
Πάσχα στην ορεινή δωρίδα

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.

Πάσχα στην ορεινή δωρίδα



Πάσχα του 2002. Δύναμη και υπομονή Νικόλα!
Το φετινό Πάσχα το ιστολόγιο δεν τήρησε τις παραδόσεις -δεν βάλαμε κανένα λεξιλογικό/φρασεολογικό άρθρο σχετικό με την περίσταση. Όμως θα σας αποζημιώσω με ένα σπάνιο διήγημα, που το ανακάλυψε πριν από μερικά χρόνια ο φίλος μας ο Πέπε σε ένα παλιό σεντούκι, στο σπίτι που νοίκιαζε στην Κρήτη.
Επειδή είναι γραμμένο μεν σε καθαρεύουσα αλλά και περιέχει στους διαλόγους πολλές ιδιωματικές λέξεις, στο τέλος υπάρχει γλωσσάρι, πάλι με φροντίδα του Πέπε, ο οποίος επίσης συμπλήρωσε ορισμένα σημεία όπου το χειρόγραφο ήταν φθαρμένο από την πολυκαιρία και την υγρασία.
Για τον συγγραφέα ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά. Εικάζεται ότι πρόκειται για ψευδώνυμο φανατικού λάτρη του Παπαδιαμάντη, φυσικά Κρητικού. Ίσως με τα σχόλιά σας βοηθήσετε να μάθουμε περισσότερα.
Ἀλεξαντρὴς Παπαδοδιαμαντάκης
ΤΟ ΣΠΡΕΣΟΜΠΡΙΚΟ
—Ὀφέτος, γρά, παράδες τὸ χάρισμα, μὰ καλά ντως εἶναι. Κι ὅσο γιὰ τσὶ καφέδες, νὰ πίνομε θέλει φραπέδες ἀποὺ τσί ‘χαμε και στὸ χωριό μας.
—Ἐδὰ* στὰ γεροντάματα, μάθε γέρο γράμματα, ἔσειε θυμοσόφως τὴν κεφαλὴν ἡ θειὰ τὸ Ἀριανθώ.
Ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἐνιαυτοῦ, ἀφοῦ δῆλα δὴ εἶχεν ἐνσκήψει ἡ διαβόητος πανδημία τοῦ ἔτους 202…, ἡ μαστίζουσα ὄχι μόνον τὴν Χώραν καὶ τὴν νῆσον ἅπασαν ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἐπάνω Ἑλλάδα καὶ —καθὼς ἔλεγαν— σύμπασαν ἐν γένει τὴν ὑφήλιον, καὶ ἐκλείσθησαν ὅλοι προληπτικῶς εἰς τὰς οἰκίας των, καὶ ἠρημώθησαν οἱ στράτες, καὶ ἀγριόχοιροι καὶ ἔλαφοι καὶ δελφῖνες καὶ παντοῖα ἄλλα θηρία ἐσεργάνιζαν ἀνενόχλητα εἰς τῆς πόλεως τὸ κέντρον, καὶ ἐκατέβασαν οἱ καταστηματάρχαι τὰ κεπέγκια, καὶ μόναι αἱ ἐκκλησίαι παρέμενον ἀσφαλεῖς καὶ ἀπυρόβλητοι, ἀλλὰ καὶ πιὸ στερνά, ἀνειμένων ἤδη ὁπωσοῦν τῶν μέτρων, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ τέηκ ἀγοαίη καὶ τοῦ κλὶκ ἰνσάιδ, οὐδεμίαν εἶχεν ἐπιχειρήσει ἐμπορικὴν συναλλαγὴν ὁ μπάρμπα Νικολῆς, εἰ μὴ μόνον ἅπαξ τὴν ἀγορὰν καινούργιου λουρακίου διὰ τὸ ῥωλόγι του τῆς χειρός, ἀπορρακωθέντος ἤδη πρὸ καιροῦ τοῦ παλαιοῦ καὶ εἰς κλωστὰς καταστάντος. Τὸ ποσὸν ἦτο εὐκαταφρόνητον, δέκα εὐρουλάκια ἐν ὅλῳ ἢ δεκαπέντε, ὅσα καὶ τὰ τετραγωνικὰ τοῦ συνοικιακοῦ καταστήματος ὅπου τὸ ἐψώνισεν· καὶ πάλιν ὁ ἔμπορος ἀρχικῶς ἠξίου νὰ τοῦ δείξῃ ὁ γέρων μουστερὴς τὸν ἐσεμέν, ἤ, ἐλλείψει τοιούτου, νὰ τὸν ἀποστείλει παραχρῆμα· ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιμονὴν τοῦ γέροντος, καὶ ἀφοῦ, περιστρέψας τὸ βλέμμα πρῶτον εἰς τὴν πλατεῖαν τὴν σφύζουσαν ἀπὸ μασκοφόρους, ὕστερον εἰς τὸ σκοτεινὸν καὶ φτωχικὸν καὶ ἔρημον ἐσωτερικὸν τοῦ μαγαζιοῦ του, ἐννόησεν ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ μάταιον καὶ τὸ γελοῖον τοῦ πράγματος, ἔστερξεν ἐπὶ τέλους νὰ δεχθῇ τὸν ἀνεσέμεστον μουστερήν, ὑποτονθορίζων «ἡ γι-ἐμισή ντροπὴ δικιά σου κι ἡ γι-ἐμισὴ δικιά μου».
