙΖΑ) για την Επανάσταση του 1821: «Ο εορτασμός των 200 χρόνων της επανάστασης χρησιμοποιείται για να στερεωθεί μια νέα ηγεμονία. Μια νέα ηγεμονία που βασίζεται σε αποκλεισμούς και δημιουργία νέων ιεραρχιών, με πυρήνα μια συμμαχία ανάμεσα σε εκσυγχρονιστική Δεξιά και δεξιόστροφο εκσυγχρονισμό». Ο άνθρωπος πιστεύει ότι ο πατριωτισμός είναι έννοια ντροπιαστική.
Διάβασα και την Διακήρυξη της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΕ για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση: «Με το 1821 ασχολείται η αστική τάξη…ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα ιστορικά ξεπερασμένο… αργά ή γρήγορα θα κυοφορήσει την αλλαγή αυτού του συσχετισμού, επιβεβαιώνοντας πως η εποχή μας είναι εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό – κομμουνισμό».
Πόσο μίσος! Πόση απέχθεια για καθετί πατριωτικό ή για όσα αποδίδουν την εθνική ενότητα και ταυτότητα της Ελλάδας. Από τον Γιάννη Κορδάτο ως σήμερα, η Αριστερά παλεύει (μάταια, όπως αποδεικνύεται) να βάλει στο ’21 έναν ταξικό χαρακτήρα, αφαιρώντας τον εθνικό, θέλοντας να επιβάλλει, στην πραγματικότητα, τη στρατηγική της για την κατάληψη της εξουσίας από το Κομμουνιστικό Κόμμα.
Στην ίδια γραμμή, πρόσφατα, η «Αυγή» και η Σία Αναγνωστοπούλου (ΣΥΡΙΖΑ) η οποία διερωτάται «1821-2021: Μια επέτειος για τα «πανηγύρια» της ΝΔ;» και, γεμάτη χολή, καταλήγει ότι «η ΝΔ επιδιώκει να στήσει ένα «νέο εθνικό αφήγημα», μια «νέα ενιαία ταυτότητα», αισθητικής και περιεχομένου αρμάτων 2004». Ατόφιο μίσος για το υπερθέαμα στην τελετή των Ολυμπιακών Αγώνων, που θαύμασε ο πλανήτης! Αποκαλεί, φυσικά, «αρλούμπα» την προσπάθεια της χώρας μας να κάνει rebranding στην εικόνα της. Άρνηση και μια αίσθηση μαυρίλας, σαν να επιθυμεί όλα να καταστραφούν.
Στο ίδιο μήκος κύματος και η …διαδήλωση που έκαναν οι «γνωστοί-άγνωστοι», στο κέντρο της Αθήνας, την περασμένη Κυριακή, «ενάντια στον εορτασμό των 200 χρόνων από την ίδρυση του ελληνικού έθνους-κράτους», εκτοξεύοντας συνθήματα μίσους. Είναι οι ίδιοι που διαδήλωναν υπέρ του τρομοκράτη Κουφοντίνα, με το σύνθημα «Στο διάολο η οικογένεια, στο διάολο η πατρίς, η Ελλάδα να πεθάνει να ζήσουμε εμείς».
Όμως, όλοι οι υπόλοιποι Έλληνες, που τιμούν το παρελθόν και τα σύμβολα της πατρίδας και κρατούν από την Ιστορία τα χρήσιμα για το μέλλον, είναι έτη φωτός μακριά από αυτά τα διδάγματα μίσους της ελληνικής Αριστεράς. Υπάρχει μια άλλη Ελλάδα απέναντι στους μισέλληνες. Παρά τα προβλήματα, κοιτάζει το μέλλον και προσδοκά, αντλεί από την Ιστορία, δεν γυρίζει συνεχώς στο παρελθόν, για εκδίκηση. Αυτή την Ελλάδα ας τιμήσουμε, με αφορμή την Επέτειο.
Και ευτυχώς, θα μου πείτε, την ώρα που οι μισέλληνες φρίττουν με τους ήρωες του 1821, υπάρχουν και άνθρωποι σαν τον Μαρκ Μαζάουερ που στο υπό έκδοση βιβλίο του για την Ελληνική Επανάσταση μελετά και αναλύει πώς σταδιακά κατέστη κυρίαρχη η αντίληψη περί απόλυτης ταύτισης ελληνικότητας και χριστιανοσύνης. Ένας Εβραίος, Βρετανός ιστορικός, ερευνά την ελληνική ιστορία, με τις έννοιες που η ελληνική Αριστερά απεχθάνεται και μισεί.
Και κάτι τελευταίο: Ας μη δούμε στους επίσημους εορτασμούς για τα 200 χρόνια περικεφαλαίες με Κολοκοτρώνηδες, ψευτο-τσάμικα, δήθεν ηρωικές αναπαραστάσεις, δήθεν πατριωτικές κορώνες και φουστανέλες που περισσότερο ρεζιλεύουν παρά τιμούν το παρελθόν.
Σοφία Γιαννακά.
Πηγή: https://www.iefimerida.gr/.