Ἀλλ’ εἶχε φθάσει ὁ καιρὸς νἀ μυηθῇ πλέον ἑκὼν ἄκων ὁ ἀφιλεσέμεστος μπάρμπα Νικολῆς εἰς τὰς καινοφανεῖς μεθόδους τῶν ἐσεμεστῶν ἀγορῶν. Ἐπλησίαζαν τὰ Λαμπρόσκολα, καὶ ἤδη ἀπό τινων ἑβδομάδων ἐμελέτα εἰς τὸν νοῦ του τίνι τρόπῳ θὰ κατώρθωνε νὰ πάρῃ τὰ ὀφειλόμενα πασκαλινὰ χαρίσματα εἰς τὰ δύο φιλιοτσάκια του. Ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, πιστὸς εἴς τι ἔθιμον τὸ ὁποῖον ἄδηλον ἦτο ἂν ὄντως ὑφίστατο παλαιόθεν ἢ τὸ ἐφαντάσθη ἀπατός του, συνώδευε καὶ τὶς δύο λαμπριάτικες λαμπάδες στερεοτύπως μὲ ζεῦγος ὑποδημάτων, φροντίζων ἄλλοτε ἐγκαίρως καὶ ἄλλοτε παρακαίρως νὰ πληροφορηθῇ παρὰ τῶν δύο συντέκνων εἰς ποῖον ἑκάστοτε νούμερον εἶχον αἰσίως ἀνέλθει τῶν βαπτιστηριῶν του τὰ ποδάρια. Μόνον τὰ τελευταῖα χρόνια εἶχεν ἀρχίσει νὰ βάζῃ ὀλίγον νερὸ ‘ς τὸ κρασί του, ἀντικαθιστῶν τὰ ὑποδήματα ἄλλοτε μὲ ροῦχα, ἐνίοτε δὲ μὲ βιβλία, μηδέποτε τολμήσας νὰ ἀνοιχθῇ εἰς τολμηροτέρας ἐπιλογάς.
Ἡ ἐνιαύσιος λαπριάτικη λαμπάδα, μαζῆ μὲ τὰ στιβάνια ἢ τὸ ὅποιο ἄλλο χάρισμα, ὀλίγου ἔδει νὰ καταντήσῃ μοναδικὸν σημεῖον ἐπαφῆς του μὲ τὰ δύο φιλιοτσάκια. Τὸ κορίτσι, τὸ Γιασεμώ, γέννημα θρέμμα τῆς Ἀμερικῆς, ἐνῷ παλαιότερον δὲν παρέλειπε νὰ τὸν ἐπισκέπτηται οἰκογενειακῶς ἅπαξ τῆς διετίας, δι’ ὀλίγας ἑβδομάδας καθ’ ἃς ἀμφότερα τὰ μέρη προσεπάθουν ὅπως ὅπως ν’ ἀποκαταστήσουν ποιάν τινα γνωριμίαν, ἀπὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν πλέον ἠμποδίζετο καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ τακτικὸν προσκύνημα εἰς τὰ παππογονικά της ἐδάφη, ἄλλοτε ὑπὸ ἄλλων λόγων καὶ ἐσχάτως καὶ ὑπὸ τῆς πανδήμου μάστιγος. Μὲ τὸ ἀγόρι, τὸν Μανολιό, τὸ πρᾶγμα ἀρχικῶς ἐπήγαινε καλύτερα, ἐδυσκόλευσεν ὅμως μὲ τὸν ξενιτεμὸν τοὺ μπάρμπα Νικολῆ, μετοικήσαντος εἰς τὸ νησὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐρωτικοῦ μετανάστου, καθ’ ὃν χρόνον καὶ αἱ πεισμονέστεραι προξενήτριαι εἶχον ἐγκαταλείψει πᾶσαν ἐλπίδα ἀποκαταστάσεώς του. Καὶ τὴν μὲν τῶν προξενητριῶν ἀπελπισίαν διέψευσε πανηγυρικῶς, ἀφοῦ ἡ θειὰ τὸ Ἀριανθώ ἐχάρισεν αὐτῷ ὄχι μίαν ἢ σκιὰς* δύο ἀλλὰ τρεῖς ἐν ὅλῳ θυγατέρας, γηγενεῖς τοὺ τόπου ἔνθ’ αὐτὸς ἦτο ξενομπάτης, ἀλλὰ καὶ ὁ Μανολιὸς βεβαίως ἐν τῷ μεταξὺ ἐμεγάλωνε καὶ αὐτός, καὶ δύσκολον ἦτο νὰ διατηρῆται ἡ μετὰ τοῦ νονοῦ πνευματικὴ σχέσις.
Συνέβη δέ, κατ’ ἐκείνας ἀκριβῶς τὰς ἡμέρας ὅπου ἐμελέτα ὁ μπάρμπα Νικολῆς τὰς περὶ τὸ λαμπριάτικο χάρισμα δυσκολίας, νὰ ἐκμετρήσῃ τὸ ζῆν ἓν τῶν πολυτιμοτέρων σκευῶν τῆς οἰκίας του, τὸ ἰμβρίκιον τοῦ ἐσπρέσου. Οὐδεὶς βεβαίως θὰ ἐτόλμα νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἡ ζημία ἦλθεν ἀπροειδοποίητος. Ἐπὶ μῆνας ἤδη τὸ δύσμοιρον σκεῦος, βαρυνθὲν καὶ καταπεπονημένον ἀπὸ τὰς πολυετεῖς καθημερινὰς ὑπηρεσίας ἃς ἀγογγύστως παρεῖχεν εἰς τὴν οἰκογένειαν καὶ πρῶτον βέβαια εὶς τὸν μπάρμπα Νικολῆ, εἶχεν ἀρχίσει πρῶτον νὰ μὴ συνεργάζηται μετὰ τοῦ γκαζακίου παρ’ ἐπιλεκτικῶς μόνον μετὰ τοῦ ‘μματιοῦ τῆς ἠλεκτρικῆς ἑστίας, εἶτα καὶ εἰς αὐτὴν νὰ κάμνῃ νάζια, φθᾶσαν τέλος νὰ μὴ ψήνῃ πλέον ἢ ἕνα καφὲν ἀπὸ τοὺς τρεῖς ἢ τέσσαρας ποὺ τῷ ἀνετίθεντο.
—Μωρὴ γρά, πάλι τὸ ρούφηξε τὸ νερὸ κειόνε τ’ ἀφορεσμένο καὶ μούδε καφὲ ἤψησε μούδε πρᾶμα.
—Ντὰ* δὲ θωρεῖς ἀποὺ τά ‘φαε τὰ ψωμιά ντου, μόνο τὸ ξανοίγεις* κάθα μέρα τάξε* πὼς θαλὰ σάσει ἀμοναχό ντου; Ἐγέρασε, κακομοίτση μου, ὡσὰν ἀποὺ ἐγέρασες κι ἐλόγου σου. Πόρισε* νὰ πάῃς ἴσαμε τοῦ Ρομπογιαννάκη νὰ πουσουνίσεις* ἕνα σπρεσόμπρικο τσ’ ἀθρωπιᾶς.
—Νὰ πάω θέλει, ταχυτέρου* τὸ δίχως ἄλλο γή* μεθαύριο.
—Ἤντά ‘ναι μωρὲ τανὲ* ἀποὺ βαταλαλεῖς* ἐκειά, αὔριο καὶ μεθαύριο; Ἰδια δὰ* νὰ πάῃς. Ταχυτέρου θαλὰ σορημάξει.*
—Μὰ νὰ πάω θέλει, εἶπα σου. Ὤφου!
—Ὡσὰν τὸ ντελόγο* δὲν ἔχει, γέρο, καὶ κατέχεις το.
Καὶ ἐξημέρωσεν ἡ ἡμέρα καθ’ ἣν τὸ σπρεσόμπρικο ἀντέστη σθεναρῶς καὶ εἰς τὴν πρώτην, καὶ εἰς τὴν δευτέραν, καὶ εὶς ὅλας τὰς ἀκολουθησάσας προσπαθείας παρασκευῆς καφέ, μηδ’ ὑπὸ τῶν ἀναθεματισμῶν τοῦ γέροντος καμφθὲν μηδ’ ὑπὸ τῶν καλοπιασμάτων τῆς νεωτέρας ὁπωσοῦν συμβίας του, καθιστῶν διαρρήδην σαφῆ εἰς πάντα ἐνδιαφερόμενον τὸν ἀμετάκλητον αὐτοῦ καὶ τελεσίδικον θάνατον.
—Κι ἐδὰ γέρο, ποιός θαλὰ πάῃ στὸ ντουκιάνι* νὰ πουσουνίσει καφέδες τεκαγουέικους; Ἐγώ ‘χω τὸ κοπέλι στὸ βυζί.
—Νὰ πάω θέλει.
—Τὴν εὐκή μου νά ‘χεις ἀποὺ τό ‘πες, μὰ θωρεῖς το κι ἀμοναχός σου πὼς ἐτελέψαν μπλιὸ τὰ ψόματα. Μεγαλοβδόμαδο, ὁ Ρομπογιανάκης δὲ σφαλιεῖ ὁλημερνὶς ὥσαμε τὴν ἀργατινή.* Ἄμε δὰ νὰ φέρεις ἕνα γ-καινούργιο σπρεσόμπρικο.
—Νὰ πάω, μὰ γιάντα στοῦ Ρομπογιαννάκη;
—Ντὰ ἤντά ‘χει μαθὲς ὁ Ρομπογιαννάκης;
—Καλλιά ‘χω να πήαινα σὲ κιανένα μικρομάγαζο. Ὁ Ρομπογιαννάκης νὰ μοῦ γυρεύγει θέλει πάλι τὸν ἐσεμέ, κι ἐγὼ δὲν κατέχω μπλιὸ μούδε πῶς μπαίνου στὰ μαγαζὰ μούδε πῶς πορίζου μούδε πὼς πουσουνίζου, ἀνάθεγκα ἀποὺ μᾶς τὴν ἐμπερδέσαν τὴ δουλειὰ μὲ τσ’ ἐσεμέδες καὶ τσὶ κλικαγουέδες καὶ τὴν ἐκάμαν ὡσὰν τσὶ μοῦρες τως!