Μάθαμε να δοξάζουμε το παρελθόν και να απαξιώνουμε το παρόν μας. Λέμε ότι δεν είμαστε αντάξιοι ένδοξων προγόνων, αν και ξέρουμε ότι και αυτοί ακόμα θα έμεναν εκστατικοί, γεμάτοι δέος, μπροστά σε αυτά που έχουμε πετύχει. Η Ελλάδα έχει καταφέρει τεράστιους άθλους σε λιγότερα από 200 χρόνια. Και όμως, δεν το θυμίζουμε στον εαυτό μας
Κώστας Γιαννακίδης/protagon

Στις αρχές του 1922 οι οικονομικοί πόροι της Ελλάδας είχαν εξαντληθεί από το πόλεμο. Η χρηματοδότηση της Μικρασιατικής Εκστρατείας βρισκόταν σε κίνδυνο…

Στις αρχές του 1922 οι οικονομικοί πόροι της Ελλάδας είχαν εξαντληθεί από το πόλεμο. Η χρηματοδότηση της Μικρασιατικής Εκστρατείας βρισκόταν σε κίνδυνο. Ήταν η περίοδος που οι Τούρκοι υπό τον Κεμάλ Ατατούρκ άρχισαν να έχουν το πάνω χέρι στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Η περιοδεία του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη (1867-1922) και του Υπουργού Εξωτερικών Γεωργίου Μπαλτατζή (1868-1922) στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για τη σύναψη δανείου δεν καρποφόρησε. Σε μία ύστατη προσπάθεια, στις 11 Φεβρουαρίου 1922 ο Γούναρης συμφώνησε με ομάδα άγγλων κεφαλαιούχων για δάνειο ύψους 15.000.000 δραχμών, που όμως δεν εκταμιεύτηκε ποτέ.null
Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου, ο Γούναρης έσπευσε να ενημερώσει τους στενούς συνεργάτες του σχετικά με την αποτυχία του ταξιδιού του στην Ευρώπη. Τους τόνισε ότι η χώρα χρειαζόταν επειγόντως πόρους, που δεν μπορούσαν να προέλθουν από τη χρονοβόρο διαδικασία της αύξησης της φορολογίας ή των δασμών.
Μόλις ολοκληρώθηκε η ενημέρωση, έμεινε μόνος στο πρωθυπουργικό γραφείο με τον Υπουργό Οικονομικών και Επισιτισμού Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη (1860-1922). Σύμφωνα με τον βιογράφο του, Αλέξανδρο Οικονόμου, ο Πρωτοπαπαδάκης σηκώθηκε από τη θέση του και απευθυνόμενος στον Γούναρη του είπε: «Δημητράκη, τα ηύρα τα λεπτά». Ο Γούναρης έμεινεν εμβρόντητος και τον εκοίταζε με ολάνοιχτα μάτια, χωρίς να αρθρώνη λέξιν. Ο Πρωτοπαπαδάκης, αντί άλλης εξηγήσεως, έβγαλε από το πορτοφόλι του εν εκατοντάδραχμον χαρτονόμισμα, το έκοψε εις δύο και επέδειξε τα τεμάχια κρατών αυτά προ των εκστατικών οφθαλμών του φίλου του. Ο Γούναρης δεν εκαταλάβαινε τι συμβαίνει. – Ενόμισα πως τρελλάθηκε, έλεγε κατόπιν. Αφού, λοιπόν, ο Πρωτοπαπαδάκης απήλαυσε το θέαμα, το οποίο παρείχε ο φίλος του, αποφάσισε να του εξηγήση το σχέδιόν του. Πλήρης θαυμασμού ο Γούναρης δια την ευφυά και απλουστάτην επινόησιν προσεπάθησεν εν τούτοις να εύρη κάθε πιθανήν αντίρρησιν διά την ορθότητα της εφαρμογής της. Και ηύρε, ως έλεγε, πολλάς, αλλ’ ουδεμία ηδύνατο να σταθή προ των επιχειρημάτων του Πρωτοπαπαδάκη. Απεδέχθη λοιπόν πλήρως το σχέδιόν του. Αμφότεροι ετήρησαν απόλυτον εχεμύθεια…». Επρόκειτο για ένα είδος εσωτερικού αναγκαστικού δανεισμού, με το πρωτότυπο μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος, της δραχμής εν προκειμένω.
Ένα μήνα αργότερα, στις 21 Μαρτίου 1922, ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, μιλώντας από το βήμα της Βουλής για τον προϋπολογισμό του 1921-1922, αποκάλυψε το σχέδιό του για τη σύναψη αναγκαστικού εσωτερικού δανείου, επαναλαμβάνοντας την παράσταση που είχε δώσει ένα μήνα νωρίτερα ενώπιον του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη. Έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτονόμισμα και το επέδειξε στη Βουλή λέγοντας: «Ιδού κύριοι, έν εκατοντάδραχμον. Προς τα δεξιά είναι η εικών του Γεωργίου Σταύρου, προς τα αριστερά το Βασιλικόν Στέμμα. Ευθύς ως το νομοσχέδιον ψηφισθή θα διχοτομήσω το εκατοντάδραχμον (ο κύριος υπουργός βγάζει από το χαρτοφυλάκιόν του μίαν ψαλλίδα γραφείου και προ της εκθάμβου Βουλής κόπτει εις δύο το εις χείρας του χαρτονόμισμα). Και το τεμάχιον το φέρον την εικόνα του Γ. Σταύρου θα εξακολουθήση κυκλοφορούν ως νόμισμα 50 δραχμών, το δε έτερο ήμισυ-αφού το στέμμα-θα αποτελή ομολογίαν 50 δραχμών». Η έκπληκτη Βουλή δέχθηκε την αγόρευση Πρωτοπαπαδάκη με «διαμαρτυρίας, γέλωτας και ραγδαία χειροκροτήματα», όπως αναφέρονται στα Πρακτικά της σώματος.null
Το μέτρο της διχοτόμησης του χαρτονομίσματος προκάλεσε ζωηρή συζήτηση, τόσο εντός, όσο και εκτός του κοινοβουλίου. Υποστηρίχθηκε ότι εκλόνιζε την εμπιστοσύνη στο νόμισμα, ενώ σύμφωνα με τον Ριζοσπάστη έπληττε τα λαϊκά στρώματα του πληθυσμού. Ο πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης παραδέχθηκε ότι το μέτρο παρουσίαζε πολλές αδυναμίες, αλλά ήταν το πιο ενδεδειγμένο για τις κρίσιμες στιγμές που περνούσε η χώρα, αφού εξωτερικό δάνειο δεν είχε εξασφαλισθεί και εσωτερικό δάνειο δεν μπορούσε να επιδιωχθεί με κλονισμένη την αξία του νομίσματος. Η φιλελεύθερη αντιπολίτευση ετάχθη κατά του νομοσχεδίου, αν και ο έμπειρος περί τα οικονομικά Εμμανουήλ Τσουδερός παραδέχθηκε τη «σοβαρότητα και το πολύπλοκο του θέματος».
Οι εφημερίδες, κυρίως της συμπολίτευσης, τήρησαν αμήχανη στάση και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να τις δωροδοκήσει για να υποστηρίξουν το αναγκαστικό δάνειο, όπως αναφέρει στο Ημερολόγιό του ο Ιωάννης Μεταξάς (Πέμπτη 24 Μαρτίου): «Αι εφημερίδες επληρώθησαν αδρότατα εκατό χιλιάδες εκάστη, αι βενιζελικαί, αφού εφάνησαν δεχόμεναι κατ’ αρχάς, ηρνήθησαν έπειτα. Το μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος χαρακτηρίστηκε «ηρωική δημοσιονομία» από τον διάσημο οικονομολόγο και κοινωνιολόγο Βιλφρέντο Παρέτο, ενώ επαινέθηκε από τον βρετανό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ.
Το νομοσχέδιο ψηφίσθηκε στις 25 Μαρτίου 1922 με ψήφους 151 έναντι 148 και η διχοτόμηση του νομίσματος έγινε νόμος του κράτους με αριθμό 2749. Από το αναγκαστικό δάνειο εξαιρέθηκαν οι ξένοι υπήκοοι και οι ξένες εταιρείες. Σύμφωνα με το νόμο, το μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος θα λειτουργούσε ως εξής: Οι κάτοχοι των χαρτονομισμάτων θα κρατούσαν το αριστερό κομμάτι (που ονομαζόταν στην καθομιλουμένη «Σταύρος», επειδή είχε χαραγμένο πάνω του το κεφάλι του Γεωργίου Σταύρου), το οποίο θα είχε την αξία των 50 δραχμών, και το δεξιό κομμάτι (που ονομαζόταν αντιστοίχως «στέμμα») θα επιστρεφόταν στην Εθνική Τράπεζα, η οποία θα έδινε μιαν απόδειξη (αργότερα θα τυπώνονταν κανονικοί τίτλοι που θα αντικαθιστούσαν την απόδειξη) για τη συμμετοχή τους στο αναγκαστικό δάνειο.
Το επιτόκιο των ομολογιών ήταν αρκετά υψηλό, στο 7% (έναντι 4% των καταθέσεων ταμιευτηρίου), και αργότερα κατέβηκε στο 6,5%, ώστε τα χρήματα που θα εξοικονομούνταν, να μοιραστούν μέσω κληρώσεως, εν είδει λαχείου. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν τυχερά παιχνίδια κι έτσι η κλήρωση αυτή είχε θετική απήχηση στα λαϊκά στρώματα του πληθυσμού.
Το αναγκαστικό δάνειο του Πρωτοπαπαδάκη απέφερε στο Δημόσιο το σημαντικό ποσό των 1.550.000.000 δραχμών. Βοήθησε να αντιμετωπισθούν οι άμεσες ανάγκες έως το φθινόπωρο του 1922, αλλά δεν έλυσε το οικονομικό πρόβλημα της χώρας. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων, ο εξωτερικός δανεισμός της χώρας έγινε επιτακτικό
Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/490?utm_campaign=content&utm_source=newsletter&utm_medium=email
© SanSimera.gr