—Σώπαινε μὰ εὔκολό ‘ναι. Ἴδια δὰ θαλὰ σοῦ κλείσω ἀραντεβοῦ γιὰ κλικαγουέ. Ἀνήμενε νὰ μπῶ στὸν ἰντερνέ. Χί*, γιάε* το σάι ντου. Ἀνὲ θέτε, λέει, νὰ πουσουνίσετε, πατήσετε ἐπαὲ νὰ μᾶσε πεῖτε ἤντα ὥρα θαλὰ ‘ρθεῖτε. Ἤντα ὥρα νὰ τῶσε πῶ;
—Ἴδια δά.
—Ντελόγο;
—Κι ἀμ’ ἤντα; Ὡσὰν τὸ ντελόγο δὲν ἔχει!
—Ἕνα γ-κινητό λέει θέλει νὰ μᾶσε πέψει τὸν ἐσεμὲ μὲ τ’ ἀραντεβοῦ, ναί, …, κλὶκ ἐπαέ, ναί, γιάε: χαζίρικος* εἶσαι! Κράθειε* τουτονὲ τὸ χαρτί, τὸν ἀρθιμὸ σοῦ ‘χω γραμμένο, κι ἀγλάκα* μὴν ἀργήσεις καὶ σὲ πέψουν ὀπίσω κακομοίτση μου.
—Σίγουρά ‘ν’ ἐτουτοσὰς ὁ ἀρθιμός;
—Κι ἀμ’ ἤντα, κοπέλια εἴμαστε;
—Ὅ,τι πεῖς, ὑπέλαβεν ὁ μπάρμπα Νικολῆς, καὶ ἐξῆλθεν ὡπλισμένος μὲ ὅλο τὸ θάρρος ποὺ ἀπῃτεῖτο διὰ τοσούτως μέγα διάβημα: τὸ παρθενικὸν αὐτοὺ ἀραντεβοῦ δι’ ἀγορὰς κλικαγουέ.
Πλὴν ἡ τύχη δὲν εὐνοεῖ πάντοτε τοὺς τολμητίας. Φθάσας πρὸ τῶν πυλῶν τοῦ Ρομπογιαννακείου μεγάρου, τοῦ δεσπόζοντος, ἀπὸ τῆς κορυφῆς χθαμαλοῦ λοφίσκου, ἐφ’ ὅλου τοῦ μαχαλᾶ καὶ στεγάζοντος τὸ θηριῶδες πολυκατάστημα, ὁ μπάρμπα Νικολῆς εἶχε ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν δυσπιστίαν αὐστηροῦ πηληκιοφόρου πυλωροῦ, πεισμόνως ἀρνουμένου ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἐγκυρότητα τοῦ ἐπὶ τοῦ χαρτίου γεγραμμένου ἀριθμοῦ καὶ ἀπαιτοῦντος νὰ ἴδῃ τὸν πρωτότυπον ἐσεμέν, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν καθίστατο ἐπιτρεπτὴ ἡ εἴσοδος τοῦ μουστερῆ εἰς τὸ ἄβατον τοῦ καταστήματος. Μπρὲ ἀμάν, μπρὲ ζαμάν, τίποτε. Οὐδ’ εἰς τὰς ἐξηγήσεις τοῦ μπάρμπα Νικολῆ, οὐδ’ εἰς παρακλήσεις, οὐδ’ εἰς ἀπειλὰς ἔστερξεν ὁ ἄτεγκτος ἐκεῖνος Κέρβερος νὰ μεταπεισθῇ, οὐδ’ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο μέσον καὶ ἂν μετῆλθε ἐκεῖνος ἔκλινεν εὐήκοον οὖς, κωφὸς εἰς πᾶσαν φωνὴν πλὴν τῆς τοῦ καθήκοντος. Καὶ ὁ ἀνεσέμεστος γέρων, βλαστημῶν ὑπὸ τὸν πολιὸν αὐτοῦ μύστακα θεοὺς καὶ δαιμόνους, ἐμάζεψε τὰ βρεγμένα του κι ἔστρεψε τὰ μπρὸς τὰ πίσω, ἄπρακτος, ὀργίλος καὶ κατησχυμμένος.
—Ἐτσὰ ὀγλήγορα ἐγιάγειρες* γέρο; Ηὗρες σπρεσόμπρικο τσ’ ἀρεσκιᾶς σου;
—Σώπαινε γρά, κι ἀποταχιᾶς* νὰ πίνομε θέλει φραπέ, ἀποὺ τὸν εἴχαμε καὶ στὸ χωριό μας. Κι ὅσο γιὰ τὰ φιλιοτσάκια, ὀφέτος παράδες θαλά ‘ναι τὸ χάρισμὰ ντως, μόνο νὰ πέψω μαντατοφοριὰ τῶ συντέκνω νὰ μοῦ ποῦνε κιανένα λογαριασμὸ νὰ τῶς τὰ βάλω.
Λεξιλόγιο:
Θα το καταλάβατε βέβαια πως ο Αλεξαντρής Παπαδοδιαμαντάκης, το κρητικό αλτερέγκο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, είναι γέννημα της φαντασίας του φίλου μας του Πέπε. Νομίζω πως οι παπαδιαμαντιστές ανάμεσά μας θα το χάρηκαν και δεν θα το θεώρησαν ασέβεια, μέρα που είναι!
Πηγή: sarantakos.Wordpress.com
Η μάνα δεν αλλάζει σε κανένα είδος !!!!
Όταν ο πελεκάνος αισθάνεται ότι το νεοσσό του έχει δαγκωθεί από φίδι χτυπά το στήθος του με το ράμφος του μέχρι να αιμορραγεί και στη συνέχεια αφήνει το μικρό να τρέφεται με σταγόνες αίματος που περιέχουν το αντίδοτο του δηλητηρίου του φιδιού.
Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα φίδια αποτελούν μέρος της διατροφής του πελεκάνου και ως εκ τούτου καθίστανται άνοσα στο δηλητήριο.
Το Πράσινο Βιβλίο – The Green Book”

(Via: Γωγώ Παπαϊωάννου)



Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/87/78
© SanSimera.gr
ΠΑΣΧΑΛΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
στον Θανάση Χασιακή
Πλησίαζε Πάσχα κι είχαν αρχίσει να έρχονται από τον Πύργο στο χωριό, οι χοντρέμποροι για ν’ αγοράσουν αρνιά. Όταν αυτοί κινούσαν για τα ορεινά, με κάτι γκρανκάσες, έφερναν μαζί τους και μπουλούκια· χαλκιάδες και πρώην τσαμπάσηδες από την Μπαρμπάσαινα, φορτωμένους με κάτι μαυρομάνικα χασαπομάχαιρα.
Ήταν οι «μακελλάρηδες» και τους έφερναν μαζί τους για να σφάξουν τα αρνιά, που ήθελαν να τα στείλουν έτοιμα στον Πύργο. Φτάνοντας στο χωριό, έσφαζαν όλη τη μέρα. Βέλαζε το χωριό ολόκληρο, καθώς η λεπίδα του μαχαιριού, άγγιζε το λαιμό τον αθώων ζώων.
Αυτή η αναστάτωση άρχιζε τη Μεγάλη Δευτέρα και τέλειωνε το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου. Εκείνη τη χρονιά ήταν μια Άνοιξη ανεπανάληπτη. Η εκτροφή αμνών, είχε ξεπεράσει κάθε πρόβλεψη. Τώρα περίμεναν με αγωνία να ακούσουν τις τιμές που θα έδινε ο έμπορας. Μπήκε η Μεγάλη Δευτέρα και στην Ντρόκλα, ακούστηκε ο παρατεταμένος ήχος μιας κόρνας, σημάδι ότι έφτανε η πρώτη γκρανκάσα με τον κρεατέμπορα.
Πάντοτε ερχόταν πρώτος, ένας Νικολόπουλος. Όσο μπόι του έλειπε, άλλο τόσο ήταν ικανός στα παζάρια. Μπήκε στο χωριό, κατέβηκε από το παλιό φορτηγό και πίσω του πήδηξαν από την καρότσα οι «χαλκιάδες» φορτωμένοι με τα μαχαίρια και τους μπαλτάδες, σαν πεχλιβάνηδες. Όλοι μαζί πήγαν στου Μπάμπη και παράγγειλαν τσίπουρα…
Ο Νικολόπουλος, πήγε στην Κάτω Ρούγα, να προλάβει τους άλλους εμπόρους κι άρχισε να κάνει τα παζάρια του. Οι συμφωνίες που έκανε αυτός δεν άλλαζαν. Ήταν το «χρηματιστήριο» των αγοραπωλησιών. Μετά την πρώτη αγορά, άρχιζε η σφαγή.
Στην Κάτω Ρούγα, εκεί που τέλειωνε το χωριό, πάνω στο τελευταίο πλάτωμα πριν το ρέμα του Χαρατσάρι, ήταν μια μεγάλη βελανιδιά. Στον ίσκιο της άρχιζε ο θρήνος! Ένα κλάμα. Καθώς τα ζωάκια, αντιλαμβάνονταν την τύχη τους, το άγχος του θανάτου εισέβαλε χωρίς καμιά λύπη, στην ψυχούλα τους. Ύστερα, το κλάμα αυτό, απλωνόταν στη λαμπερή ατμόσφαιρα πάνω απ’ όλο το χωριό, σαν το λεπίδι άγγιζε το λαιμό των αθώων και τρυφερών αυτών ψυχών. Το αίμα που έτρεχε σαν ρύακας, γινόταν μαύρο και ξεραινόταν εκεί στο πλάι. Γύρω του μαζεύονταν ένα σωρό έντομα κι επί μήνες, εκεί, όλος ο τόπος μύριζε θάνατο, μέχρι να ’ρθουν οι φθινοπωρινές μπόρες και να τον ξεπλύνουν.
Οι χαλκιάδες είχαν πιάσει δουλειά. Πλάι τους, μπουκάλες με τσίπουρο. Πίνοντας, μαλάκωναν την αγριάδα, από το αθώο αίμα, που φόρτωνε μέσα στο μάτι τους. Σφάζοντας αγρίευαν χωρίς να το καταλαβαίνουν. Έσφαζαν ασταμάτητα, χωρίς λύπηση. Ένας από δαύτους, ο περίφημος Γιδόχαρος, ήταν ο πιο δεξιοτέχνης. Ψηλός, λεπτός, με δέρμα σταρένιο, ξανθά μαλλιά και μάτια τσακίρικα. πάντοτε σοβαρός κι αγέλαστος. Αυτός, με μεγάλη επιδεξιότητα, έκανε στον ίδιο χρόνο διπλάσια δουλειά. Σιγοσφύριζε έναν απροσδιόριστο σκοπό, κι όταν η λάμα του μαχαιριού, ακουμπούσε το λαιμό του ζώου, τότε, μισόκλεινε τα μάτια μ’ αποστροφή. Από δίπλα, ντάνιαζαν τα τομάρια.
Το βράδυ τα φόρτωναν στη γκρανκάσα και μαζί με τ’ αρνιά και τα έστελναν στον Πύργο. Εκεί, ξεφόρτωναν τα αρνιά και τα τομάρια τα έστελναν στα βυρσοδεψεία, στα Ταμπάχανα της Πάτρας. Μόλις η μέρα σωνόταν και έμπαινε στη θέση της στο σκοτάδι, μαζεύονταν όλοι στο μαγαζί του Μπάμπη.
Εκεί έβαναν στην τσόχα, τον κάματό τους, τον οποίο, ο Νικολόπουλος τους κατέβαλε αυθημερόν. Στο χαρτί ήταν άσσοι! Άρχισαν να παίζουν «Θανάση» ή 21, κι όπως ήταν μανούλες στα χαρτιά, έγδυναν στην κυριολεξία, εκείνους τους χωρικούς, που είχαν την απρονοησία να εμπιστευτούν τις ικανότητες και την τύχη τους στα χαρτιά. Μια τέτοια επική χαρτοπαιξία έγινε κι εκείνη τη χρονιά.
Το παιχνίδι άρχισε όταν στο καφενείο μπήκε στον καφενέ ο Γιδόχαρος αμίλητος, μ’ ένα τσιγάρο να κρέμεται απ’ τα χείλη του. Μια παρέα, πέντε έξι γύφτοι και χωρικοί είχαν πάρει θέσεις γύρω από ένα τραπέζι. Ο μπάρμπα Κώτσος Πατζούρης, ο Ντίνος Περαμερίτης, ο Σταύρος Μιχαλόπουλος και τρεις γύφτοι. Πλησίασε ο Γιδόχαρος αμίλητος και πήρε θέση. Στο τέλος έμειναν δύο. Ο Γιδόχαρος και ο μπάρμπα Κώτσος Πατζούρης. Χτυπήθηκαν άγρια. Η τύχη όμως ευνόησε τον Γιδόχαρο. Μάζεψε όλο το χαρτί. Ο μπάρμπα Κώτσος με δυσκολία έκρυβε τον εκνευρισμό του. Σα να φάνηκε ένα υγρό παράπονο στις άκριες των ματιών του.
Δανείστηκε χρήματα δύο φορές από τον Μπάμπη κι όταν τα έχασε κι αυτά, είπε ατάραχος: «Συνεχίζουμε». «Τα λεφτά σου μπάρμπα Κώτσο», είπε ψυχρά ο Γιδόχαρος. «Τελευταία γύρα απάντησε εκείνος, τελευταία γύρα. Παίζω το αρνί…». Ο Γιδόχαρος, τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του, ήπιε μια γουλιά μέντα έριξε μια ματιά αδιάφορη γύρω κι αμίλητος έκανε χαρτί. Ο μπάρμπα Κώτσος πόνταρε το αρνί. Η τύχη δε γύρισε. Το έχασε κι αυτό! Για μερικά λεπτά έπεσε σιωπή στο μαγαζί. Ο Γιδόχαρος μετρούσε τα χρήματα τάχα μου αδιάφορος. Ύστερα σηκώθηκαν. Ο μπάρμπα Κώτσος, είπε εκνευρισμένος: «Έλα. Πάμε στο μύλο να το πάρεις». Διέσχισαν όλη τη σιωπή του καφενέ. Οι θαμώνες κοίταζαν στο πάτωμα. Βγήκαν έξω. Ο μύλος του μπάρμπα Κώτσου σκοτεινός, στεκόταν λίγο πιο πέρα. Στο δρόμο ερημιά. Στάθηκαν ανάμεσα στη μάντρα του Παμεινώντα και τον μύλο. Ο μπάρμπα Κώτσος άνοιξε. Ξεκρέμασε το σφαχτάρι από το τσιγκέλι. Το έδωσε του Γιδόχαρου και είπε: «Πάρτο. Καλή Ανάσταση…». Ύστερα του γύρισε την πλάτη, και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι του μύλου.
Ο Γιδόχαρος φορτώθηκε στην πλάτη το αρνί και τον κατάπιε η νύχτα. Ο μπάρμπα Κώτσος πήγε πίσω, στη μηχανή του μύλου· άναψε τσιγάρο, κάθισε σ’ ένα σκαμνί και σκέφτηκε τα παιδιά του. Κοίταζε συνέχεια κατά το τσιγκέλι που το φώτιζε μια φέτα φως του φεγγαριού. Άψυχο πλάι στην πόρτα. Σκεφτόταν, τί δικαιολογία να πει στη γυναίκα του. Δεν χωρούσε στο μυαλό του η αποκοτιά που έκανε. Κάπνισε το τσιγάρο του κι ύστερα, το πήρε απόφαση να πάει στο σπίτι. Βρήκε μια προσωρινή δικαιολογία. Ότι ξέχασε ξεκλείδωτο το μύλο και κάποιος μπήκε μέσα κι έκλεψε το αρνί. Ανέβηκε τη σκάλα. Άνοιξε την πορτοπούλα και μπήκε μέσα με το κεφάλι. Στη μέση του μαγερειού, είδε με έκπληξη τη γυναίκα του, να προετοιμάζει το αρνί για την αυριανή και τα δυο μεγάλα παιδιά να την βοηθάνε. Η γυναίκα, χωρίς να τον κοιτάξει, είπε: «Είναι λίγο παχύ φέτο το αρνί, άντρα μου. Έδωκα μια κουλούρα στον μαύρο Γιδόχαρο, που το ’φερε από το μύλο. Είπε ότι ο πατέρας του απόθανε. Ο Θεός να τον αναπάψει. Τον παρακάλεσα, να κάτσει, να κάνουμε Ανάσταση μαζί. Μου είπε: ευχαριστώ θεια, αλλά φεύγω· η νύχτα είναι αφέγγαρη. Θα πάω με τα πόδια μέχρι τη Μπαρμπάσαινα χωρίς αποκοπή, τι με καρτεράει η φαμελιά μου, για να κάνουμε παρέα Λαμπρή».
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος γεννήθηκε στη Νεμούτα Ηλείας, το 1954 από την οποία εκπατρίστηκε το 1958, ακολουθώντας την οικογένειά του, στην Αθήνα, ως εσωτερικός μετανάστης. Σπούδασε Ιστορία-Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Babes–Bolyai του Cluj Napoca τhς Ρουμανίας και είναι πτυχιούχος του Ιστορικού-Αρχαιολογικού Τμήματος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε ως υπάλληλος διάφορων εκδοτικών οίκων και ως Φιλόλογος στην ιδιωτική εκπαίδευση. Δημοσίευσε τις συλλογές ποιημάτων Ομίχλη πέτρινη (Ηριδανός, 1986) Σκυθικές Ερημίες (Κολωνός, 1996), Σιγή Ασυρμάτου (Κολωνός, 2005), Κλίνη Σπόρου, Καλή (Οροπέδιο 2010) και Το φράγμα της μνήμης, (Οροπέδιο 2017). Ακόμη την συλλογή διηγημάτων Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες, (Κίχλη 2018), για το οποίο βραβεύτηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, το 2019. Επιμελήθηκε το αφιέρωμα στη Ρουμανική Λογοτεχνία του περιοδικού «Πολιορκία», τεύχος 16ο, Απρίλιος 1982. Το 1984, οργάνωσε και παρουσίασε στο Ρουμανικό αναγνωστικό κοινό, την ανθολογία νεοελληνικής ποίησης με τον τίτλο 42 Poeti grecii contemporani, (42 σύγχρονοι Έλληνες ποιητές) Editura DACIA, Cluj Napoca, Ρουμανίας. Το 1996 επιμελήθηκε το θέμα του περιοδικού Πλανόδιον τεύχος 24ο, το αφιερωμένο στον Ρουμάνο ποιητή Anatol Baconsky. Ποιήματα και διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και ξένα περιοδικά. Από το 2006 εκδίδει το λογοτεχνικό περιοδικό Οροπέδιο.
Πηγή : www.paratiritis-news.gr [ https://www.paratiritis-news.gr/politismos/paschalini-istoria/ ]





Ο υπουργός Δικαιοσύνης, Χρήστος Λαδάς
Μεσούντος του Εμφυλίου Πολέμου, ο 22χρονος κομουνιστής Ευστράτιος Μουτσογιάννης δολοφονεί, την Πρωτομαγιά του 1948, τον υπουργό Δικαιοσύνης Χρήστο Λαδά, έξω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Καρύκη (Καρύτση), στο κέντρο της Αθήνας.
Ο 57χρονος Χρήστος Λαδάς ήταν δικηγόρος κι εκλεγόταν βουλευτής επί σειρά ετών με τη σημαία του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Πάγκαλου είχε υπερασπιστεί στα δικαστήρια κομουνιστές, που κατηγορούνταν για εσχάτη προδοσία εξαιτίας της θέσης του ΚΚΕ για αυτονόμηση της Μακεδονίας.
Προπολεμικά είχε διατελέσει υφυπουργός Συγκοινωνίας (1930-1932), σε μία από τις κυβερνήσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1947 ορκίστηκε υπουργός Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση συνεργασίας «Λαϊκών» και «Φιλελευθέρων» με πρωθυπουργό τον βετεράνο φιλελεύθερο πολιτικό Θεμιστοκλή Σοφούλη. Στόχος αυτού του κυβερνητικού σχήματος, που είχε τις ευλογίες των Αμερικανών, ήταν η εφαρμογή του Δόγματος Τρούμαν και η συντριβή της κομμουνιστικής ανταρσίας.
Ο Λαδάς κατά τη διάρκεια της σύντομης θητείας του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης υπήρξε απηνής διώκτης των κομουνιστών. Εισηγήθηκε τον νόμο 509/47 «Περὶ μέτρων ασφαλείας του Κράτους, του πολιτεύματος, του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών»», που έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα εκατοντάδες κομουνιστές, ενώ ο ίδιος είχε βάλει την υπογραφή του για την εκτέλεση σημαντικού αριθμού κομουνιστών. Έτσι, ο αιγινήτης πολιτικός είχε μπει στο στόχαστρο του ΚΚΕ.
Η κηδεία του Χρήστου ΛαδάΤο πρωί του Μεγάλο Σαββάτου, ημέρα της Πρωτομαγιάς, ο Χρήστος Λαδάς εξήλθε της οικίας του και μετέβη τον παρακείμενο ναό του Αγίου Γεωργίου Καρύκη (Καρύτση), όπου τελούνταν η λειτουργία της Πρώτης Ανάστασης, για να ανάψει ένα κερί. Μόλις εκτέλεσε το θρησκευτικό του καθήκον βγήκε από την εκκλησία και κατευθύνθηκε στο υπηρεσιακό του αυτοκίνητό του, μία μαύρη αμερικανική λιμουζίνα μάρκας «Μπιούικ» για να μεταβεί στο υπουργείο.
Καθ’ ην στιγμήν το υπουργικό αυτοκίνητο διήρχετο με χαμηλή ταχύτητα μπροστά από την είσοδο του φιλολογικού συνδέσμου «Παρνασσός», ένας νεαρός έτρεξε πίσω του και πέταξε μία χειροβομβίδα, η οποία, αφού τρύπησε το τζάμι, έπεσε στην πίσω θέση, όπου καθόταν ο Λαδάς. Η έκρηξη ήταν τρομακτική και προκάλεσε τον βαρύ τραυματισμό του υπουργού, ο οποίος εξέπνευσε το βράδυ της ίδιας ημέρας στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού.
Ο δράστης, φορώντας στολή σμηνίτη της Πολεμικής Αεροπορίας για κάλυψη, προσπάθησε να χαθεί στα γύρω στενοσόκακα της περιοχής, αλλά έγινε αντιληπτός από πολίτες και από προσδραμόντες αστυνομικούς, οι οποίοι τον καταδίωξαν, τον πυροβόλησαν και τον τραυμάτισαν στον θώρακα.
Στην προσπάθειά του να διαφύγει έριξε μία χειροβομβίδα κατά των διωκτών του, με αποτέλεσμα ένας αστυφύλακας να σκοτωθεί, δύο να τραυματισθούν, καθώς κι ένας διαβάτης. Τελικά, ο Μουτσογιάννης συνελήφθη από ένα στρατιώτη, αφού προηγουμένως είχε ρίξει εναντίον του μία ακόμη χειροβομβίδα, η οποία δεν εξερράγη.
Ο δράστης διακομίσθηκε και αυτός στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού για νοσηλεία. Εκεί, ένας αστυνομικός, μεταμφιεσμένος σε γιατρό, κέρδισε την εμπιστοσύνη του και ο Μουτσογιάννης, αφού του αποκάλυψε την ταυτότητά του, παραδέχθηκε ότι ήταν μέλος της διαβόητης ΟΠΛΑ και ενεργούσε κατ’ εντολήν του ΚΚΕ.
Η δολοφονία του Χρήστου Λαδά προκάλεσε την άμεση και σκληρή αντίδραση της κυβέρνησης Σοφούλη. Την ίδια ημέρα επεβλήθη στρατιωτικός νόμος στην Αθήνα και την Τρίτη του Πάσχα (4 Μαΐου), τουλάχιστον 150 κομουνιστές, καταδικασμένοι, σε θάνατο, εκτελέστηκαν ανά τη χώρα.
Στις 17 Ιουνίου 1948 άρχισε η δίκη του Ευστράτιου Μουτσογιάννη και επτά συνεργών του στο Στρατοδικείο Αθηνών. Τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 21 Ιουνίου, εκδόθηκε η απόφαση, σύμφωνα με την οποία ο Μουτσογιάννης και ο Διονύσιος Καμπανίδης καταδικάστηκαν σε ισόβιο κάθειρξη, επειδή επέδειξαν μεταμέλεια και βοήθησαν τις αρχές στη διαλεύκανση της υπόθεσης. Οι υπόλοιποι έξι καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν στις 25 Ιουνίου στο Γουδή.
Ο Μουτσογιάννης παρέμεινε στη φυλακή έως το 1964, οπότε αποφυλακίστηκε με τα μέτρα επιεικείας της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου. Μέχρι το 2007 ζούσε, οπότε σε μία συνέντευξή του στην εφημερίδα «Καθημερινή» εξιστόρησε την προσωπική του περιπέτεια.
Στη μνήμη του δολοφονηθέντος πολιτικού, ένας δρόμος στο κέντρο της Αθήνας, όπου βρισκόταν η οικία του, φέρει το όνομά του («οδός Χρήστου Λαδά»).
Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/1241
© SanSimera.gr
